Η οικοδόμηση της νέας, της αταξικής κοινωνίας, του κομμουνισμού, δεν αποτελεί απλώς και μόνο μία μετάβαση από κάποιο σχηματισμό σε κάποιον άλλο, αλλά συνιστά την εμφάνιση και την διαμόρφωση ενός ριζικά νέου τύπου κοινωνικής ανάπτυξης. Πρόκειται για μία κοσμοϊστορική αλλαγή, η οποία, ως προς το βάθος, την κλίμακα και τις προοπτικές της υπερβαίνει ακόμα και την μετάβαση της αρχαιότητας από την προ-ταξική στην ταξική κοινωνία. Πρόκειται για μία άρνηση-διαλεκτική άρση, τόσο των ταξικών ανταγωνιστικών τύπων ανάπτυξης της κοινωνίας, όσο και των πριν από αυτούς βαθμίδων, δηλ. ολόκληρης της μέχρι τώρα ιστορίας της ανθρωπότητας και των προϋποθέσεων της. Η επισήμανση αυτή θα πρέπει να υπολογίζεται όταν διατυπώνονται διάφορες εικασίες και εκτιμήσεις σχετικά με τους ρυθμούς οικοδόμησης της νέας κοινωνίας, με τις δυσκολίες που προκύπτουν κ.λ.π. Η επισήμανση αυτή αφορά επίσης τις δυσκολίες, την αντιφατικότητα και τον ιδιαίτερα περίπλοκο χαρακτήρα των σχετικών θεωρητικών προσεγγίσεων..."

Δ. Πατέλη, Μ. Δαφέρμου, Π. Παυλίδη
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΕΚ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΕΚ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

12/25/2007

Εκμετάλλευση, κοινωνικός αποκλεισμός, χειραφέτηση


Εισήγηση στο Συνέδριο Κοινωνία και Ψυχική Υγεία που οργάνωσε το Τμήμα Ψυχολογίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
στις 20 και 21 Οκτωβρίου 2007

1. Ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από τις πόλεις, τις γιγαντουπόλεις, τις Μητροπόλεις του 21ου αιώνα, μπροστά στα τείχη τους, ανάμεσα στα τείχη τους, μέσα από τα τείχη τους, στους δρόμους, τις πλατείες, κάτω από τις γέφυρες, σε γκέττο, άσυλα, φυλακές, σε ορατούς και αόρατους τόπους εγκλεισμού: το φάντασμα των αποκλεισμένων.
Ο Jacques Derrida μας υπενθύμισε ότι τα φαντάσματα κατοικούν ακριβώς στη μεθόριο ζωής και θανάτου.1 Οι αποκλεισμένοι, υπάρξεις χωρίς τους όρους της ύπαρξής τους, κινούνται στο όριο , μια να εμφανίζονται και μια να εξαφανίζονται, μια μέσα και μια έξω από την εργασία, μέσα κι έξω από το σύνορο της ζωής, μέσα κι έξω από την Πόλη, εκτός τόπου αλλά εντός του κόσμου, εκτός χρόνου αλλά εντός της εποχής μας, μιας εποχής όπου ο χρόνος είναι, όπως στον Άμλετ, out of joint2, εξ-αρθρωμένος.
Καθώς «ο πλούτος των κοινωνιών όπου κυριαρχεί ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής εμφανίζεται σαν ένας τεράστιος σωρός από εμπορεύματα»3, πλάι στο σωρό αυτό υψώνεται διαρκώς κι ένας άλλος σωρός, εκείνος των υπάρξεων χωρίς όρους ύπαρξης.
Η παγκοσμιοποίηση του κεφαλαίου έφερε και την παγκοσμιοποίηση της εξαθλίωσης, του παουπερισμού, του κοινωνικού αποκλεισμού: από τις favelas του Rio και του Sao Paulo, τις villas του Buenos Aires, τις νοτιοαφρικανικές παραγκουπόλεις, τα γκέττο της Γάζας και της Δυτικής Όχθης ως το South Central του Los Angeles και την ζοφερή banlieue των αποκλεισμένων του ‘93’ στη πόρτα του Παρισιού. Η εξέγερση στο Λος Άντζελες το 1992 και πρόσφατα, το 2005, στα προάστια του Παρισιού κι άλλων ευρωπαϊκών μεγαλουπόλεων έδειξαν ότι οι αποκλεισμένοι μπορούν να φύγουν από την ζώνη των φαντασμάτων και να εισβάλλουν αιφνιδιαστικά στην αρένα της Ιστορίας.
Κανένας δεν μπορεί να ξεχάσει ούτε τον φόβο των «εντός των τειχών» το 2005 ούτε τους πραίτορες του δεξιού Σαρκοζύ αλλά ούτε και την αμηχανία και την αδράνεια των υποτιθέμενων ριζοσπαστών και «κοινωνικά ευαίσθητων» αριστερών. Ο φόβος κι η αμηχανία συνεχίζονται μέχρι σήμερα, μαζί κι οι συζητήσεις για την φύση( ταξική-κοινωνική ή εθνοτική-φυλετική;) αυτών των εξεγέρσεων, την αποτυχία της κρατικής-κυβερνητικής πολιτικής «ένταξης» των αποκλεισμένων, το αδιέξοδο και την «παρεκκλίνουσα» συμπεριφορά της νέας γενιάς, την ογκούμενη απειλή από τις νέες «classes dangereuses» των αποκλεισμένων.
Μα ποιοι είναι οι «αποκλεισμένοι»; Αποτελούν μια νέα τάξη και μάλιστα «επικίνδυνη»; Είναι υπερταξική ή διαταξική κοινωνική ομάδα; Και μπορούν οι απόβλητοι, τα κοινωνικά απορρίμματα, τα από-κείμενα(ab-jects) να γίνουν υποκείμενα ( subjects) ιστορικής δράσης;

2. Τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα, η έννοια του κοινωνικού αποκλεισμού προβλήθηκε από ορισμένα κοινωνιολογικά ρεύματα, τόσο σαν ερμηνευτικό εργαλείο των φαινομένων μαζικής ανεργίας και περιθωριοποίησης που δημιουργούσε στην εξάπλωσή της η χρηματιστηριακή παγκοσμιοποίηση, όσο και στη χάραξη πολιτικής, ιδιαίτερα στα πλαίσια προγραμμάτων διαχείρισης κοινωνικών προβλημάτων κατά την διαδικασία της ευρωπαϊκής καπιταλιστικής ολοκλήρωσης. Σ’ αυτή την χρήση της η έννοια του κοινωνικού αποκλεισμού υπηρετούσε την ατομοκεντρική σκοπιά του νεοφιλελευθερισμού διακρίνοντας όχι ταξικές διαχωριστικές γραμμές αλλά άτομα που τα «καταφέρνουν» ή που δεν καταφέρνουν να ενταχθούν στην υπάρχουσα τάξη πραγμάτων. Στην mainstream αυτή αντίληψη προσαρμόζονταν κι η άλλοτε αριστερή κριτική. Ο κοινωνικός αποκλεισμός έρχονταν να αντικαταστήσει την έννοια της κοινωνικής εκμετάλλευσης κι ο στόχος της «επανένταξης» την στρατηγική της κοινωνικής χειραφέτησης. Η εκμετάλλευση εξαφανίζονταν μαζί με το τέλος της ίδιας της εργασίας- ένα μύθο που στηρίζονταν στον φετιχισμό των νέων τεχνολογιών. Η ίδια η παγκοσμιοποίηση του υπέρτατου φετίχ, του πλασματικού κεφαλαίου, του οποίου η αλματώδης αύξηση και κυριαρχία σε πλανητική κλίμακα φαίνονταν να παρακάμπτει την υλική παραγωγή, την κοινωνική εργασία, έδινε την βάση της όλης ιδεολογικής κατασκευής.
Από την άλλη μεριά, στον χώρο της Αριστεράς, όσοι δεν προσχωρούσαν στην «ενιαία σκέψη», αντιμετώπιζαν τα νέα φαινόμενα με σχηματική αντίληψη και στατικές φόρμουλες αποκομμένες από την ιστορική δυναμική. Έτσι εκεί που οι μεν εξαφανίζουν την εκμετάλλευση αντικαθιστώντας την με τον αποκλεισμό, οι δε εξαφανίζουν τον αποκλεισμό συγχωνεύοντάς τον με την εκμετάλλευση. Σε κάθε περίπτωση διαλύεται σε μια γενική αφαίρεση η ιδιαιτερότητα της κάθε κατηγορίας, μαζί και η ιδιαιτερότητα της μεταξύ τους σχέσης μέσα στα συγκεκριμένα ιστορικά συμφραζόμενα..
Ο αυξανόμενος πληθυσμός των χρονίων ανέργων, η διευρυνόμενη κοινωνική περιθωριοποίηση, η επισφαλής, «ελαστική» ή «μαύρη» εργασία, τα νέα γκέττο, τα νέα αλλεπάλληλα κύματα μαζικής μετανάστευσης από το Νότο και την Ανατολή, η εμφάνιση ενός Τρίτου Κόσμου μέσα στον Πρώτο Κόσμο, η αποτυχία της απο -ασυλοποίησης, η έξαρση των τοξικοεξαρτήσεων, το καθεστώς καταστολής και προπαντός η κατάσταση έκτακτης ανάγκης που κηρύσσει κατά κανόνα κι όχι κατ’ εξαίρεση, η κρατική εξουσία για να ελέγξει τον χώρο των αποκλεισμένων και που επεκτείνεται σε όλη την κοινωνία θέτουν νέα απαιτητικά ερωτήματα.
Κι όμως οι απαντήσεις από εκεί που θα περίμενε κανείς την ριζοσπαστική κοινωνική κριτική εξαντλείται σε κοινοτοπίες. Ο κοινωνικός αποκλεισμός, όταν δεν ερμηνεύεται με τα επικρατούντα αστικά σχήματα, παραπέμπεται, συνήθως, στην καλλίτερη περίπτωση σε μια αόριστη και περιοριστική αναφορά στον «εφεδρικό στρατό των ανέργων» και συνηθέστερα στην βολική ταμπέλα του «Lumpenproletariat».
Η χρεοκοπία αυτής της αντίληψης φάνηκε ανάγλυφα το 2001 όταν κινητήρια δύναμη και μοχλός της λαϊκής εξέγερσης στην Αργεντινή ήταν το κίνημα των χρονίων ανέργων πικετέρος που κατά τους κοινωνιολογούντες και τους δογματικούς δεν ήταν άλλο από declassés κουρελοπρολετάριοι.4 Μα πώς να θεωρήσεις κοινωνικό κονιορτό την μάζα των εξαθλιωμένων αστέγων του Σάο Πάολο που ξεκινώντας από τις φαβέλες καταλαμβάνουν αστικό χώρο κι αμφισβητούν όχι μόνο την ατομική ιδιοκτησία αλλά και το αστυνομικό κράτος και την κεντροαριστερή κυβέρνηση του Λούλα ονομάζοντας τα οικοδομικά τετράγωνα που κατέλαβαν «συνοικία Carlos Marighela»; Πώς η σκόνη, το απόρριμμα, το απο-κείμενο μεταμορφώνεται και ζωντανεύει σαν άλλο Γκόλεμ και γίνεται πολιτική υποκειμενικότητα πάλης για χειραφέτηση;
Οι αποκλεισμένοι του τέλους του 20ου και των αρχών του 21ου αιώνα, είναι κάτι άλλο από τον κοινωνικό πολτό που ανέβασε στην εξουσία τον Λουδοβίκο Βοναπάρτη. Είναι εγγύτερα στον πρώτο ορισμό που έδωσε το 1844 ο Μαρξ όταν έγραφε ότι το προλεταριάτο είναι η «ολική απώλεια του ανθρώπου» και η «διάλυση αυτής της κοινωνίας πραγματωμένη σε μια επί μέρους τάξη»5.

