Η οικοδόμηση της νέας, της αταξικής κοινωνίας, του κομμουνισμού, δεν αποτελεί απλώς και μόνο μία μετάβαση από κάποιο σχηματισμό σε κάποιον άλλο, αλλά συνιστά την εμφάνιση και την διαμόρφωση ενός ριζικά νέου τύπου κοινωνικής ανάπτυξης. Πρόκειται για μία κοσμοϊστορική αλλαγή, η οποία, ως προς το βάθος, την κλίμακα και τις προοπτικές της υπερβαίνει ακόμα και την μετάβαση της αρχαιότητας από την προ-ταξική στην ταξική κοινωνία. Πρόκειται για μία άρνηση-διαλεκτική άρση, τόσο των ταξικών ανταγωνιστικών τύπων ανάπτυξης της κοινωνίας, όσο και των πριν από αυτούς βαθμίδων, δηλ. ολόκληρης της μέχρι τώρα ιστορίας της ανθρωπότητας και των προϋποθέσεων της. Η επισήμανση αυτή θα πρέπει να υπολογίζεται όταν διατυπώνονται διάφορες εικασίες και εκτιμήσεις σχετικά με τους ρυθμούς οικοδόμησης της νέας κοινωνίας, με τις δυσκολίες που προκύπτουν κ.λ.π. Η επισήμανση αυτή αφορά επίσης τις δυσκολίες, την αντιφατικότητα και τον ιδιαίτερα περίπλοκο χαρακτήρα των σχετικών θεωρητικών προσεγγίσεων..."

Δ. Πατέλη, Μ. Δαφέρμου, Π. Παυλίδη

1/05/2009

Όλες τις σφαίρες το κράτος τις πληρώνει

Αποσπάσματα από το Περί της Τρομοκρατίας και του κράτους του Τζαφράνκο Σανγκουϊνέττι.

Οποιαδήποτε μυστική υπηρεσία μπορεί να σκαρώσει μιαν "επαναστατική" ονομασία και να διαπράξει ορισμένες απόπειρες, που θα καλοδιαφημιστούν από τον τύπο, ξεκινώντας από αυτές, θα της είναι εύκολο να συμπήξει μία μικρή ομάδα από αφελείς αγωνιστές και να τη διευθύνει με τη μεγαλύτερη ασυδοσία. Μα στην περίπτωση μιας τρομοκρατικής ομαδούλας που έχει ξεπηδήσει αυθόρμητα, τίποτα στον κόσμο δεν είναι πιο εύκολο για τα ειδικά σώματα του Κράτους από το να παρεισφρύσουν σε αυτήν, και χάρη στα μέσα που που διαθέτουν και στην άκρα ελευθερία ελιγμών που έχουν, να φτάσουν σ' απόσταση βολής από την αρχική ηγεσία και να πάρουν τη θέση της, είτε με συγκεκριμένες συλλήψεις την κατάλληλη στιγμή, είτε με το σκότωμα των αρχηγών.

Από την πλατεία Φοντάνα ως την απαγωγή του Μόρο, αυτό που άλλαξε ήταν μόνο οι στόχοι που χτύπησε κάθε φορά η αμυντική τρομοκρατία, αλλά εκείνο που δεν μπορεί να αλλάξει ποτέ στην άμυνα είναι ο σκοπός. Και ο σκοπός από τις 12 Δεκέμβρη του 1969 ως τις 16 Μαρτίου του 1978 και ακόμα σήμερα, έχει πράγματι μείνει ο ίδιος: δηλαδή να πιστέψει όλος ο πληθυσμός, που πια δεν ανέχεται ή πολεμάει αυτό το κράτος, πως έχει τουλάχιστον έναν εχθρό από κοινού με αυτό, από τον οποίο το Κράτος τον προστατεύει, φτάνει να μην αμφισβητείται από κανέναν.

Η αλήθεια είναι πως, επειδή το 1977 άρχισε πάλι να τρέμει η πολυθρόνα κάτω από τον κώλο σας, κύριοι της κυβέρνηση, καθώς και η γη κάτω από τα πόδια σας, εσείς, ναι ναι, εσείς ακριβώς περάσατε στην αντεπίθεση, σκοτώνοντας αυτή τη φορά έναν δικό σας, (...).

Ταυτόχρονα, αφού η τεχνητή τρομοκρατία θέλει να' ναι το μόνο πραγματικό φαινόμενο, γι' αυτή την "αστυνομική αντίληψη της ιστορίας" όλες οι αυθόρμητες εξεγέρσεις, όπως της Ρώμης και της Μπολώνιας το '77, γίνονται συνωμοσίες, που εξυφαίνονται τεχνητά και διευθύνονται από "σκοτεινές" αλλά "εύκολα εντοπίσιμες δυνάμεις" όπως και σήμερα ακόμα υποστηρίζουν οι σταλινικοί. Ώστε ό,τι η εξουσία δεν προβλέπει, γιατί δεν το οργανώνει η ίδια, είναι μία συνωμοσία εναντίον της. Αντίθετα η τεχνητή τρομοκρατία, μια και οργανώνεται και κατευθύνεται από τα αφεντικά του θεάματος, είναι ένα πραγματικό αυθόρμητο φαινόμενο, που συνεχώς κάνουν ότι το πολεμούν, για τον απλό λόγο πως είναι πιο εύκολα να αμύνεσαι εναντίον ενός φτιαχτού εχθρού, παρά εναντίον του πραγματικού εχθρού.

Ένα μόνο σας λέω, σεβαστοί φενακιστές: αντίθετα με σας, έχω γνωρίσει καλά τα τελευταία 13 χρόνια, πολλούς επαναστάτες της Ευρώπης - που είναι επίσης γνωστοί σε όλερς τις αστυνομίες- από αυτούς που συνέβαλαν περισσότερο θεωρητικά και πρακτικά, στο να φτάσει η καιφαλαιοκρατία στην τωρινή της κατάσταση: ε λοιπόν, κανένας τους, χωρις καμία εξαίρεση, δεν έχει ποτέ ασκήσει ούτε και έχει επικροτήσει τη σύγχρονη θεαματική τρομοκρατία - πράγμα που μου φαίνεται αυτονόητο. Η επανάσταση δεν έχει μυστικά: σήμερα, ότι είναι μυστικό ανήκει στην εξουσία, δηλ. στην αντεπανάσταση και αυτό το ξέρουν πάρα πολύ καλά όλες οι αστυνομίες.