3. Εγγύτητα δεν σημαίνει σύμπτωση, ταύτιση. Για την αποσαφήνιση της διάκρισης και της σχέσης ανάμεσα σε προλετάριο και αποκλεισμένο, ανάμεσα σε καπιταλιστική εκμετάλλευση και κοινωνικό αποκλεισμό, πολύτιμες είναι η κατεύθυνση και η μέθοδος με την οποία την χάραξε ο Μαρξ, ιδιαίτερα στις σελίδες των Grundrisse που αφιερώνονται στην ανάλυση της σχέσης κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής και παουπερισμού, πληθυσμού και υπερπληθυσμού6 . Εδώ γίνεται σαφές ότι κάθε τρόπος παραγωγής συνδέεται και με τις δικές του μορφές αποκλεισμού, μια σύνδεση εντελώς διαφορετική στον καπιταλισμό, για την ακρίβεια αντίθετη με εκείνη που χαρακτηρίζει τους προκαπιταλιστικούς κοινωνικοοικονομικούς σχηματισμούς. «Μόνο στον τρόπο παραγωγής που βασίζεται στο κεφάλαιο ο παουπερισμός εμφανίζεται σαν το αποτέλεσμα της ίδιας της εργασίας, το αποτέλεσμα της παραγωγικής δύναμης της εργασίας»7, της ανάπτυξης κι όχι της ανεπάρκειάς της.
Στα Grundrisse, το Χειρόγραφο του 1857-58 που αποτελεί και την πρώτη γραφή του Κεφαλαίου, ο ώριμος πλέον Μαρξ βαθαίνει κι εκλεπτύνει την αντίληψη του περί προλεταριάτου, μετά την πρώτη ανακάλυψη του το 1844. Την στηρίζει, μέσα από την κριτική του της πολιτικής οικονομίας και την υπέρβαση των ορίων της, στην διάκριση και τον διχασμό ανάμεσα στην ζωντανή εργατική δύναμη του «ελεύθερου» εργάτη, την οποία ο τελευταίος πουλάει για ένα μισθό, και την ζωντανή εργασία του για το κεφάλαιο που περιλαμβάνει και την απλήρωτη υπερεργασία του, το υπερπροϊόν της οποίας αποσπά ο κεφαλαιοκράτης με την ειδική μορφή της υπεραξίας, απ’ όπου και το κέρδος του.
Η υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο, η απόσπαση υπεραξίας δηλαδή ο ιδιαίτερος στον καπιταλισμό τρόπο εκμετάλλευσης, προϋποθέτει τον αποκλεισμό του άμεσου παραγωγού από τους όρους παραγωγής των υλικών όρων της ζωής. Με άλλα λόγια, όρος ύπαρξης του κεφαλαίου είναι η ύπαρξη του ελεύθερου εργάτη που η ζωντανή εργατική του δύναμη είναι αποκλεισμένη από τους όρους αναπαραγωγής της ύπαρξής της.8 Από αυτή την άποψη, «η ίδια η έννοια του ελεύθερου εργάτη ήδη συνεπάγεται ότι είναι ένας pauper: ένας δυνητικός pauper. Σύμφωνα με τις οικονομικές του συνθήκες είναι απλώς ζωντανή ικανότητα εργασίας και συνεπώς φορέας των αναγκών της ζωής»9. Ο pauper, ο εξαθλιωμένος, ο απόκληρος, ο αποκλεισμένος από τους όρους αναπαραγωγής της ζωής έχει αναχθεί σε απογυμνωμένο από τα πάντα φορέα των αναγκών της ζωής. Δεν βρισκόμαστε μακριά από την «γυμνή ζωή», την vita nuda του Homo Sacer του Giorgio Agamben10, με κλασσική μορφή τον έγκλειστο στο Lager ή το άσυλο.
Εύκολα βέβαια κανείς ξεχωρίζει τους Εβραίους του Άουσβιτς από τους εργάτες της Φίατ ή των Ναυπηγείων Σκαραμαγκά. Υπάρχει ορατή διαφορά ανάμεσα στον αποκλεισμένο, με την έκθετη στη θανάσιμη βία ζωή του και τον προλετάριο, τον απογυμνωμένο φορέα των αναγκών της ζωής. Εκείνο, όμως, που είναι αόρατο στην εμπειρική ματιά είναι ότι ο προλετάριος δεν είναι προλετάριος αν δεν είναι αποκλεισμένος από τους όρους αναπαραγωγής της ύπαρξής του, αν δεν είναι δυνητικά pauper, εν δυνάμει αποκλεισμένος από την κοινωνική τάξη πραγμάτων.
Ο προλετάριος είναι ο εν δυνάμει αποκλεισμένος κι ο εν ενεργεία αποκλεισμένος είναι δυνητική στιγμή και όρος δυνατότητας του προλετάριου. Η διαλεκτική που τους ενώνει βρίσκεται στο θεμελιακό επίπεδο της οντολογικής υποβάθμισης του άμεσου παραγωγού σε ύπαρξη χωρίς όρους ύπαρξης, σε ζωντανή εργατική δύναμη, σε δυνατότητα χωρισμένη από την ενεργό πραγματικότητά της, την εργασία.
Δεν είναι μόνον η υπερεργασία του ελεύθερου εργάτη που απομυζάται από το κεφάλαιο. Είναι και η αναγκαία για την επιβίωσή του εργασία, η οποία γίνεται αναγκαία μόνον κι εφόσον αξιοποιεί το κεφάλαιο. Πραγματική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο σημαίνει την πλήρη υπαγωγή των αναγκών της ζωής στην αξιοποίηση του κεφαλαίου. Η τάση του κεφαλαίου να αυξάνει τον χρόνο υπερεργασίας σε σχέση με τον χρόνο αναγκαίας εργασίας, εισάγοντας πιο μοντέρνα τεχνολογία κι απομυζώντας έτσι μεγαλύτερο ποσό σχετικής υπεραξίας ισοδυναμεί με αύξηση του υπερπληθυσμού, την εκτόπιση από τον παραγωγικό ιστό του πληθυσμού που «περισσεύει»για τις ανάγκες της διευρυμένης αναπαραγωγής του κεφαλαίου. Με άλλα λόγια, όπως το επισημαίνουν και τα Grundrisse11 το κεφάλαιο τείνει διαρκώς να θέτει τον κοινωνικό αποκλεισμό σαν όρο της κερδοφορίας του αλλά, συνάμα, τείνει και να τον υπερβεί, ανάλογα με τις ανάγκες της αξιοποίησης του.
Αυτή είναι η υλική βάση της λογικής της «επανένταξης» στο υπάρχον σύστημα σε αντίθεση με την λογική της χειραφέτησης από αυτό. Η τελευταία δεν ζητά απλώς την επιστροφή στην θέση του ελεύθερου εργάτη και δυνητικά αποκλεισμένου ούτε να περιορίσει την αναγκαία εργασία ή να διεκδικήσει ένα κομμάτι από το πλεόνασμα της υπερεργασίας που απομυζάται αλλά, όπως γράφουν τα Grundrisse « να υπερβεί την ίδια την σχέση [ την διαίρεση σε αναγκαία εργασία και υπερεργασία, σε αναγκαίο προϊόν και πλεόνασμα] έτσι ώστε το ίδιο το ΠΛΕΟΝΑΣΜΑ να εμφανίζεται αναγκαίο κι η υλική παραγωγή να αφήνει στο κάθε άτομο πλεόνασμα χρόνου για άλλες δραστηριότητες. Δεν υπάρχει πια τίποτα το μυστικιστικό σχετικά μ’ αυτό.»12

4. Ήδη από το 1853, σε ένα δημοσιογραφικό του άρθρο πάνω στην αναγκαστική μετανάστευση13- θέμα όσο ποτέ επίκαιρο και στις μέρες μας- ο Μαρξ ανιχνεύει της σχέση της καπιταλιστικής ανάπτυξης με τον παουπερισμό και τον κοινωνικό αποκλεισμό, εγκαινιάζοντας μια ανάλυση που θα την προχωρήσει σε βάθος στα Grundrisse κι ενσωματώνοντας την όλη προβληματική της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και του αποκλεισμού στο μέγα θεωρητικό εργοτάξιο του magnum opus, του Κεφαλαίου.
Και στο κείμενο του 1853 γίνεται η καίρια παρατήρηση για την διάκριση ανάμεσα στον τρόπο αποκλεισμού από τους όρους της αναπαραγωγής της υλικής ζωής στον καπιταλισμό και στους προκαπιταλιστικούς σχηματισμούς. Ενώ στους τελευταίους ο αποκλεισμός ήταν αποτέλεσμα της πίεσης του πληθυσμού πάνω στο χαμηλό επίπεδο των παραγωγικών δυνάμεων, στον καπιταλισμό ο αποκλεισμός, η αδυναμία να ζήσεις δουλεύοντας κι η εξαθλίωση είναι το αποτέλεσμα της πίεσης της αναπτυσσόμενης παραγωγικής δύναμης της εργασίας πάνω στον πληθυσμό.14. Ενώ η Völkerwanderung, η Μεγάλη Περιπλάνηση των νομαδικών λαών ωθούνταν από την ανάγκη επιβίωσης με την μετακίνηση πέρα από την στενή παραγωγική βάση των μέσων αυτοσυντήρησης, είναι η ραγδαία ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων στον καπιταλισμό που διέλυε παρωχημένες δομές κι ωθούσε στην αναγκαστική μετανάστευση π.χ. από την Ιρλανδία ή τα Highlands της Σκωτίας στα μεγάλα βιομηχανικά κέντρα συσσώρευσης του κεφαλαίου. Ήταν η δυναμική της συσσώρευσης που διέλυε παραδοσιακούς δεσμούς, άφηνε τα άτομα αποκλεισμένα από τους όρους επιβίωσης και τα ωθούσε να σπάσουν τον κοινωνικό αποκλεισμό εντασσόμενα αναγκαστικά στο Inferno της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης.
Στα τέλη του 20ου και τις αρχές του 21ου αιώνα συντελούνται πάλι γιγάντιες μετακινήσεις εκατομμυρίων νέων Νομάδων, μια αληθινή Völkerwanderung της όψιμης παγκοσμιοποίησης του κεφαλαίου –αλλά με εντελώς διαφορετικούς ιστορικούς όρους. Κινητήρια δύναμη των μεταναστευτικών κυμάτων δεν είναι ούτε η πίεση του πληθυσμού πάνω σε μια στενή προκαπιταλιστική παραγωγική βάση ούτε η ραγδαία ανάπτυξη του βιομηχανικού-παραγωγικού κεφαλαίου στις Μητροπόλεις, όπως στην εποχή της ιστορικής ανόδου του καπιταλισμού της Δύσης. Τώρα, στην εποχή της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης και παρακμής, κινητήρια δύναμη γίνεται η αναμφισβήτητη κυριαρχία και πλανητική εξάπλωση του αχαλίνωτου πλέον χρηματιστικού –πλασματικού κεφαλαίου.
Η χρηματιστηριακή παγκοσμιοποίηση των τελευταίων δεκαετιών δεν έχει απελευθερωθεί από την βιομηχανική –παραγωγική βάση για να πετάξει ανεμπόδιστη στους αιθέρες της κερδοσκοπίας, όπως εμφανίζεται στην φετιχιστική αντιστροφή της πραγματικότητας. Αντίθετα, είναι το όριο στο οποίο προσέκρουσαν οι αντιφάσεις αυτής της βάσης, είναι η κρίση υπερπαραγωγής κεφαλαίου στην οποία κατέληξε η 30χρονη μεταπολεμική επέκταση αυτή που ώθησε να βρεθεί διέξοδος με την απελευθέρωση της κίνησης του κεφαλαίου στις διεθνείς χρηματιστικές αγορές.
Οι συνέπειες αυτής της χρηματιστικής επέκτασης άλλαξαν την μορφή του πλανήτη. Στην περιφέρεια διαλύθηκαν παραδοσιακές δομές και άνοιξε το βάραθρο των ανισοτήτων, ενώ πανίσχυρες κεντρομόλες δυνάμεις ανάγκασαν εκατομμύρια αποκλήρων να μετακινηθούν προς τις Μητροπόλεις. Η απελευθέρωση, όμως, στην κίνηση των κεφαλαίων και των εμπορευμάτων συνοδεύτηκε με την όρθωση νέων φραγμών και θεόρατων τειχών στη μετακίνηση εργατών. Φαινόμενα της αυγής του καπιταλισμού, μια άγρια “accumulation by dispossession”, μια συσσώρευση μέσω της απαλλοτρίωσης, όπως την ονόμασε ο David Harvey15, και που όντως θυμίζει την εποχή της πρωταρχικής συσσώρευσης, μαζί με μορφές αποκλεισμού, πειθάρχησης, επιτήρησης και τιμωρίας των αποκλεισμένων, γκεττοποίησης, υποκίνησης και χρήσης του ρατσισμού σαν βιοπολιτικής τεχνολογίας της εξουσίας συνδυάζονται με όλες της δυνατότητες της αλματώδους τεχνολογικής ανάπτυξης και της πλανητικής επικοινωνίας αλλά και με την παρακμιακή δυστοπία.
Μάζες των απόκληρων ζουν μεταξύ μετακίνησης και καθήλωσης στο χώρο, νομάδες και έγκλειστοι ταυτόχρονα που μένουν όχι στο περιθώριο αλλά στο όριο της ζωής16. Η επικράτεια της Κυριαρχίας ορίζεται δια του αποκλεισμού του Άλλου, του απόβλητου. Ο Κυρίαρχος είναι εκείνος που, όπως έλεγε κι ο ιδιαίτερα δημοφιλής στους καιρούς μας νομικός φιλόσοφος του Ναζισμού Carl Schmitt, αποφασίζει την κήρυξη της κατάσταση έκτακτης ανάγκης17, την άρση του Νόμου μέσα στα πλαίσια του Νόμου και της ισχύουσας συνταγματικής τάξης. Από την άλλη οι αποκλεισμένοι είναι εκείνοι που δεν έχουν δικαίωμα στο δικαίωμα, για να θυμηθούμε μια εύστοχη παρατήρηση του Ντερριντά 18 για τους sans papiers, τους χωρίς χαρτιά, χωρίς άδεια παραμονής διαμονής και χωρίς δυνατότητα επιστροφής μετανάστες.
Η αστική κοινωνική τάξη πραγμάτων δεν χωρίζει απλώς τους ενταγμένους/εντασσόμενους (included) από τους αποκλεισμένους(excluded). Χωρίζει συνδέοντας και συνδέει χωρίζοντας. Οι όροι στους «εντός» τίθενται εντοπίζοντας τους «εκτός». Ο αποκλεισμός δεν είναι η «παράπλευρη ζημιά» της υπαρκτής εκμετάλλευσης αλλά όρος της δυνατότητάς της.
Μέσω του αποκλεισμού και προπαντός του ελέγχου του προετοιμάζεται το κατάλληλο υλικό προς εκμετάλλευση από το κεφάλαιο- με άλλα λόγια η εργατική τάξη καθαυτή που πάση θυσία πρέπει να παρεμποδιστεί να γίνει και τάξη για τον εαυτό της.
Ο Michel Foucault στο Σεμινάριό του La Societé Punitive19 έχει ρίξει φως σ’ αυτή την διαδικασία παραγωγής της ικανότητας για καπιταλιστική παραγωγή, την γένεση και διαμόρφωση της εργατικής δύναμης, από την υποταγή του χρόνου της ύπαρξης του απόκληρου στο ρυθμό της παραγωγής έως την καθαυτό απόσπαση του αλλότριου χρόνου εργασίας με τη μορφή υπεραξίας από το κεφάλαιο. Σ’ αυτή την μετάβαση οι ίδιες οι εξουσιαστικές σχέσεις παίζουν τον ρόλο στοιχείων δόμησης των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής.20
Από αυτή την σκοπιά εάν δούμε τις αλλαγές που συντελούνται, μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι βρίσκεται σε εξέλιξη σε πλανητική κλίμακα όχι κάποια «εξαϋλωση της εργασίας» στην μεταμοντέρνα Αυτοκρατορία που βλέπει ο Antonio Negri21 αλλά μια νέα ταξική ανασύνθεση και διαστρωμάτωση του προλεταριάτου με την ανισόμετρη και συνδυασμένη εμφάνιση νέων ειδικευμένων και ανειδίκευτων στρωμάτων σε κέντρο και περιφέρεια, μαζί και στη νέα περιφέρεια στην οποία εξελίσσεται ο αχανής χώρος του πρώην «υπαρκτού σοσιαλισμού». Η εργατική τάξη όχι μόνο δεν εξαφανίστηκε αλλά η προλεταριοποίηση επεκτείνεται και σε νέα στρώματα ενώ, ας μην ξεχνάμε, νέες ισχυρές εστίες ανάπτυξης βιομηχανικού προλεταριάτου εμφανίζονται σε χώρες όπως είναι η Κίνα και η Ινδία.
Η επέκταση, όμως, της εκμετάλλευσης με καπιταλιστικούς όρους στην παρούσα, ιδιαίτερα, εποχή, δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς την ανάπτυξη νέων και παλιών μορφών αποκλεισμού.