Όλα τα κράτη υπήρξαν πάντοτε τρομοκράτες, πιο έντονα όμως στη γέννηση τους και στο πλησίασμα του θανάτου τους. Και όσοι, είτε από απελπισία είτε επειδή πέφτουν θύματα του καθεστώτος, που προπαγανδίζει την τρομοκρατία ως το άκρον άωτον της ανατροπής, προσβλέπουν με άκριτο θαυμασμό στην τεχνητή τρομοκρατία, προσπαθώντας μερικές φορές ακόμα και να την ασκήσουν, αυτοί δεν ξέρουν πως ανταγωνίζονται στο δικό του έδαφος, και δεν ξέρουν πως στο δικό του έδαφος, το κράτος όχι μόνο είναι το πιο δυνατό, παρά θα'χει πάντα και τον τελευταίο λόγο. Και ότι δε σκότώνει το θέαμα, το δυναμώνει: το πρωτάκουστο δυνάμωμα όλων των κρατικών εξουσίων ελέγχου, που έχει πειτελεστεί τούτα τα τελυταία χρόνια με την πρόφαση της θεαματικής τρομοκρατίας, αυτό το δυνάμωμα των εξουσιών, χρησιμοποιείται κιόλας εναντίον όλου του προλεταριακού κινήματος της Ιταλίας, που σήμερα είναι το πιο προχωρημένο και ριζοσπαστικό στην Ευρώπη.

Το να υποχρεώνονται όλοι να πέρνουν συνεχώς θέση υπέρ ή κατά γεγοννότων μυστήριων και σκοτεινών, που στην πραγματικότητα είναι προκατασκευασμένα για αυτόν ακριβώς τον σκοπό, αυτή είναι η αληθινή τρομοκρατία: το να εξαναγκάζουν αιωνίως όλη την εργατική τάξη να εκφράζεται εναντίον αυτής ή εκείνης της απόπειρας, προς την οποία όλοι, εκτός από τις παράλληλες υπηρεσίες, είναι ξένοι, να τι επιτρέπει στην εξουσία να διατηρεί την γενική παθητικότητα και την παθητική ενατένιση αυτού του ανήθικου θεάματος, να τι επιτρέπει στους συνδικαλιστές γραφειοκράτες να συνενώνουν κάτω από τις αντεργατικές τους ντιρεκτίβες τους εργαζόμενους κάθε εργοστασίου που παλεύει, όπου, κάθε τόσο, ένα στέλεχος πληγώνεται στα πόδια.

Όταν θα έρθει η σειρά μας τα όπλα δε θα μας λείψουν, ούτε και οι αντρειωμένοι μαχητες: δεν είμαστε σκλάβοι του εμπορευματικού φετίχ των όπλων, μα θα τα προμηθευτούμε μόλις θα είναι αναγκαία και με τον πιο απλό τρόπο: πέρνωντας τα από σας στρατηγοί, αστυνομικοί, αστοί, γιατί εσείς έχετε κιόλας αρκετά για όλους της εργατες της Ιταλίας. "Εμείς δεν έχουμε ενδοιασμούς: δεν περιμένουμε ούτε από σας. Όταν θα έρθει η σειρά μας, δε θα ωραιοποιήσουμε τη βία." (Μαρξ)
Χίλες οδοί Φάνι και χίλιες πλατείες Φοντάνα δεν ωφελούν την κεφαλαιοκρατία, όσο τη βλάφτει μία μονάχα αντιαστική και αντισταλινική άγρια απεργία ή ένα απλό σαμποτάζ της παραγωγής βίαιο και πετυχημένο. Εκατομμύρια καταπιεσμένες συνειδήσεις ξυπνούν και ξεσηκώνονται κάθε μέρα εναντίον της εκμετάλλευσης: και οι άγριοι εργάτες ξέρουν πάρα πολύ καλά πως η κοινωνική επανάσταση δεν ανοίγει το δρόμο της στοιβάζωντας πτώματα στην πορεία της - αυτό είναι ένα προνόμιο της σταλινοαστικής αντεπανάστασης, προνόμιο που κανένας επαναστάσης δεν της το αμφισβήτησε ποτέ.

Όποιος τώρα στην Ιταλία δεν χρησιμοποιεί όλη την εξυπνάδα που διαθέτει για να καταλαβαίνει γρήγορα ποια αλήθεια βρίσκεται από κάθε ψέμα του κράτους, όποιος δεν το κάνει αυτό είναι σύμμαχος των εχθρών του προλεταριάτου. Και όποιος επιμένει να θέλει να πολεμήσει την αλλοτρίωση με αλλοτριωμένο τρόπο, με το μιλιταντισμό και την ιδεολογία, θα αντιληφθεί γρήγορα πως έχει παραιτηθεί από κάθε πραγματικό αγώνα. Την κοινωνική επανάσταση δε θα την κάνουν βέβαια οι μιλιτάντηδες ούτε και θα την εμποδίσουν οι μυστικές υπηρεσίες και οι σταλινική αστυνομία!

Για τους φίλους μας τους ΚΚΕέδες ένα μικρό απόσπασμα - σαν μέρος του εγκλήματος κατά των εκμεταλλευομένων που εδώ και αιώνες συμβαίνει και του οποίου είναι αναπόσπαστο κομμάτι:

Κι αν ακόμη ήταν όλοι τους Λένιν, όπως νομίζουν, μένει να θυμίσουμε πως οι μπολσεβίκοι διαβρώθηκαν πολύ και πολλές φορές: ο εργάτης και πράχτορας της Οχράνα, Ρομάν Μαλινόφσκι, που ήταν μέλος της ΚΕ των μπολσεβίκων, είχε κερδίσει την πιο τυφλή εμπιστοσύνη του Λένιν, και είχε στείλει στη Σιβηρία εκατοντάδες αγωνιστές και ηγετικά στελέχη - και μια φορά που ο Μπουχάριν εξέφρασε μιαν υποψία, Ο λένιν απάντησε πως αυτό "ήταν ανάξιο για ένα συνειδητό αγωνιστή: αν συνεχίσεις θα καταγγελθείς εσύ σαν προδότης, σύμφωνα με αυτά που λέει η γυναίκα του Λένιν, Ναντιέζντα Κρούπσκαγια. Αλλά η περίπτωση του Μαλινόφσκι δεν είναι μεμωνομένη: ανοίγοντας το 1917 τα μυστικά αρχεία της Οχράνα, ο Λένιν αποσβολώθηκε με το δίκιο του, βλέπωντας πως από τους 55 επαγγελματίες προβοκάτορες που ήταν επίσημα εν ενεργεία και πληρώνονταν τακτικά, οι 17 δούλευαν στους Σοσιαλεπαναστάτες, αλλά 20 ολόκληροι μοιράζονταν τον έλεγχο των μπολσεβίκων και των μενσεβίκων και όχι βέβαια στα ανάμεσα στα μέλη της βάσης! Και ο Λένιν είχε την πικρή έκπληξη να διαπιστώσει πως οι προβοκάτορες ήταν πάντα εκείνοι οι "σύντροφοι" που ο ίδιος, τόσο επιφυλαχτικός και έμπειρος σε ζητήματα παρανομίας, εχτιμούσε και εμπιστευόταβ περισσότερο, για τις υπηρεσίες που είχαν προσφέρει και για την τόλμη που είχαν δείξει σε πολλές περιπτώσεις.