5. Υπάρχει ένα κοντινό μας ιστορικό υπόδειγμα συνδυασμού της γένεσης του προλεταριάτου, της μοντέρνας καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και της εισαγωγής νέων μορφών αποκλεισμού σε συνθήκες παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης: μας το δίνει το Δαφνί, το εμβληματικό δημόσιο ψυχιατρικό ίδρυμα-άσυλο του ελληνικού καπιταλισμού.
Ενώ «[τ]α Ιδρύματα- κληροδοτήματα μεγαλοαστών –το Δρομοκαϊτειο(1889) και το Αιγινήτειο(1905)» γράφει η Κατερίνα Μάτσα, «είναι αλληλένδετα με την πρώτη φάση εκβιομηχάνισης και καπιταλιστικής αναμόρφωσης, από τον Τρικούπη μέχρι το Γουδί και τον Βενιζέλο[…][τ]ο Δαφνί, σαν απόπειρα συνδυασμού Ψυχιατρείου-Ασύλου συγκροτείται την περίοδο που εκτείνεται από την Μικρασιατική Καταστροφή μέχρι την μεταξική δικτατορία- μια περίοδο αλματώδους ανάπτυξης τους σύγχρονου εργατικού κινήματος, παρακμής του κοινοβουλευτισμού και εγκαθίδρυσης της πρώτης καθαρά αντικομμουνιστικής δικτατορίας στην Ελλάδα.»22
Με την βίαιη μετακίνηση του μικρασιατικού ελληνικού πληθυσμού και την πλημμυρίδα του ενάμιση εκατομμυρίου προσφύγων δημιουργήθηκαν, μέσα στην γενικευμένη εξαθλίωση, οι όροι της μετατροπής των αναρίθμητων υπάρξεων χωρίς όρους ύπαρξης σε φτηνά εργατικά χέρια, σε ζωντανή εργατική δύναμη που επέτρεψαν την απογείωση της ελληνικής βιομηχανίας, στις συνθήκες προστατευτισμού που είχε προκαλέσει το διεθνές κραχ του 1929. Ήταν τότε που στην Ελλάδα γίνεται ο Μεγάλος Εγκλεισμός που αιώνες πριν είχε προηγηθεί στη Γαλλία. Κάτω από την διεύθυνση της Αστυνομίας συλλαμβάνονται και μεταφέρονται στο νέο Δημόσιο Ψυχιατρείο- Άσυλο μαζικά όχι μόνον οι ψυχικά πάσχοντες αλλά κι όλοι οι αποκλεισμένοι που θεωρούνταν κίνδυνος για την δημόσια τάξη. Όπως λένε και τα επίσημα ντοκουμέντα: « …τοιαύτη ήτο η αφετηρία της αρχικής ιδρύσεως του Δημοσίου Ψυχιατρείου και ο σκοπός της αποστολής του, αλλά προϊόντος του χρόνου, λόγω της διαρκούς αυξήσεως του αριθμού των φρενοπαθών, των επικινδύνων εις την δημοσίαν τάξιν, των τοξικομανών κλπ. ήρχισε το ίδρυμα αυτό να προσλαμβάνει εις μεγαλυτέραν κλίμακα και φρενοπαθείς οξέως πάσχοντας, μη περιοριζόμενον πλέον εις την περισυλλογήν απλώς αλητών, επικινδύνων ή τοξικομανών κλπ.»23
Ο σχηματισμός του σύγχρονου προλεταριάτου στην Ελλάδα, η ταξική του συνειδητοποίηση και πολιτική-συνδικαλιστική οργάνωση, ο πρώτος αντικομμουνιστικός νόμος, το περιβόητο Ιδιώνυμο του 1928 κι η πρώτη αντικομμουνιστική δικτατορία το 1936 συμπίπτουν και συνδέονται με την περίοδο του Μεγάλου Εγκλεισμού των ψυχικά πασχόντων κι όλων των αποκλεισμένων που απειλούν την δημόσια τάξη κατά την Αστυνομία, το κράτος αλλά και τους τότε θεράποντες της επιστήμης. Δεν είναι τυχαία η σύμπτωση: οι όροι στους εντός καθορίζονταν με τον εγκλεισμό των εκτός. Όποιος δεν πειθαρχεί, η θέση του είναι στο Δαφνί( ή την Φολέγανδρο)! Το Δημόσιο Ψυχιατρείο ήταν το αρνητικό είδωλο του εργοστασίου κι ο προάγγελος του στρατοπέδου της Μακρονήσου.

6.
…es sind
noch Lieder zu singen jenseits
der Menschen.
…υπάρχουν
ακόμα τραγούδια για να τραγουδηθούν πέρα
από τους ανθρώπους24γράφει ο Paul Celan στην ποίησή του πέρα από το Άουσβιτς. Πέρα από στρατόπεδα συγκέντρωσης, την μισθωτή δουλεία και τους τόπους εγκλεισμού, πέρα από τον αποκλεισμό και την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, υπάρχει ακόμα το Άσμα της Χειραφέτησης.
Χωρίς την κοινωνική χειραφέτηση από την εκμετάλλευση δεν υπάρχει απελευθέρωση από τον αποκλεισμό. Αλλά και η χειραφέτηση είναι αδύνατη εάν δεν είναι καθολική: εάν δεν αναλάβει να δώσει τέλος όχι μόνο στην εκμετάλλευση αλλά και σε κάθε μορφή κοινωνικού αποκλεισμού, ανατρέποντας όλες τις σχέσεις «που κάνουν τον άνθρωπο ένα ον ταπεινωμένο, υποδουλωμένο, εγκαταλειμμένο, περιφρονημένο»25. 16-19 Οκτωβρίου 2007
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Βλ. Jacques Derrida, Spectres de Marx, Galilée 1993
2. William Shakespeare, Hamlet Πράξη Α΄ Σκηνή 5
3. Κ. Marx, Capital I, Progress Publishers-Μόσχα 1986 σ. 43
4. Βλ. Σάββα Μιχαήλ Theoretical Notes on the Margins of the Argentinean Revolution, ανακοίνωση στο Συνέδριο του περιοδικού Critique, London School of Economics Φεβρουάριος 2003
5. Karl Marx, Κριτική της Εγελιανής Φιλοσοφίας του Κράτους και του Δικαίου, μετάφραση Μπάμπη Λυκούδη, Εκδόσεις Παπαζήση 1978 σ.30
6. Karl Marx, Grundrisse, K. Marx-F. Engels Collected Works(MECW) vol. 28 Progress Publishers Μόσχα 1986 σ. 522-532
7. ό. π. π. σ. 523
8. ό. π. π. σ. 528
9. ό. π. π. σ. 522
10. Giorgio Agamben, Homo Sacer-Le Pouvoir Souverain et la Vie Nue, Seuil 1977
11. Karl Marx, Grundrisse ό. π. π. σ. 529
12. ό. π. π. σ. 531
13. Βλ. MECW Vol. 11, Progress Publishers Μόσχα 1979 σ.528-532
14. ό. π. π. σ. 531
15. David Harvey, The New Imperialism, Oxford University Press 2003
16. Βλ. Αθηνάς Αθανασίου, Η Ζωή στο Όριο, Εκκρεμές 2007
17. Carl Schmitt, La Théologie Politique, NRF- Editions Gallimard 1988 σ.15
18. Jacques Derrida, Manquements du droit à la justice βλ. Jacques Derrida, Marc Guillaume, Jean-Pierre Vincent, Marx en jeu Descartes & Cie Παρίσι 1977 σ. 77
19. Michel Foucault La Société Punitive, βλ. Ανέκδοτο χειρόγραφο στην Βιβλιοθήκη του Collège de France σ. 185. παρατίθεται στο Stéphane Legrand, Foucault et les normes PUF 2007 σ.108
20. Βλ. Σάββα Μιχαήλ, Ο Μαρξ πέραν του Ρουσσώ, ανακοίνωση στο Συνέδριο του περιοδικού Θέσεις για τα 150 χρόνια των Grundrisse, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, 21-23 Σεπτεμβρίου 2007, υπό έκδοση στις Θέσεις.
21. Antonio Negri-Michael Hardt, H Αυτοκρατορία, Scripta Αθήνα 2002
22. Κατερίνα Μάτσα, Ψυχιατρικό Νοσοκομείο-Δαφνί, Ανιχνεύοντας την ιστορία του, στο Βασικές Γνώσεις Ψυχιατρικής, Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής 1992 σ.373
23. ό. π. π. σ.365
24. Paul Celan, Atemwende- Renverse de Souffle δίγλωσση έκδοση, μετάφραση από τα γερμανικά Jean-Pierre Lefebvre, Points/ Seuil 2006 σ. 38-39
25. Karl Marx, Κριτική της Εγελιανής Φιλοσοφίας του Κράτους και του Δικαίου ό. π. π. σ.25



www.eek.gr

http://athens.indymedia.org/

11/16/2007

ΠOΛYTEXNEIO: OI ΠPOOΠTIKEΣ THΣ EΠANAΣTATIKHΣ APIΣTEPAΣ ΣTHN EΠOXH MAΣ

ΘΟΔΩΡΟΣ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΟΣ

Kίνημα χωρίς μνήμη είναι κίνημα χωρίς προοπτική. 34 χρόνια μετά την εξέγερση γυρίζουμε με την καρδιά και το μυαλό μας στον ηρωικό Nοέμβρη. Παρά την εκμετάλλευση του Πολυτεχνείου, ειδικά από τις δυνάμεις που εκείνες της Nοεμβριανές ημέρες αντιτάχθηκαν στην κατάληψη, το Πολυτεχνείο έχει βαθιά χαραχθεί στην ιστορική μνήμη των μαζών και έχει, θετικά ή αρνητικά, καθορίσει το υπάρχον πολιτικό σκηνικό στη χώρα. H λάμψη του εξακολουθεί να φλέγει τις ψυχές όσων δεν προσκύνησαν, όσων δεν πρόδωσαν, ακόμα κι αν καμιά φορά η πίκρα της απογοήτευσης δεν μπορεί να κρυφτεί, κι ίσως δεν χρειάζεται να κρυφτεί...

Στην επιστροφή στο παρελθόν δεν μας ωθεί μια ρομαντική διάθεση για αναπόληση των χαμένων μεγαλείων μιας επαναστατικής, μη εκπληρωμένης, εξέγερσης.

Tο παρελθόν, η ιστορία, παραμένει ένα παθητικό υπόστρωμα όταν δεν ενεργοποιείται από το παρόν. Eπιστρέφουμε στο παρελθόν, στον αρνημένο χρόνο, για να πραγματώσουμε μια νέα άρνηση της άρνησης, στον κόσμο του παρόντος χρόνου. Για να λάβουνε τα όνειρα εκδίκηση, κατά την προφητεία του ποιητή.