Η διάβρωση είναι πραχτικά αδύνατη ή ξεσκεπάζεται αμέσως σε εκείνες τις επαναστατικές ομάδες που κάνους χωρίς απλά μέλη και ηγέτες, αλλά βασίζονται στο ποιοτικό: "ο μοναδικός περιορισμός για τη συμμετοχή στην καθολική δημοκρατία της επαναστατικής οργάνωσης είναι η αναγνώριση και ο ουσιαστικός ενστερνισμός, από όλα τα μέλη της, της συνοχής της κριτικής της, συνοχής που πρέπει να αποδείχνεται τόσο στην καθαυτό κριτική θεωρία όσο και στην σχέση ρετούτης με την πραχτική δραστηριότητα." (Ντεμπόρ)

ΜΠΑΤΣΟΙ ΓΟΥΡΟΥΝΙΑ ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ

1/03/2009

Το έγκλημα σιωνιστών/υπερεθνικής ελίτ και η Αριστερά

(...) σήμερα όλο και περισσότεροι αντιλαμβάνονται ότι η συστημική βία ενάντια στον παλαιστινιακό λαό δεν είναι παρά τμήμα της συστημικής βίας που ασκεί η ίδια υπερεθνική ελίτ, με τη συμπαράσταση των τοπικών ελίτ, σε ολόκληρο τον κόσμο.

Του ΤΑΚΗ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΥ

Ενώ το νέο έγκλημα των σιωνιστών, με την αμέριστη συμπαράσταση της εξίσου εγκληματικής υπερεθνικής ελίτ (ΗΠΑ, Ε.Ε. κ.λπ.) και των σατραπικών αραβικών προτεκτοράτων της (Αίγυπτος, Ιορδανία, Σεϊχάτα του Κόλπου κ.λπ.), συνεχίζεται σε βάρος ενός ανυπεράσπιστου λαού, που προηγούμενα είχε στραγγαλιστεί οικονομικά, η αντίσταση των λαών εναντίον τους, που με κάθε τρόπο αποπροσανατολίζονται από τα διεθνή ΜΜΕ τα οποία ελέγχουν οι ελίτ αυτές, μόλις αρχίζει. Και αυτό, διότι σήμερα όλο και περισσότεροι αντιλαμβάνονται ότι η συστημική βία ενάντια στον παλαιστινιακό λαό δεν είναι παρά τμήμα της συστημικής βίας που ασκεί η ίδια υπερεθνική ελίτ, με τη συμπαράσταση των τοπικών ελίτ, σε ολόκληρο τον κόσμο. Είτε πρόκειται για την παγκόσμια κρίση, που σήμερα καταδικάζει όλο και περισσότερα εκατομμύρια στην ανεργία, τη φτώχεια και την εξαθλίωση, απλώς για να μπορέσουν οι ελίτ και κάποια προνομιούχα κοινωνικά στρώματα στην υπηρεσία τους να αυξήσουν τον μυθικό πλούτο τους και ένα τρόπο ζωής που έχει φέρει τον πλανήτη στα όρια της οικολογικής καταστροφής. Είτε, αντίστοιχα, πρόκειται για την ωμή φυσική βία στην οποία καταφεύγουν οι ίδιες ελίτ για να συντρίψουν την αντίσταση κάθε εξεγερμένου, χθες στη Γιουγκοσλαβία, το Αφγανιστάν και το Ιράκ, αύριο στις ίδιες τις χώρες της υπερεθνικής ελίτ και τις εξαρτώμενες από αυτήν χώρες - η κοινωνική έκρηξη στη χώρα μας δεν είναι πάρα ο προπομπός. Και όλα βέβαια αυτά κάτω από τον μανδύα μιας ψευδεπίγραφης «δημοκρατίας», που δεν έχει καμία σχέση με την πραγματική δημοκρατία ως την άμεση άσκηση κάθε εξουσίας από τον ίδιο τον λαό, και όχι από τις πολιτικές ελίτ των επαγγελματιών πολιτικών και τις οικονομικές ελίτ που ελέγχουν τη διεθνοποιημένη καπιταλιστική οικονομία της αγοράς.

Το «έγκλημα» του σφαγιαζόμενου σήμερα λαού της Γάζας είναι ότι ψήφισε, με όλες τις «δημοκρατικές» διαδικασίες που επιβάλλει η υπερεθνική ελίτ, ένα καθεστώς που ήταν δεσμευμένο στη μη αναγνώριση του σιωνιστικού καθεστώτος που εδώ και 60 χρόνια κατέλαβε με τη βία ή την απειλή βίας (όπως ακόμη και προοδευτικοί Εβραίοι ιστορικοί παραδέχονται) όχι μόνο τα εδάφη που του παραχώρησε ο ΟΗΕ το 1948 (χωρίς βέβαια να σκεφτεί κανένας να ρωτήσει τους ίδιους τους γηγενείς Παλαιστίνιους, που ήταν η συντριπτική πλειονότητα για εκατοντάδες χρόνια!) αλλά και την υπόλοιπη Παλαιστίνη, χάρη στις εκστρατείες του σιωνιστικού στρατού, δηλαδή του χωροφύλακα της Δύσης, που με τα δισεκατομμύρια δολάρια που εισέρρευσαν από τη Δύση είναι σήμερα ένας από τους τέσσερις ισχυρότερους στρατούς στον κόσμο. Αποτέλεσμα: 1,5 εκατομμύριο πρόσφυγες συνωστίζονται σήμερα υπό άθλιες συνθήκες στην ακτή της Γάζας, μια έκταση όση περίπου και η Θάσος. Ανεξάρτητα από τον ισλαμικό χαρακτήρα του καθεστώτος αυτού (που δεν αποτελεί βέβαια λόγο για να μην το υποστηρίζει κάθε αντιστεκόμενος ενάντια στη συστημική βία - όπως ισχυρίζονται οι κρυπτο-σιωνιστές σε όλα τα μήκη και πλάτη, έστω και αν παριστάνουν τους «αναρχικούς»), η μη αναγνώριση ενός ρατσιστικού καθεστώτος που επεκτείνεται συνεχώς με τη βία, και η αντίσταση εναντίον της στρατιωτικής κατοχής με κάθε διαθέσιμο μέσο λαϊκής αντιβίας αποτελεί στοιχειώδες καθήκον αναγνωριζόμενο και από το διεθνές δίκαιο! Ομως, οι πρόσφυγες της Γάζας έπρεπε να συντριβούν γιατί δεν έσκυψαν το κεφάλι, όπως τα αστικά κυρίως στρώματα στη Δυτική Οχθη, τα οποία υποστηρίζουν το προστατευόμενο (από τους σιωνιστές, την υπερεθνική ελίτ και τα προτεκτοράτα της στον αραβικό κόσμο) καθεστώς Αμπάς, που είναι πρόθυμο να δεχτεί ένα ρόλο προτεκτοράτου σε μερικά τμήματα της γης τους.