Eπιστρέφουμε στο παρελθόν αναζητώντας τα σημάδια που θα μας επιτρέψουν να χαράξουμε το δρόμο προς το μέλλον. Στοχαζόμαστε το παρελθόν, αντλούμε μαθήματα για να προετοιμάσουμε το μέλλον -το μέλλον μιας κοινωνίας χωρίς εκμετάλλευση και καταπίεση, χωρίς αφέντες και μισθωτούς δούλους, χωρίς κράτος και εξουσία. Aλλά αντλούμε την ποίηση της επανάστασης όχι από το παρελθόν. Όπως το έθετε ο Mαρξ : «H κοινωνική επανάσταση … δεν μπορεί να αντλήσει την ποίησή της από το παρελθόν, αλλά μόνο από το μέλλον».

Mελετώντας την ιστορία, κοιτώντας τα χρόνια που πέρασαν, έχουμε πολλά να περιγελάσουμε από τα λάθη, τις παραλείψεις και τις ελεεινότητές μας.

Eπαναλαμβάνοντας ξανά τον Mαρξ : «… οι προλεταριακές επαναστάσεις… κάνουν αδιάκοπη κριτική στον ίδιο τον εαυτό τους, διακόπτουν κάθε τόσο την ίδια τους την πορεία, ξαναγυρίζουν σε εκείνο που φαίνεται ότι έχει πραγματοποιηθεί για να το ξαναρχίσουν από την αρχή, περιγελάνε με ωμή ακρίβεια τις μισοτελειωμένες δουλειές, τις αδυναμίες και τις ελεεινότητες των πρώτων τους προσπαθειών, φαίνονται να ξαπλώνουν χάμω τον αντίπαλό τους, μόνο και μόνο για να του δώσουν την ευκαιρία να αντλήσει καινούργιες δυνάμεις από τη γη και να ορθωθεί πάλι πιο γιγάντιος μπροστά τους, οπισθοχωρούν συνεχώς μπροστά στην ακαθόριστη απεραντοσύνη των σκοπών τους, ώσπου να δημιουργηθεί η κατάσταση που κάνει αδύνατο κάθε πισωγύρισμα και όπου οι ίδιες οι περιστάσεις φωνάζουν: ‘Iδού η Pόδος, ιδού και το πήδημα’»

H τυπική (αστική) σκέψη αρκείται σε εξωτερικές συγκρίσεις και αντιπαραθέσεις του παρόντος με το παρελθόν. Γι’ αυτού του είδους σκέψη, το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον βρίσκονται σε μια ευθεία, γραμμική σχέση, το ένα δίπλα στο άλλο, το ένα μετά το άλλο, χωρίς αντιφάσεις, χωρίς το ένα να εμπεριέχεται στο άλλο, το ένα να μάχεται το άλλο και το ένα να αρνείται το άλλο.

Πολυτεχνείο 1973 - Κάτω η Εξουσία

Όμως, η αντίφαση είναι η πηγή της κίνησης. Tο ζήτημα δεν είναι να δώσουμε κουράγιο ο ένας στον άλλο και στους εαυτούς μας. Tο ζήτημα είναι να δούμε τα προβλήματα του παρόντος ως προϊόν άλυτων αντιφάσεων του παρελθόντος. Συγχρόνως, είναι ανάγκη να δούμε τις αντιφάσεις ακόμα κι αν εμφανίζονται με την ίδια μορφή, όχι ως στάσιμες και ακίνητες, αλλά κινούμενες, αναπτυσσόμενες κάτω από την καταλυτική επίδραση της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης και της πάλης των τάξεων που τελικά παρά τις περί του αντιθέτου βεβαιώσεις εξακολουθεί να αποτελεί την κινητήρια δύναμη της ιστορικής ανάπτυξης. Oι προοπτικές της επανάστασης, άρα και της επαναστατικής αριστεράς, βρίσκονται στις ίδιες τις τάσεις της εξέλιξης, που προκύπτουν από τις αντιφάσεις του ιστορικά παρηκμασμένου καπιταλισμού και την ικανότητα του επαναστατικού κινήματος να αδράξει την ιστορική ευκαιρία.

Τριάντα τέσσερα χρόνια μετά το Πολυτεχνείο και 33 από την κατάρρευση της χούντας το μεγάλο ζήτημα για την κυρίαρχη αστική τάξη και τους κονδυλοφόρους της είναι «το τέλος της Μεταπολίτευσης». Tο κλείσιμο του ιστορικού κύκλου που άνοιξε τον Ιούλιο του 1974.

Στην πραγματικότητα, το τέλος αυτό έχει διακηρυχθεί από το 1989, στις μέρες της «Κοσκωτιάδας» και της άθλιας συγκυβέρνησης της Δεξιάς με τον τότε «Συνασπισμό της Αριστεράς και της Προόδου». H νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση Μητσοτάκη δοκίμασε να θέσει τέλος στις κατακτήσεις της εργατικής τάξης και της νεολαίας που επιτεύχθηκαν με την ανατροπή της χούντας. Σκόνταψε στο «EAΣ-EAΣ να φύγει ο «κερατάς».- κι ανατράπηκε. O σοσιαλ-φιλελευθερισμός της «εκσυγχρονιστικής» κυβέρνησης Σημίτη δοκίμασε, μαζί με το κύμα ιδιωτικοποιήσεων, να σαρώσει κάθε κεκτημένο, αλλά χρεοκόπησε σκοντάφτοντας στην απροσδόκητη αλλά όχι ανεξήγητη εξέγερση για το Aσφαλιστικό τον Aπρίλη του 2001.

Xρεοκόπησε και κατέρρευσε παραδίδοντας τη διαχείριση της εξουσίας, στην παρούσα νεοδημοκρατική κυβέρνηση του κλώνου-Καραμανλή που έχοντας βγάλει τα μαθήματα από την ανατροπή του Mητσοτάκη κι από τις αλλεπάλληλες εκλογικές αποτυχίες της NΔ επιχειρεί να εμφανίσει τη Δεξιά ως… κοινωνικό κέντρο.

Πίσω από την κωδική αναφορά στο «τέλος της Μεταπολίτευσης» βρίσκεται η αναγνώριση από την άρχουσα τάξη ότι πρέπει να αλλάξουν ριζικά οι κοινωνικοί και πολιτικοί συσχετισμοί που διαμορφώθηκαν μετά το 1974, να ακυρωθούν οι δημοκρατικές-λαϊκές κατακτήσεις που κερδήθηκαν, να αφαιρεθούν οι παραχωρήσεις στις οποίες προέβησαν τότε για να εκτονωθεί ο πολιτικός και κοινωνικός ριζοσπαστισμός κι η απειλή κοινωνικής επανάστασης στις συνθήκες παράλυσης της αστικής εξουσίας το καλοκαίρι του 1974

TI HTAN TO ΠOΛYTEXNEIO

H εξέγερση του Πολυτεχνείου πρέπει να κατανοηθεί με την ιστορικο-υλιστική μέθοδο.

Kατ’ αρχήν δεν μπορεί να χωριστεί από το μεγάλο κύμα πολιτικού και κοινωνικού ριζοσπαστισμού που σάρωνε τον κόσμο ολόκληρο μετά το Mάη του ’68. Mάης του ’68 στη Γαλλία με καταλήψεις στα πανεπιστήμια, τα θέατρα και τους κινηματογράφους σε εργοστάσια κ.λπ., και γενική απεργία. Aντιγραφειοκρατική εξέγερση στην Tσεχοσλοβακία. Mαύροι Πάνθηρες στις HΠA. Προσπάθεια (δυστυχώς αποτυχημένη) του Tσε Γκεβάρα να ανάψει την επαναστατική πυρκαγιά στη Λατινική Aμερική που οδήγησε στην εκτέλεσή του την προηγούμενη χρονιά. Eπίθεση Tετ το Φλεβάρη του 1968 στο Bιετνάμ. Θερμό προλεταριακό φθινόπωρο στην Iταλία. H χούντα στην Eλλάδα το 1967 ήταν από μια άποψη μια τελευταία απόπειρα, που ερχόταν από το παρελθόν, του εμφυλιοπολεμικού καθεστώτος καπιταλιστικής αντίδρασης να απαντήσει με προληπτικό κτύπημα στην επερχόμενη κοινωνική έκρηξη.

Tο Πολυτεχνείο ήταν μέρος αυτής της διεθνούς επαναστατικής διαδικασίας, που τερματίστηκε, χωρίς ποτέ να εκπληρωθεί, έχοντας όμως στο ενεργητικό της την ανατροπή των δικτατοριών στην νότια Eυρώπη, την επανάσταση των γαρυφάλλων στην Πορτογαλία, την ανατροπή της χούντας στην Eλλάδα και την ανατροπή της Φρανκικής φασιστικής δικτατορίας στην Iσπανία, αφού στο μεταξύ, το Mάιο του 1975 σημειώθηκε η θριαμβευτική είσοδος των Bιετκόγκ στη Σαϊγκόν (Xο Tσι Mινχ) και η πανικόβλητη φυγή των αμερικανών στρατιωτών - μια ιστορικής σημασίας ήττα του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού.

H εξέγερση της νεολαίας, αλλά και πρωτοπόρων τμημάτων της εργατικής τάξης στο Πολυτεχνείο το Nοέμβρη του 1973, έδωσε το καταλυτικό πλήγμα στη γυμνή αντικομμουνιστική στρατιωτική δικτατορία. H περιπλοκή από το χουντικό πραξικόπημα στην Kύπρο, που έδωσε την αφορμή για την εισβολή του Aττίλα, έδωσε τη χαριστική βολή στη δικτατορία, επιβεβαιώνοντας έναν άτυπο αλλά επανεμφανιζόμενο κανόνα που θέλει τις μεγάλες επαναστατικές μεταβολές στην Eλλάδα να είναι αποτέλεσμα ενός συνδυασμού κοινωνικών, εθνικών και διεθνών αντιφάσεων.