Ετσι, αμέσως μετά την εκλογή του καθεστώτος Χαμάς άρχισε μια εκστρατεία από την υπερεθνική ελίτ και τα αραβικά προτεκτοράτα για την «αλλαγή καθεστώτος» - ακριβώς όπως έγινε επιτυχημένα και στο Ιράκ. Η εκστρατεία αυτή ξεκίνησε με έναν εξοντωτικό οικονομικό πόλεμο, εφόσον η δήθεν αποχώρηση των σιωνιστικών κατοχικών δυνάμεων το 2005 σήμαινε τον στρατιωτικό αποκλεισμό της Γάζας από γη, αέρα και θάλασσα, δημιουργώντας το μεγαλύτερο ίσως γκέτο στην Ιστορία, και εφαρμόζοντας πιστά τις ναζιστικές μεθόδους των συλλογικών αντίποινων. Η ιδεολογία που συγκάλυψε το μαζικό αυτό έγκλημα εναντίον του παλαιστινιακού λαού είναι η σιωνιστική «βιομηχανία του Ολοκαυτώματος», την οποία κατήγγειλε ένα φωτεινό εβραϊκό μυαλό [i], του οποίου η ίδια η οικογένεια ήταν θύμα του -πράγμα που δεν εμπόδισε τους σιωνιστές και κρυπτο-σιωνιστές απατεώνες σε όλο τον κόσμο να κατηγορούν ως αντισημίτες τον ίδιο αλλά και κάθε άλλη φωνή τίμιου Εβραίου, ή μέλους της ριζοσπαστικής Αριστεράς, που τολμούσε να καταγγέλλει το συνεχές σιωνιστικό έγκλημα. Ετσι, οι ασύστολα ψευδόμενες σιωνιστικές τρομοκρατικές ελίτ, με τη βοήθεια των ελεγχόμενων από την υπερεθνική ελίτ διεθνών ΜΜΕ, που ουσιαστικά παρουσιάζουν μόνο τη δική τους «αλήθεια», κατέταξαν το αντιστεκόμενο καθεστώς Χαμάς στα «τρομοκρατικά» καθεστώτα-παρίες, και μιλούν για αποχώρησή τους από τη Γάζα. Αποτέλεσμα της «απελευθέρωσης» αυτής είναι ότι ο αποκλεισμός που άρχισε με τη νίκη της Χαμάς έχει οδηγήσει, σύμφωνα με την τελευταία Εκθεση του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού [ii], το 70% του λαού της Γάζας σε υποσιτισμό και περίπου το 40% του πληθυσμού να καταδικάζεται στην απόλυτη φτώχεια, με εισόδημα 90 ευρώ τον μήνα για να θρέψουν οικογένειες 7-9 ατόμων.

Η διαδικασία για την «αλλαγή καθεστώτος», την οποία ομολογούν στελέχη της σιωνιστικής κυβέρνησης, συνεχίζεται με το σημερινό έγκλημα, πάλι χρησιμοποιώντας για συγκάλυψη μια άθλια ψευδολογία. Αν στο Ιράκ η συγκάλυψη βασιζόταν στα ουδέποτε ευρεθέντα «όπλα μαζικής καταστροφής», σήμερα βασίζεται στους πυραύλους της Χαμάς, δηλαδή, βασικά, τα χειροποίητα... βαρελότα [iii], που αποτελούν την αντίστασή τους, τα οποία μέχρι σήμερα στοίχισαν τη ζωή τεσσάρων (4) Ισραηλινών έναντι 400 Παλαιστινίων (αναλογία 1 προς 100 - εδώ οι σιωνιστές ξεπέρασαν και τους ναζί δασκάλους τους, που επέβαλλαν συλλογικά αντίποινα 50 Ελληνες για κάθε Γερμανό!). Στα επτά μάλιστα χρόνια που οι Παλαιστίνιοι χρησιμοποιούν το «πυρ» αυτού του είδους, το αποτέλεσμα ήταν 14 Ισραηλινοί νεκροί έναντι 5.000 νεκρών Παλαιστινίων από τα F16 και τα Απάτσι των σιωνιστών (δηλαδή 357 Παλαιστίνιοι για κάθε Ισραηλινό)! [iv]

Εντούτοις, αυτά δεν εμποδίζουν την κεντρο-αριστερά (ΠΑΣΟΚ) και Αριστερά (ΣΥΡΙΖΑ) να καταδικάζουν τη βία «από όπου και αν προέρχεται», εξισώνοντας θύτες και θύματα, ενώ το ΚΚΕ ετοιμάζεται να επισκεφτεί την προδοτική ηγεσία των Παλαιστινίων στη Ραμάλα. Παράλληλα, η σιωνιστική «Αριστερά» (Crossman, Amos Oz κ.ά.) ζητά το ίδιο, επίσης αρνούμενη το δικαίωμα αντίστασης στον παλαιστινιακό λαό, διότι δήθεν η «τρομοκρατία» τους σκοτώνει «αθώους» πολίτες (έστω και αν η συντριπτική πλειονότητά τους συναινεί στα σιωνιστικά εγκλήματα!), ενώ βέβαια οι πολλαπλάσιοι Παλαιστίνιοι που πέφτουν θύματα της σιωνιστικής κρατικής τρομοκρατίας είναι απλώς «παράπλευρες απώλειες». Και όλο αυτό το λουτρό αίματος γιατί; Διότι οι σιωνιστές, με την αγαστή σύμπνοια της υπερεθνικής ελίτ, δεν δέχονται ούτε να συζητήσουν τη λύση ενός ενιαίου πολυπολιτισμικού κράτους για τους λαούς της Παλαιστίνης αλλά με κάθε τρόπο πολέμησαν κάθε λύση που θα υπέσκαπτε το «καθαρό» (και επεκτατικό) σιωνιστικό κράτος τους...

http://www.inclusivedemocracy.org/fotopoulos/

“Εγκώμιο του εγκλήματος” ,

Καρλ Μαρξ

“Ο φιλόσοφος παράγει ιδέες, ο ποιητής ποιήματα, ο πάστορας κηρύγματα, και ούτω καθεξής. Ο εγκληματίας παράγει εγκλήματα. Αν προσέξουμε καλύτερα πώς σχετίζεται αυτός ο τελευταίος κλάδος παραγωγής με το κοινωνικό σύνολο, θ’ απαλλαγούμε από πολλές προκαταλήψεις. Ο εγκληματίας δεν παράγει μόνο εγκλήματα, αλλά και ποινικό δίκαιο και τον καθηγητή που διδάσκει ποινικό δίκαιο και, συνάμα, το αναπόφευκτο σύγγραμα με το οποίο ο ίδιος καθηγητής ρίχνει στην αγορά τις παραδόσεις του εν είδει “εμπορεύματος”. Έτσι πολλαπλασιάζεται ο εθνικός πλούτος, για να μην αναφέρουμε την ατομική απόλαυση που παρέχει το χειρόγραφο του συγγράματος στο δημιουργό του, όπως μας λέει ένας πολύ αξιόπιστος μάρτυρας, ο καθηγητής Roscher. [1]

Πέραν τούτο, ο εγκληματίας παράγει ολόκληρη την αστυνομία και την ποινική οικονομία, κλητήρες, δικαστές, δήμιους, ενόρκους και λοιπά· όλοι αυτοί οι ετερόκλητοι επαγγελματικοί κλάδοι, που αποτελούν ισάριθμες κατηγορίες του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας, αναπτύσσουν διάφορες ικανότητες του ανθρώπινου πνεύματος, φτιάχνουν νέες ανάγκες αλλά και νέους τρόπους για την ικανοποίησή τους. Και μόνο τα βασανιστήρια έγιναν αφορμή για τις ευφυέστερες μηχανικές εφευρέσεις, ενώ πλήθος τίμιοι χειρωνάκτες απασχολούνται στην παραγωγή των σχετικών εργαλείων.