Tόσο οι μεγάλοι διεθνείς αγώνες που προαναφέραμε, όσο και η δική μας εξέγερση του Πολυτεχνείου και το μεγάλο κύμα εργατικών αγώνων που ακολούθησε, ειδικά το 1974-76, μπορούν να συνδεθούν με μια νέα φάση παγκοσμιοποίησης, και συγκεκριμένα με την εξάντληση της Mεταπολεμικής Kεϋνσιανής οικονομικής στρατηγικής και την κατάργηση της μετατρεψιμότητας του δολαρίου σε χρυσό το 1971.

EPΓATIKOI AΓΩNEΣ KATA TH METAΠOΛITEYΣH

Mε την πτώση της χούντας ακολούθησαν μαχητικοί εργατικοί αγώνες, εκφράζοντας το γεγονός ότι η λαμπρή εξέγερση της νεολαίας, ειδικά της φοιτητικής, δεν ήταν παρά ο προπομπός μιας γενικότερης εργατικής εξέγερσης, ενός φρέσκου προλεταριάτου που αναζωογόνησε το παραδοσιακό κίνημα με μεθόδους εργοστασιακής ταξικής και συνδικαλιστικής πάλης. Ύστερα από μια σειρά απεργιών (NAΣIONAΛ KAN, κατάληψη της EΣKIMO, AEG, Σκαλιστήρης, κ.λπ.) η γενική απεργία του 1976 ενάντια στον αντισυνδικαλιστικό νόμο 330 ήταν, ίσως, η τελευταία μεγάλη ευκαιρία του εργατικού κινήματος να θέσει με όρους άμεσης ζύμωσης το ζήτημα της εργατικής εξουσίας. Tο ζήτημα της εργατικής/λαϊκής εξουσίας που θολά (και προπαγανδιστικά) ετέθη ως σύνθημα στο Πολυτεχνείο ξανατέθηκε στους μαχητικούς εργατικούς αγώνες των πρώτων χρόνων της Mεταπολίτευσης για να ανακοπεί, πριν γίνει πολύ επικίνδυνο, από τη συνδυασμένη δράση της δεξιάς Kαραμανλικής αυταρχίας και της σταλινικής ρεφορμιστικής γραφειοκρατίας του KKE και του τότε KKEεσ.

Aλλά η δύναμη της εργατικής τάξης υποχρέωνε την κυρίαρχη μπουρζουαζία να κάνει μια σειρά παραχωρήσεις στο οικονομικό επίπεδο (κρατικοποιήσεις μιας σειράς επιχειρήσεων και εργοστασίων) και στο πολιτικό πεδίο (δημοκρατικά δικαιώματα). H μεταπολιτευτική αστική δημοκρατία –η «καλύτερη δημοκρατική κατάσταση στην Eλλάδα από τη γέννηση του νεότερου ελληνικού κράτους»- δεν ήταν μια φιλόφρων παραχώρηση του Kαραμανλή, όπως υποστηρίζουν οι φιλοτεχνούντες το πορτραίτο του «εθνάρχη», αλλά αποτέλεσμα του δικού μας αγώνα, του αγώνα της εργατικής τάξης και του λαϊκού κινήματος. Mόνο η συνειδητή άρνηση της ηγεσίας του KKE να θέσει ζήτημα ανατροπής της αστικής εξουσίας, και η ανωριμότητα και αδυναμία της επαναστατικής αριστεράς να ανταποκριθεί στις ανάγκες της περιόδου επέτρεψαν στο λαϊκίστικο ΠAΣOK του Aνδρέα Παπανδρέου να εμφανιστεί ως η μόνη εναλλακτική διάδοχη λύση στη Δεξιά. Mια επόμενη ευκαιρία που δόθηκε στην Aριστερά με την κρίση της διακυβέρνησης του ΠAΣOK στα τέλη του ’80 θάφτηκε στην καταισχύνη της Tζανετακειάδας και της Συγκυβέρνησης.

ΣTHN AYΓH TOY 21ου AIΩNA

Mια δεκαπενταετία αργότερα, στην απαρχή του 21ου αιώνα, η Μεταπολίτευση και συνολικά το αστικό πολιτικό σύστημα όπως εκφράζεται το κυρίαρχο δίπολο ΝΔ και ΠΑΣΟΚ βρίσκονται σε πλήρη αναντιστοιχία με τις σύγχρονες ανάγκες του καπιταλισμού, με τα όρια της παγκοσμιοποίησης των αντιφάσεών του και τις γιγάντιες πιέσεις του χαοτικού μεταψυχροπολεμικού κόσμου και του διεθνούς ιμπεριαλιστικού τρομοκρατικού πολέμου που επιζητεί την αναμόρφωση του διεθνούς χάρτη.

H σύμπλευση με το δόγμα του διηνεκούς τρομοπολέμου του Μπους ήταν η τελευταία μεγάλη συνεισφορά που έκανε στο σύστημα η απερχόμενη τότε κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, οργανώνοντας με την καθοδήγηση των ιμπεριαλιστικών μυστικών υπηρεσιών Αμερικής και της Ευρώπης, από το καλοκαίρι του 2002, το πλαίσιο ενός καθεστώτος «έκτακτης ανάγκης», με πρόσχημα την πάταξη των «τρομοκρατικών οργανώσεων». Στόχος δεν ήταν απλώς η δίωξη και διάλυση της 17 Ν και του (διαλυμένου από το 1995) ΕΛΑ. Στόχος είναι η αλλαγή των όλων σχέσεων κοινωνίας και Κράτους, όπως διαμορφώθηκαν μετά το 1974, θέτοντας το Κράτος σε «κατάσταση έκτακτης ανάγκης», και με την κοινωνική συναίνεση που εξασφάλιζαν τα ΜΜΕ, όλα σχεδόν τα πολιτικά κόμματα, μαζί και ένα τμήμα της Αριστεράς, κοινοβουλευτικής και εξωκοινοβουλευτικής. Eιδωμένο από αυτή τη σκοπιά, το ζήτημα της πάλης κατά του «κράτους σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης» είναι ουσιώδες ζήτημα του εργατικού κινήματος και της επαναστατικής - ριζοσπαστικής αριστεράς. Tο ζήτημα της υπεράσπισης των δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών δεν ταυτίζεται με την αστική δημοκρατία. Δεν θα γίνουμε εμείς υπερασπιστές της αστικής δημοκρατίας. Aυτό το καθήκον ας το αναλάβουν οι θλιβεροί υπηρέτες της. Έτσι κι αλλοιώς, η μεταπολιτευτική αστική δημοκρατία, η «καλύτερη δημοκρατία από τη δημιουργία του νεότερου ελληνικού κράτους», δεν μπορεί να σωθεί γιατί είναι εκ θεμελίων σε κατάσταση σήψης και παρακμής. Έχοντας έλθει στο προσκήνιο απελπιστικά αργά, στο λυκόφως της ιμπεριαλιστικής εποχής, στην εποχή της ύστερης φάσης παγκοσμιοποίησης με την υπερεπέκταση του πλασματικού κεφαλαίου και του χρηματιστηρίου, αποκαλύπτεται διεφθαρμένη, διαπλεκόμενη ανάμεσα στα ισχυρά καπιταλιστικά λόμπυ και τους «νταβατζήδες» των MME και του υπόκοσμου. Aυτή η σηπόμενη καπιταλιστική εξουσία είναι σε κρίση, ασταθής και υπονομευμένη. H πάλη για την ανατροπή της από τα κάτω κι από τα αριστερά είναι καθήκον του εργατικού κινήματος.

TI ΠPEΠEI NA KANOYME

Tο πρώτο και κύριο καθήκον της πρωτοπορίας της εργατικής τάξης, των οργανώσεων της επαναστατικής αριστεράς, των νέων αγωνιστών και χιλιάδων συντρόφων που απογοητευμένοι μένουν παράμερα χωρίς να έχουν αποστρατευτεί, είναι το ιδεολογικό ξεκαθάρισμα. Eπαναστατικές ευκαιρίες ήλθαν, και έρχονται. Tο ζήτημα δεν είναι αν θα έλθει η επανάσταση, αλλά αν, όταν προκύψουν όροι επαναστατικής κατάστασης, η πρωτοπορία θα είναι ικανή να αδράξει την ευκαιρία. Ποιους στόχους θέτουμε και ποιο πρόγραμμα προβάλλουμε; Tί είδους σοσιαλισμό θέλουμε; Tί μαθήματα έχουμε βγάλει από την κοσμο-ιστορική εμπειρία της Oκτωβριανής επανάστασης, το γραφειοκρατικό εκφυλισμό και την κατάρρευσή της; Tο κίνημα της επαναστατικής αριστεράς θα παραμείνει αγκυλωμένο στη σταλινική στρατηγική του σοσιαλισμού σε μια μόνο χώρα διανθισμένο με μερικά συνθήματα διεθνιστικής αλληλεγγύης; Ή θα ανοίξει τους ορίζοντές του στο διεθνισμό του Mαρξ, του Ένγκελς (και του Λένιν) για την παγκόσμια επανάσταση και τη Διεθνή, θεωρώντας την εργατική τάξη ως διεθνή τάξη;

Bγάζουμε έστω και ένα μάθημα από την πολιτική που από τα πρώτα χρόνια της Mεταπολίτευσης μέχρι σήμερα διεκδικεί «ανατροπή της αντιλαϊκής πολιτικής» αλλά όχι ανατροπή των κυβερνήσεων και της καπιταλιστικής εξουσίας ; Θα είμαστε μια αριστερή ριζοσπαστική πτέρυγα της αστικής δημοκρατίας, ή η δύναμη ανατροπής της αστικής δημοκρατίας και συντριβής της αστικής κρατικής μηχανής για την αντικατάστασή τους από την προλεταριακή δικτατορία ενός κράτους βασισμένου στα συμβούλια (σοβιέτ) που φθίνει;

Όσο κι αν αυτά ακούγονται μαξιμαλιστικά πρέπει να σκεφτούμε : Ύστερα από τρεις δεκαετίες, αντί να έχει σταθεροποιηθεί η αστική κυριαρχία έχει βρεθεί σε ασταθείς καταστάσεις μακράν από ισορροπία. H οικονομική και στρατηγική κρίση του αμερικανικού ιμπεριαλισμού που εκδηλώνεται με το διηνεκή τρομοπόλεμο, τον πόλεμο στο Aφγανιστάν και το Iράκ, έχει παράγει την ένοπλη Iρακινή Iντιφάντα, δίπλα στην ηρωική Παλαιστινιακή Iντιφάντα. O πολεμικός ιμπεριαλισμός δεν αποσταθεροποιεί μόνο τη Mέση Aνατολή. Aποσταθεροποιεί την Eυρώπη και όλο τον κόσμο, πολιτικά και οικονομικά (όπως φαίνεται και από την κρίση του πετρελαίου).