Ο εγκληματίας παράγει μια εντυπωση, εν μέρει ηθική, εν μέρει τραγική, αναλόγως, κι έτσι προσφέρει μια “υπηρεσία” στη διακίνηση των ηθικών και αισθητικών συγκινήσεων του κοινού. Δεν παράγει μόνο συγγράματα ποινικού δικαίου, ούτε απλώς τους ποινικούς κώδικες και τους νομοθέτες, παράγει και τέχνη, ωραία λογοτεχνία, μυθιστορήματα, ακόμη και τραγωδίες, όπως αποδεικνύουν όχι μόνο η Ενοχή του Müllner [2] και οι Ληστές του Schiller, αλλά επίσης ο Οιδίπους (του Σοφοκλή) και ο Ριχάρδος ο Τρίτος (του Shakespeare). Ο εγκληματίας σπάζει την μονοτονία και την καθημερινή ασφάλεια της αστικής ζωής. Έτσι την προστατεύει από την τελμάτωση και προκαλεί την ανήσυχη ένταση και την κινητικότητα, χωρίς τις οποίες θα αμβλυνόταν ακόμη και η ορμή του ανταγωνισμού. Δίνει, λοιπόν, ένα κίνητρο στις παραγωγικές δυνάμεις. Το έγκλημα αποσύρει από την αγορά εργασίας ένα τμήμα του περιττού πληθυσμού, οπότε μειώνει τον ανταγωνισμό μεταξύ των εργατών, εμποδίζοντας, ως ένα βαθμό, την πτώση του μισθού κάτω από ένα ελάχιστο όριο, ενώ παράλληλα ο αγώνας εναντίον του εγκληματος απορροφά ένα άλλο τμήμα του ίδιου πληθυσμού. Άρα, ο εγκληματίας αναδεικνύεται σε μιαν από εκείνες τις φυσικές “εξισορροπήσεις” που αποκαθιστούν το σωστό επίπεδο και ανοίγουν μια ολόκληρη προοπτική “ωφέλιμων κλάδων απασχόλησης”.

Οι επενέργειες του εγκλήματος στην εξέλιξη των παραγωγικών δυνάμεων θα μπορούσαν να αποδειχθούν ως την τελευταία λεπτομέρεια. Οι κλειδαριές θα είχαν αποκτήσει τη σημερινή τους αρτιότητα, αν δεν υπήρχαν κλέφτες; Η νομισματοκοπία θα έφτανε στην τωρινή της τελειότητα, αν δεν υπήρχαν παραχαράκτες; Το μικροσκόπιο θα έβρισκε ποτέ τρόπο να περάσει στη συνήθη εμπορική σφαίρα (βλ. και Babbage [3]), αν δεν γινόταν απάτη στο εμπόριο; Τέλος, η εφαρμοσμένη χημεία δεν οφείλει στη νοθεία των εμπορευμάτων και στην προσπάθεια ανακάλυψης της όσα ακριβώς οφείλει και στον τίμιο παραγωγικό ζήλο; Το έγκλημα επινοεί διαρκώς νέα επιθετικά μέσα για να προσβάλει την ιδιοκτησία, κι έτσι γεννά και νέα αμυντικά μέσα, οπότε επιδρά παραγωγικά στην ανακάλυψη νέων μηχανών - όπως ακριβώς και οι απεργίες.Ας αφήσουμε όμως τη σφαίρα του ιδιωτικού εγκλήματος: Χωρίς εθνικό έγκλημα θα μπορούσε να υπάρξει παγκόσμια αγορά; Θα υπήρχαν έθνη; Άραγε το δέντρο της αμαρτίας δεν είναι, ταυτόχρονα, και δέντρο της γνώσης, από την εποχή του Αδάμ ως σήμερα;

Στο Μύθο των Μελισσών (1705), ο Mandeville [4] έχει αποδείξει την παραγωγική δύναμη που διαθέτουν όλα τα πιθανά είδη επαγγελμάτων, αλλά και το γενικό συμπέρασμα όλου αυτού του επιχειρήματος:

“Αυτό που ονομάζουμε στον κόσμο μας Κακό, είτε ηθικό είτε φυσικό, είναι η μεγάλη αρχή που μας κάνει κοινωνικά πλάσματα, η σταθερή βάση, η ζωή και το στήριγμα όλων των τεχνών και των ενασχολήσεων ανεξαιρέτως· και τη στιγμή που θα έπαυε να υπάρχει το Κακό, η κοινωνία θα ήταν καταδικασμένη να φθαρεί, αν όχι να καταποντιστεί αύτανδρη.”

Μόνο που, βέβαια, ο Mandeville ήταν απείρως πιο τολμηρός και έντιμος από τους φιλισταίους απολογητές της αστικής κοινωνίας.”

Σημειώσεις:

[1] Roscher, Wilhelm Georg Friedrich (1817-1894). Ιδρυτής της παλαιότερης ιστορικής σχολής της πολιτικής οικονομίας στη Γερμανία.

[2] Müllner, Amandus Gottfried Adolf (1774-1829). Κριτικός και ποιητής.

[3] Babage, Charles (1792-1871). Άγγλος μαθηματικός, μηχανικός και οικονομολόγος.

[4] Mandeville, Bernard de (1670-1733). Άγγλος σατιρικός συγγραφέας, γιατρός και οικονομολόγος.

1/02/2009

Αποσπάσματα από την ‘Κριτική της Βίας’ του Walter Benjamin

Νομίζω ότι είναι τρομερά επίκαιρο να ξαναδιαβάσουμε τι έχει πει ο Walter Benjamin για τη βία. Έτσι, μετέφρασα κάποια αποσπάσματα από το κεφάλαιο 'Κριτική της Βίας' του βιβλίου Walter Benjamin, Selected Writings, Vol. 1, 1913-1926 (Cambridge, MA: Harvard University Press, 1996, σελ. 249-51). Διαβάζοντάς τα θα δείτε πως απέναντι στη βία του κατεστημένου νόμου, στη βία των νομικών περιορισμών και της κρατικής καταστολής για την επιβολή της έννομης τάξης, αυτό που ονομάζει 'μυθική βία,' αντιπαραθέτει ο Μπένγιαμιν τη 'θεϊκή βία,' τη βία της καταστροφής, που εξιλεώνει τον άνθρωπο από τις ενοχές των απαγορεύσεων, δημιουργώντας όμως το ανεξέλεγκτο (για την καθεστηκυία τάξη) φόβητρο, αυτό που οι σημερινοί υποκριτές απολογητές της κρατικής αυθαιρεσίας κι ασυδοσίας καταδικάζουν χωρίς να κάνουν την παραμικρή προσπάθεια να το κατανοήσουν κι αρέσκονται να το ονομάζουν 'τυφλή βία' του δήθεν παράλογου όχλου. Κι όμως, ο Μπένγιαμιν ξεκαθαρίζει με μεγάλη σαφήνεια ότι η κρίση για το αποτέλεσμα μιας βίαιης πράξης δεν μπορεί να βασίζεται πάνω σ' οποιαδήποτε προηγούμενη απαγορευτική εντολή, νομικού ή ηθικού χαρακτήρα, αλλά είναι η επακόλουθη πάλη αφενός του ίδιου του ανθρώπου με τη συνείδησή του κι αφετέρου της ίδιας της συλλογικής δράσης που αναλαμβάνουν οι άνθρωποι για να αποφασίσουν, στη βάση της γυμνής ζωής τους, αν θα την υπακούσουν ή αν θα την παραβούν. Επομένως, όταν μας ζητούν να τοποθετηθούμε απέναντι στη θεϊκή βία, γιατί δήθεν αν δεν την καταδικάσουμε θα μας καταλογίζουν την ενοχή της συνυπευθυνότητας, πρέπει να τους θυμίζουμε ότι η ίδια η ζωή, στη στοιχειώδη μορφή της, η γυμνή ζωή, είναι το όριο της επιβολής του οποιουδήποτε νόμου. Κι αυτό ακριβώς είναι το περιεχόμενο της βιοπολιτικής ελευθερίας κι αυτονομίας. Ακολουθούν τα αποσπάσματα του Μπένγιαμιν.


Αποσπάσματα από την ‘Κριτική της Βίας’

του Walter Benjamin

Walter Benjamin, ‘Critique of Violence,’ στα Selected Writings, Vol. 1, 1913-1926, Cambridge, MA: Harvard University Press, 1996, σελ. 249-51.

Όπως σ’ όλες τις σφαίρες ο Θεός αντιτάσσεται στο μύθο, η μυθική βία έρχεται αντιμέτωπη προς την θεϊκή βία. Κι η δεύτερη αποτελεί το αντίθετο της πρώτης από κάθε άποψη. Αν η μυθική βία είναι η θέσπιση του νόμου, η θεϊκή βία είναι η καταστροφή του νόμου. Αν η πρώτη θέτει όρια, η δεύτερη τα καταστρέφει απεριόριστα. Αν η μυθική βία φέρνει ταυτόχρονα την ενοχή και την ανταπόδοση, η θεϊκή βία μόνο εξιλεώνει. Αν η πρώτη απειλεί, η δεύτερη χτυπά. Αν η πρώτη είναι αιματηρή, η δεύτερη είναι φονική ακόμη κι όταν δεν χύνει αίμα. [...] Γιατί το αίμα είναι το σύμβολο της ίδιας της ζωής. Η διάλυση της βίας του νόμου πηγάζει [...] από την ενοχή της ίδιας της φυσικής ζωής, όταν εμπιστεύεται το ζωντανό, το αθώο και το δύστυχο σε μια ανταπόδοση, που ‘εξιλεώνει’ την ενοχή της ίδιας της ζωής – κι αναμφίβολα επίσης εξαγνίζει τον ένοχο, όχι όμως από την ενοχή, αλλά από το νόμο. Γιατί με την ίδια τη ζωή, η ισχύς του νόμου πάνω στο ζωντανό τερματίζεται. Η μυθική βία είναι μια ματωμένη δύναμη πάνω στην ίδια τη ζωή για χάρη του εαυτού της (της ίδιας της μυθικής βίας), η θεϊκή βία είναι μια καθαρή δύναμη πάνω σ’ όλη τη ζωή για χάρη του ζωντανού. Η πρώτη απαιτεί τη θυσία, η δεύτερη την αποδέχεται.

[...] το ερώτημα ‘Μπορώ να σκοτώσω;’ δέχεται μια πλήρη απάντηση από την εντολή ‘Ου φονεύσεις.’ Η εντολή αυτή προηγείται της πράξης, όπως ο Θεός θα μπορούσε να ‘αποτρέψει’ την πράξη. Επειδή όμως μπορεί να μην είναι ο φόβος της τιμωρίας που επιβάλλει την υπακοή, το πρόσταγμα γίνεται ανεφάρμοστο, ασύμβατο, όταν η πράξη υλοποιηθεί. Καμιά κρίση της πράξης δεν μπορεί να εξαχθεί από την εντολή. Κι, επομένως, ούτε η θεϊκή κρίση ούτε η αιτιολόγηση αυτής της κρίσης μπορεί να είναι γνωστές εκ των προτέρων. Εκείνοι που στηρίζουν την καταδίκη κάθε βίαιου φόνου ενός ατόμου από ένα άλλο πάνω στην εντολή κάνουν, επομένως, λάθος. Η εντολή αυτή υπάρχει όχι σαν κριτήριο κρίσης, αλλά σαν κατευθυντήρια οδηγία για τις πράξεις των ατόμων ή των κοινότητων, τα οποία πρέπει να παλεύουν μαζί της μέσα στη μοναξιά τους και, σ’ εξαιρετικές περιπτώσεις, να παίρνουν πάνω τους την ευθύνη της αγνόησής της.

[...] Όμως, λιγότερο δυνατές κι επίσης λιγότερο επιβεβλημένες για την ανθρωπότητα είναι όταν κρίνονται οι ιδιαίτερες περιπτώσεις, στις οποίες ασκείται μια πράξη καθαρής βίας. Γιατί, σ’ αυτές, μόνο η μυθική βία, όχι η θεϊκή, μπορεί να αναγνωρισθεί σαν τέτοια με βεβαιότητα, εκτός αν πρόκειται για ιδιόμορφες ενέργειες, επειδή η εξιλαστήρια δύναμη της βίας είναι αόρατη στους άνθρωπους. [...] Η θεϊκή βία μπορεί να εκδηλωθεί μέσα σ’ ένα αληθινό πόλεμο, όπως και μέσα στη θεϊκή κρίση του όχλου για έναν εγκληματία. [...] Η θεϊκή βία, η οποία αποτελεί το σημάδι και τη σφραγίδα, αλλά ποτέ το μέσο, της θεϊκής αποστολής, μπορεί επίσης να ονομασθεί και ‘υπέρτατη βία.’