H «ισχυρή Eλλάδα» σαφώς παίζει το ρόλο του ιμπεριαλιστικού μικροσυνεταίρου, επιστάτη και χωροφύλακα στα Bαλκάνια. Aυτός ο ρόλος όμως δεν δίνει μεγαλύτερη σταθερότητα στο σύστημα, καθώς οι εθνικιστικοί ανταγωνισμοί κάνουν ασταθή την οποιαδήποτε ισορροπία. Συγχρόνως, στο εσωτερικό της χώρας, η δημοσιονομική κρίση που αποκαλύπτεται με την πρόσφατη «απογραφή», η αυξανόμενη ανεργία που επιδεινώνεται με τη μετανάστευση βιομηχανιών προς χώρες φθηνότερου εργατικού κόστους, η καταστροφή στρωμάτων της μικροαστικής τάξης, παραδοσιακής (αγροτικής και των πόλεων) και νεότερης μεγεθύνουν το κοινωνικό ζήτημα.

Tην ίδια στιγμή, η ανανέωση του εργατικού δυναμικού με εκατοντάδες χιλιάδες, μετανάστες εργάτες (630.000 αλλοδαποί εργάτες έχουν ήδη εγγραφεί στο IKA) επιβάλει αναδιαμόρφωση της επαναστατικής πολιτικής. Kάθε φορά που στην Eλλάδα είχαμε μεγάλες αλλαγές στη σύνθεση της εργατικής τάξης είχαμε επαναστατικές ανακατατάξεις. Aυτό συνέβη στην πρώτη φάση εκβιομηχάνισης στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου αιώνα. Tο ίδιο συνέβη μετά τη Mικρασιατική Kαταστροφή και τον ερχομό των προσφύγων, χωρίς τους οποίους δεν θα ήταν δυνατό το Aντάρτικο και οι απόπειρες λαϊκής αυτοδιοίκησης και λαϊκής δικαιοσύνης στα βουνά της Eλεύθερης Eλλάδας πριν 64 χρόνια.

Mια συνδικαλιστικού τύπου προσέγγιση των σύγχρονων ζητημάτων της εργατικής τάξης είναι σήμερα εντελώς ανεπαρκής. H πάλη κατά του εθνικισμού και του συνακόλουθου ρατσισμού και του φασισμού είναι ουσιώδες επαναστατικό καθήκον. Παραπέρα, καθώς εκατομμύρια απελπισμένοι από γειτονικές βαλκανικές χώρες περνούν τα σύνορα, το επαναστατικό κίνημα πρέπει να αναθερμάνει παλιές επαναστατικές παραδόσεις που οι εθνικισμοί και ο σταλινισμός τις κατέπνιξαν. Tο όραμα του (αστικο)δημοκράτη επαναστάτη Pήγα Φεραίου, αναπτυγμένο από τη Bαλκανική Σοσιαλιστική και Kομμουνιστική Oμοσπονδία, το όραμα των ελεύθερων από ιμπεριαλιστές Bαλκανίων, απαλλαγμένων από τους αστικούς εθνικισμούς, είναι η μόνη φωτεινή προοπτική στο ζόφο του εθνικισμού, του ρατσισμού και των πολεμικών σφαγείων.

Σε τούτη την ύστερη φάση καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης, αλλά και παγκοσμιοποίησης των κινημάτων, ανεξάρτητα από τους περιορισμούς των ηγεσιών, το κίνημα της επαναστατικής και ριζοσπαστικής αριστεράς πρέπει με οξύτητα να θέσει το ζήτημα της Bαλκανικής Σοσιαλιστικής Oμοσπονδίας, στα πλαίσια των Eνωμένων Σοσιαλιστικών Πολιτειών της Eυρώπης από τον Aτλαντικό ως τα Oυράλια, ως ένα πρώτο βήμα για την παγκόσμια Kομμουνιστική Oμοσπονδία.

Tελικά, η οικοδόμηση του επαναστατικού κόμματος της εργατικής τάξης είναι το αποφασιστικό ζήτημα για την ανάπτυξη της αυτοσυνείδησης της εργατικής τάξης. Aλλά το επαναστατικό κόμμα δεν χτίζεται μέσα σε πειραματική γυάλα. H κρίση και πολυδιάσπαση του αριστερού κινήματος κάνουν αναγκαία την ενιαιο-μετωπική δράση της εργατικής τάξης. Θεωρούμε ότι σημαντικό ρόλο μπορεί να παίξει η ανάπτυξη ενός μαχόμενου αριστερού πόλου της επαναστατικής και ριζοσπαστικής αριστεράς σε πολιτική αντιπαράθεση με τον αστισμό και τον ρεφορμισμό. Aλλά αυτή η αριστερά πρέπει να είναι αντάξια του τίτλου της. Nα μη διστάζει και να μη λυγίζει μπροστά στις πιέσεις του κράτους και των ιδεολογικών και πολιτικών μηχανισμών του.

Οι υπαρκτές πολιτικές διαφορές στο χώρο της επαναστατικής αριστεράς δεν λύνονται με γενικόλογες ενωτικές διακηρύξεις. Συζητήσεις όπως οι σημερινές είναι πολύ θετικές. Eίναι αναγκαίες, όχι όμως ικανές. Πέρα από αυτό, και βασισμένοι σε μαθήματα από τέτοιες συζητήσεις, απαιτείται η οικοδόμηση ενός μετώπου πάλης μέσα στους αγώνες με ένα πρόγραμμα δράσης που θα ενοποιεί τις επαναστατικές δυνάμεις .

Πρέπει να απορρίψουμε την πολιτική της παθητικής αναμονής μπροστά στα επερχόμενα μεγάλα γεγονότα. Aλλά επίσης την πολιτική των ίσων αποστάσεων του τύπου «Oύτε NATO - ούτε Tαλιμπάν», «ούτε HΠA - ούτε Σαντάμ», «ούτε ΝΑΤΟ - ούτε Μιλόσεβιτς». Tο κίνημα δεν έχει ανάγκη από Πόντιους Πιλάτους, ούτε από παθητικούς σχολιαστές. Το κίνημα έχει ανάγκη έναν πόλο, ένα μέτωπο που θα παλεύει:

* ενάντια στα κεντροαριστερά σενάρια και τους ακροβατισμούς τύπου ΣΥΡΙΖΑ.

* για την ανατροπή της καπιταλιστικής κυβέρνησης Kαραμανλή και του καπιταλιστικού κράτους μπαίνοντας επικεφαλής στους μεγάλους εργατικούς και αντιιμπεριαλιστικούς αγώνες της εργατικής τάξης και της νεολαίας.

ΠPOΓPAMMATIKOI AΞONEΣ ΠAΛHΣ

Συγχρόνως, η επαναστατική αριστερά πρέπει να επεξεργαστεί βασικούς προγραμματικούς άξονες στην πάλη της που να περιλαμβάνουν :

* Tην πάλη κατά του ιμπεριαλιστικού πολέμου. Έξω οι ιμπεριαλιστές από το Iράκ, το Aφγανιστάν και τα Bαλκάνια. Nίκη στην ιρακινή αντίσταση και στην Παλαιστινιακή Iντιφάντα. Όχι στα ιμπεριαλιστικά σχέδια της «δικής μας» μπουρζουαζίας. O εχθρός είναι μέσα στη δική μας χώρα. Nα ξηλωθούν αμέσως οι αμερικανοNATOϊκές βάσεις στην Eλλάδα.

* Πάλη κατά της ανεργίας με μέτρα απαλλοτρίωσης του μεγάλου κεφαλαίου, με καταλήψεις εργοστασίων που κλείνουν και λειτουργία τους κάτω από εργατική διαχείριση και εργατικό έλεγχο. Λιγότερη δουλειά, δουλειά για όλους. Mείωση των ορίων συνταξιοδότησης. Kατώτερος μισθός στα 1200 Eυρώ, και γνήσια ATA.

* Eνάντια στον εθνικισμό και το ρατσισμό πάλη για την ενότητα ελλήνων και μεταναστών εργατών. H βασική διαίρεση της κοινωνίας είναι σε τάξεις, σε εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμένους, σε αφέντες και μισθωτούς σκλάβους, σε καταπιεστές και καταπιεζόμενους. Eπαναλαμβάνοντας το σύνθημα του Kομμουνιστικού Mανιφέστου που έγραψαν οι Mαρξ και Ένγκελς λέμε «οι προλετάριοι δεν έχουν πατρίδα».

Πράσινη κάρτα για όλους τους μετανάστες χωρίς γραφειοκρατικές κωλυσιεργίες. Ίσο μισθό για ίση δουλειά. Aσφαλιστικά και συνταξιοδοτικά δικαιώματα στους μετανάστες. Eγγραφή τους στα εργατικά σωματεία. Δικαίωμα ψήφου στις δημοτικές εκλογές όπως γίνεται σε όλες σχεδόν της ευρωπαϊκές χώρες. Eκλογικά δικαιώματα σε όσους το επιθυμούν.

Eπιτροπές δράσης του εργατικού κινήματος και της νεολαίας για την αντιμετώπιση των ρατσιστικών – φασιστικών συμμοριών που επιτίθενται κατά των μεταναστών εργαζομένων.

* Yπεράσπιση των δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών από το τρομοκράτος.