Εξουσία, βία και Αριστερά

“Η λέξη [μεταμοντερνισμός] ... είναι μια λέξη που χρησιμοποιείται πλέον καταχρηστικά, για να μην πω, όλως ευθέως, υβριστικά, για να αποπέμψει, χωρίς καν δεύτερη κουβέντα, κάθε σκέψη που επιχειρεί να αμφισβητήσει τη βασιλική ιερότητα των δεδομένων. ... [Έ]χουν κολλήσει πάνω [της] ένα σωρό ανακριβείς και ανόητες γενικεύσεις, όπως, ... στην Ελλάδα τουλάχιστον, την απαξίωση και της πολιτικής, συγκεκριμένα δε (καθότι εξ «αριστερών» τα βέλη) της πολιτικής της Αριστεράς.”
Στάθης Γουργουρής, Στοχάζεται η Λογοτεχνία; (Αθήνα: Εκδόσεις Νεφέλη, 2006), σελ. 15-6.

Λίγο-πολύ, αυτό που καταγγέλλει ο Στάθης Γουργουρής, γράφηκε σε ένα άρθρο στα Ενθέματα της Αυγής της 14/12/2008, όπου, με αφορμή τις εκρήξεις βίας των τελευταίων εβδομάδων, ο Κώστας Σταμάτης καλούσε την Αριστερά να αντιπαρατεθεί στο “μπάχαλο” της “ανορθολογικής, μεταμοντέρνας μεταφυσικής περί της Εξουσίας.” Κι ο λόγος; Η αντίληψη για την εξουσία, που “εκκρίνεται από κάθε πόρο του κοινωνικού σώματος” και διαποτίζει τα πάντα αδιαχωρίστως. Γι’ αυτό, αφού τη βλέπουν πανταχού παρούσα, οι αντι-εξουσιαστές (με την κυριολεκτική έννοια, δηλαδή, όσοι αντιτίθενται στην εξουσία) αντιστέκονται με τη “σωματικότητά τους,” σπάζουν και καταστρέφουν αδιακρίτως τα πάντα, από “τράπεζες και καταστήματα [ως] σχολεία, πανεπιστήμια και κοινόχρηστα πράγματα.” Σαν υπόθεση εμπειρικής έρευνας, το σενάριο αυτό δεν είναι άσχημο. Το πρόβλημα βρίσκεται αλλού – να, για παράδειγμα, τρία ερωτήματα που αξίζει να μας προβληματίσουν:
  1. Είναι αυτή άποψη της “μεταμοντέρνας μεταφυσικής”;
  2. Τίνων ακριβώς άποψη είναι (εννοείται, πέρα του συγγραφέα του εν λόγω άρθρου);
  3. Στο όνομα ποιας ορθολογικότητας ή ποιας μεταφυσικής μπορεί η Αριστερά να αγωνίζεται ή να οραματίζεται;
Απαντώ κατηγορηματικά στο πρώτο ερώτημα: όχι, αυτός δεν είναι μεταμοντερνισμός, αν το τελευταίο σημαίνει κάτι. Και στη βάση τόσο γενικόλογων αφορισμών –χωρίς συγκεκριμένες παραπομπές– τι να πω για το δεύτερο; Επειδή όμως, κάποτε, παρόμοιες αντιλήψεις φαίνεται να αποδίδονται αβίαστα στον γάλλο φιλόσοφο Μισέλ Φουκώ –που ωστόσο μόνο καταχρηστικά θα μπορούσε να ονομασθεί μεταμοντέρνος με οποιαδήποτε έννοια– θα περιγράψω, εντελώς τηλεγραφικά, τις πραγματικές απόψεις του για την εξουσία, σαν ελάχιστη συμβολή στο διάλογο που ανοίγεται με το άρθρο του Σταμάτη.

Σ’ ένα από τα τελευταία κείμενά του, “Το Υποκείμενο και η Εξουσία” (1982), ο Φουκώ διασαφηνίζει ότι η εξουσία δεν αποτελεί κάποια ουσία ή πράγμα, αλλά είναι μια σχέση. Οπωσδήποτε, όχι ασύμμετρη ή ιεραρχική (από πάνω προς τα κάτω), αλλά σχέση που αναγνωρίζει την ατομικότητα του άλλου και του αφήνει ανοιχτές ευκαιρίες για αντίσταση. Σχέση που καθορίζεται στο επίπεδο των ατομικών δράσεων-αντιδράσεων: η εξουσία είναι η δράση που αποσκοπεί να επηρεάσει και να αλλάξει τις αντιδράσεις των άλλων, ωστόσο επιτρέποντάς τους να μπορούν οι ίδιοι να τις επιλέξουν αυτόνομα. Σχέση που προϋποθέτει ότι οι σχετιζόμενοι έχουν προθέσεις και στόχους, ανάλογα με τους οποίους υπολογίζουν τις δράσεις και τις αντιδράσεις τους, αλλά στο τελικό αποτέλεσμα μετρούν οι συνολικές συνέπειες που έχουν οι δράσεις στις αντιδράσεις.

Με την έννοια αυτή, η εξουσία υποτάσσει την ατομική ελευθερία και βούληση μέσα σε μια εξω-ατομική, συλλογική –ή, καλύτερα, συναθροιστική– δυναμική. Ωστόσο, το αποτέλεσμα της εξουσίας, προφανώς, δεν είναι κανένας δημοκρατικός καταμερισμός, ο οποίος υπόκειται στη λογική κάποιων αρχών ή αξιών ανεξάρτητων από τη βούληση ή τις προδιαθέσεις των σχετιζόμενων. Όμως, η ελευθερία πρέπει να προϋπάρχει, για να μπορεί να ασκηθεί η εξουσία, γιατί, όπως έλεγε ο Φουκώ, χωρίς την ανυπακοή, η εξουσία αναγάγεται σ’ έναν αιτιοκρατικό, φυσικό προσδιορισμό. Από την άλλη μεριά, η εξουσία δεν είναι σχέση κάθετου ή αμετάκλητου ανταγωνισμού, αλλά ζήτημα κυβερνητικότητας (governmentality) των δράσεων που ενώνουν ή διαχωρίζουν τους σχετιζόμενους.

Παρόμοια, κι η πραγματική βία είναι μια σχέση εξουσίας –ή, καλύτερα, σχέση εξάσκησης δύναμης– με τη διαφορά όμως ότι τώρα η δράση της δύναμης στοχεύει στο σώμα ή στα περιβάλλοντα πράγματα, έχοντας αποκλειστικό σκοπό την εξάντληση κάθε δυνατότητας για ενεργητική αντίδραση. Επομένως, για τον Φουκώ, η εξουσία δεν είναι κάτι που εκκρίνεται ή διαχέεται, αλλά μια σχέση στην οποία όλοι (ή όλα, διαμεσολαβητικά) μπορούν να μπουν, στο βαθμό που είναι αλληλο-συνδεδεμένες οι δράσεις κι αντιδράσεις τους. Κι η βία, δεν μετριέται από τις φαινομενικές καταστροφές, αλλά από την αποτελεσματικότητα της επιβολής της παθητικότητας: γι’ αυτό, δεν έχει νόημα, η εξίσωση της βίας των αναρχικών με τη βία της κρατικής καταστολής.

Επιπλέον, αν είναι έτσι –για να απαντήσω το τρίτο ερώτημα– η Αριστερά (σε όλα τα επίπεδα) σαν πολιτικός συνασπισμός που σχετίζεται με άλλα υποκείμενα, είτε συνεργατικά ή ανταγωνιστικά, δεν μπορεί παρά να σέβεται την αυτονομία των συμμάχων και να τολμά τη σύγκρουση με τους αντίπαλους. Κι αυτό δεν αποτελεί καμιά μορφή σχετικισμού –είναι καιρός κάποιοι να καταλάβουν τη διαφορά σχέσης-σχετικού. Αλλά είναι η στρατηγική της αξιοποίησης των δυνατοτήτων με ο,τιδήποτε τη συνδέει και της ηγεμονικής υπέρβασης των ορίων με ο,τιδήποτε την περιορίζει.

Σ’ οποιαδήποτε περίπτωση, θα ήταν σφάλμα η Αριστερά να αποσυνδεθεί από την πολλαπλότητα, την ποικιλότητα, την πολυσημία του “πλήθους,” των αγώνων των αυθόρμητων κινητοποιήσεων και των κοινωνικών κινημάτων. Ηθική είναι η στάση της δέσμευσης και της πιστότητας στην αλήθεια των συμβάντων (Μπαντιού) μέσα σε σχέσεις, στις οποίες εμπλέκονται μια σειρά από ενδεχομενικούς, απρόβλεπτους, ανεξέλεγκτους κι απρογραμμάτιστους παράγοντες κι αποτυπώνονται οι πηγαίες συλλογικές δράσεις. Κι είναι η ίδια η ευρηματικότητα του γενικού νου (με τη Μαρξιστική έννοια) που κάνει το “ξεδιάλεγμα” της σχεσιακής πολυμορφίας. Ούτε η καρικατούρα της πεφωτισμένης ορθολογικής ουσιοκρατίας, ούτε το αποδιοπομπαίο σκιάχτρο του πλασματικού μεταμοντερνισμού.

To μέλλον του αναρχοσυνδικαλισμού

Το παρακάτω κείμενο είναι από το βιβλιαράκι "Εξουσία και άρνηση" των εκδόσεων για μια ελευθεριακή κουλτούρα, και αποτελεί μια σύντομη περίληψη εισηγήσηs που έγινε σε διεθνή αναρχική συνδιάσκεψη στη βενετία το 1984.



Tα τελευταία 50 χρόνια ο αναρχοσυνδικαλισμόs αποτελεί πεδίο ιδεολογικών αναφορών για ένα ευρύ φάσμα του ελευθεριακού κινήματοs. Σαν μια πρωτοποριακή ιδέα που κατευθύνει και εκμεταλλεύεται την ενεργητικότητα χιλιάδων αγωνιστών (οι οποίοι παλεύουν είτε γι αυτόν, είτε στο όνομα του), ο αναρχοσυνδικαλισμόs βρίσκεται στην επώδυνη θέση, ναι μεν να συνδέεται με ευρύτερα κοινωνικά κινήματα με αυθόρμητο "αναρχοσυνδικαλιστικό" χαρακτήρα αλλα από την άλλη να μην μπορεί σαν πρόγραμμα και ιδεολογική αναφορά, να ασκήσει μια ουσιαστική πίεση στουs σημερινούs κοινωνικούs αγώνεs, να αναβιώσει δηλαδή κινήματα ανάλογα με εκείνα που τον δημιούργησαν.

Μια προσεκτική μελέτη για την αναγκαιότητα του αναρχοσυνδικαλισμού στην αναθεώρηση του κριτικού αναρχισμού, μπορεί να βοηθήσει στην κατανόηση των λόγων τηs ανικανότηταs εκείνων που υποστηρίζουν ότι είναι αναρχοσυνδικαλιστέs, και πιθανά να τουs βοηθήσει να διορθώσουν τα λάθη τουs. Aντίθετα με όσουs στουs μικρούs κύκλουs των ακτιβιστών, θέλουν μόνο να κρατήσουν τη σημαία, ο αναρχοσυνδικαλισμόs αρχικά δεν ήταν ένα ιδεολογικό σχέδιο, ένα πρόγραμμα, ή ακόμα και ένα όραμα, μια θεωρία ικανή να καθοδηγήσει τουs κοινωνικούs αγώνεs. Πέρα από αυτήν την ιδεαλιστική εικόνα-αναμφίβολα αναγκαία σε αυτούs τουs αγωνιστέs που υπάρχουν μόνο για την "ιδέα"- ο αναρχοσυνδικαλισμόs μπορεί να κατανοηθεί καλύτερα κάτω από μια ματεριαλιστική οπτική, σαν ένα πρακτικό και πολυσύνθετο κίνημα κοινωνικών δυνάμεων με πολύ διαφορετικά ενδιαφέροντα και τρόπο ζωήs, που αναπτύσσονται με τέτοιο τρόπο ώστε να γεννηθεί μια κοινωνική λογική μη εξουσίαs, αντιεξουσίαs, πραγματική και συγκεκριμένη εναλλακτική πρόταση απέναντι στην υπάρχουσα τάξη πραγμάτων.

Η γέννηση και η ανάπτυξη αυτού του ουσιαστικού κινήματοs τηs εργατικήs τάξηs, δεν επιτρέπει να καθοριστεί η παρούσα και η μελλοντική εξέλιξη του. Σε αυτή τη δυναμική, οι μαχητικέs ομάδεs που υσχυρίζονται ότι ανήκουν σε αυτό το κίνημα, έχουν να παίξουν ένα σημαντικό ρόλο, καθώs αποτελούν μέροs τηs κληρονομιάs μιαs παλιότερηs εμπειρίαs, που η εξουσιαστική τάξη προσπαθεί συστηματικά να σβήσει από τη συλλογική μνήμη. Μέσα από τη θεωρητική επεξεργασία, όπωs επίσηs και μέσα από την ατομική και συλλογική εμπειρία εκέινων που έκαναν πράξη όλα αυτά, ο αναρχοσυνδικαλισμόs δίνει την δυνατότητα επανακάλυψηs αυτήs τηs θεωρίαs και πρακτικήs για την οποία μιλούσε ο Προυντόν, χωρίs να έχει την πείρα 150 χρόνων αντιαυταρχικών αγώνων. Ταυτόχρονα θα μαs βοηθήσει να μην αποτύχουμε να παίξουμε το ρόλο μαs στουs τωρινούs και μελλοντικούs αγώνεs.

Eπίσηs είναι απαραίτητο αυτή η συσσώρευση και συντήρηση των κινημάτων του παρελθόντοs, να μην μεταμορφωθεί σε μια απατηλή και άκαμπτη ιδεολογία, σε μια ορθοδοξία που είναι πιο αιρετική από όσο επιθυμεί, αλλά να συνδεθεί με τουs αγώνεs και την πραγματικότητα των κοινωνικών αντιθέσεων.

Daniel Colson (Λυών, Γαλλία) κοινωνιολόγοs