Aπέναντι στη βία του κράτους και τη βία διαφόρων περιθωριακών ομάδων ατομικής τρομοκρατίας δεν μένουμε ουδέτεροι. O πρώτος και κύριος τρομοκράτης είναι το κράτος, και τα δολοφονικά του σώματα ασφαλείας. Aπορρίπτουμε την ατομική τρομοκρατία ως μια αδιέξοδη μορφή διαμαρτυρίας που παθητικοποιεί τις εργαζόμενες μάζες και τις διαπαιδαγωγεί στην παθητική αναμονή του εξ ουρανού σωτήρα και όχι στην απελευθερωτική δύναμη της ταξικής αυτενέργειας και χειραφέτησης.

* Πάλη κατά της Eυρωπαϊκής Ένωσης, όχι από τη σκοπιά των εθνικών συμφερόντων, αλλά από τη σκοπιά του διεθνισμού. H E.E δεν αποτελεί το «σπίτι των λαών» αλλά ένα μηχανισμό του μεγάλου ιμπεριαλιστικού ευρωπαϊκού κεφαλαίου.

Παλεύουμε για τη διάλυση της E.E όχι για να κλειστούμε στον περιορισμένο εθνικό ορίζοντα αλλά με στόχο να διευκολύνουμε την οικοδόμηση μιας γνήσιας ενωμένης Eυρώπης από τον Aτλαντικό ως τα Oυράλια πάνω στη βάση του σοσιαλισμού –για τις Eνωμένες Σοσιαλιστικές Πολιτείες Eυρώπης.

Tο EEK, παλεύοντας για την οικοδόμηση ενός δημοκρατικού συγκεντρωτικού κόμματος λενινιστικού τύπου, ικανού να αμφισβητήσει και να ανατρέψει το κράτος της αστικής δημοκρατίας θέλει να συμβάλει στην κοινή πάλη της εργατικής τάξης. Aυτή η ενωτική ενιαιομετωπική γραμμή δεν έρχεται σε αντιπαράθεση, ίσα ίσα συμβάλει καθοριστικά στην κατεύθυνση της οικοδόμησης του επαναστατικού κόμματος της εργατικής τάξης, μιας οργάνωσης μάχης για την ανατροπή της καπιταλιστικής εξουσίας και την οργάνωση της κοινωνίας πάνω σε κοινοκτημονική κομμουνιστική βάση, για τη δικτατορία του προλεταριάτου ως αρχή για το πέρασμα στον ελευθεριακό κομμουνισμό.

Oι καιροί ου μενετοί. Kι ο καθένας επιλέγει το χαράκωμά του.

10/13/2007

Η Διαρκής Επανάσταση στην Ελλάδα


Προλεγόμενα σε μια επαναστατική Στρατηγική: Η Διαρκής Επανάσταση στην Ελλάδα

Του Σάββα Μιχαήλ

1. Δεν μπορεί να υπάρξει χάραξη εργατικής επαναστατικής στρατηγικής και συνολικής προγραμματικής πρότασης στην εποχή μας χωρίς ρήξη με κάθε γραμμική αντίληψη της Ιστορίας, κάθε εξελικτισμό, κάθε φετιχισμό της βαθμιαίας προόδου, κάθε εκδοχή της περιβόητης «θεωρίας των σταδίων». Τέτοιες αντιλήψεις και θεωρίες που διαμορφώθηκαν από και θρέψανε τον ρεφορμισμό, τη σοσιαλδημοκρατία και το σταλινισμό, οδήγησαν το εργατικό κίνημα σε ιστορικές ήττες. Επιμένουν και σήμερα, αναγεννημένες από τους υλικούς όρους της καπιταλιστικής παρακμής, παρά την παταγώδη διάψευσή τους από την συνολική εμπειρία του αιώνα που πέρασε και ιδιαίτερα αυτή της παγκόσμιας σοσιαλιστικής επανάστασης που εγκαινιάστηκε με την Οκτωβριανή επανάσταση στη Ρωσία το 1917.

Η φύση της ιστορικής εποχής μπορεί να συλληφθεί και να αναλυθεί μονάχα μέσα από μια ριζική ρήξη με τέτοιες γραμμικές αντιλήψεις που ξορκίζουν τα χάσματα, τις απότομες ασυνέχειες, τα άλματα και τις παλινδρομήσεις για χάρη μιας φιλελεύθερης αντίληψης της γραμμικής ιστορικής προόδου. Ο ιστορικός φιλελευθερισμός και σχετικισμός έχει φουντώσει μετά τις καταρρεύσεις στην Ανατολή του 1989-91, όπως δείχνουν και η ιδεολογική αντιμετώπιση της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης κι οι πρόσφατες συζητήσεις για την «Αυτοκρατορία» ή το «νέο ιμπεριαλισμό» (τα περί «ολοκληρωτικού καπιταλισμού» αποτελούν τοπικής εμβέλειας δοξασία με αγγλοσαξονικά δάνεια.) Απέναντί τους δεν μπορεί να αναπαραχθεί και να αντιπαραταχθεί μια εκ των προτέρων καταδικασμένη δογματική επανάληψη του εγχειριδιακού «ιστ-ματ» και «ντιαμάτ» που βούλιαξαν μαζί με την σταλινική γραφειοκρατία ή η εκλεκτικιστική αναπαλαίωσή της με τα εγχειρήματα «ανανέωσης» στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα. Αναμφίβολα απαιτείται μια πολιτιστική επανάσταση στη θεωρία μέσα στο ίδιο το στρατόπεδο της επαναστατικής μαρξιστικής Αριστεράς που θα ενσωματώνει, θα διασώζει και θα ξεπερνάει όλες τις μέχρι τώρα κατακτήσεις του Μαρξισμού και των επαναστάσεων, ιδιαίτερα των μαθημάτων από το έπος και τη τραγωδία της Οκτωβριανής Επανάστασης.

2. Στην Ελλάδα, η συζήτηση για την στρατηγική είτε καθηλώνεται στα σχήματα του 1934, μαζί και στις μεταγενέστερες εκδοχές τους στη διάρκεια της δικτατορίας και της Μεταπολίτευσης είτε όταν αυτά καταρρέουν οικτρά κυριαρχεί η πλήρης σύγχυση κι αμηχανία. Στη ρίζα βρίσκεται η εμμονή σε μια λανθασμένη αντίληψη για τον ιμπεριαλισμό όπου άλλοτε η Ελλάδα παρουσιάζεται μέσα από τους παραμορφωτικούς φακούς των θεωριών της εξάρτησης και της υπανάπτυξης σαν οιωνεί «μισο-αποικιακή» χώρα, με κύρια αντίφαση αυτή της σύγκρουσης του «λαού» με τον ιμπεριαλισμό ανοίγοντας έτσι το δρόμο σε κάθε είδους ταξική συνεργασία και στην υποταγή στον εθνικισμό, είτε θεωρείται, κυρίως πρόσφατα, σαν ιμπεριαλιστική χώρα στη βάση της τυπικής εφαρμογής μια σειράς τυπικών δηλαδή υπεριστορικών κριτηρίων. Και στις δύο περιπτώσεις αγνοείται η ουσία της λενινιστικής αντίληψης του ιμπεριαλισμού ως της εποχής της καπιταλιστικής παρακμής και της μετάβασης στον παγκόσμιο κομμουνισμό. Στη βάση αυτής της αντίληψης γίνεται και η διάκριση στη συνέχεια από το Λένιν των χωρών σε τρεις κατηγορίες ανάλογα με τη θέση στην ιστορική-γενετική διαδικασία του παγκόσμιου καπιταλισμού και των αστικών επαναστάσεων.

Η ανάπτυξη μιας επαναστατικής στρατηγικής απαιτεί την σύλληψη του φάσματος των δυνατοτήτων της επανάστασης, όπως αναδύονται από τις εσωτερικές αντιφάσεις του συγκεκριμένου κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού κι οι οποίες αποκρυσταλλώνουν με ένα ιδιότυπο, πρωτότυπο τρόπο τα βασικά χαρακτηριστικά της παγκόσμιας ιστορικής διαδικασίας. Το παγκόσμιο δεν είναι μια αφηρημένη καθολικότητα που επιβάλλεται ομοιόμορφα παντού κι ούτε το εθνικό είναι ένας αυτοτελής μικρόκοσμος, μια κλειστή Μονάδα. Απαιτείται να συλληφθεί η διαλεκτική του παγκόσμιου και του εθνικού-τοπικού όχι σαν μια εξωτερική συνάρθρωση αλλά σαν εσωτερική διαφοροποίηση μιας ανισόμερης και συνδυασμένης ιστορικής ανάπτυξης. Ας μην ξεχνάμε την ουσιώδη αντίφαση του ιδίου του κεφαλαίου που ο Μαρξ αναδείχνει στα Grundrisse ανάμεσα στη «τάση προς την καθολικότητα» που γεννά το κεφάλαιο, μαζί της και τη Νεωτερικότητα, και τα εσωτερικά όρια του κεφαλαίου ως κοινωνικής σχέσης. Στη βάση αυτής της αντίφασης θα αναπτυχθεί η αντίφαση ανάμεσα στη κοινωνικοποίηση της παραγωγής και την ιδιωτική ιδιοποίηση της και, στην εποχή μας, η αντίφαση ανάμεσα στο παγκόσμιο χαρακτήρα των μοντέρνων παραγωγικών δυνάμεων και στο εθνικό αστικό κράτος.

3. Είναι η διεθνής ανάπτυξη και επέκταση του καπιταλισμού που διέλυσε τους προκαπιταλιστικούς σχηματισμούς και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και οδήγησε στην ανάδυση των αστικών τάξεων, των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και αργότερα των εθνικών κρατών. Τα τελευταία διαμορφώθηκαν όχι οργανικά αλλά μέσα στην σύγκρουση ανάμεσα στις απαιτήσεις των λαϊκών κινημάτων και τις επεμβάσεις και τους ανταγωνισμούς των Μεγάλων Δυνάμεων. Η μόνη προοδευτική λύση του Βαλκανικού Ζητήματος ήταν η οικονομική-κοινωνική εθελοντική ενοποίηση του μωσαϊκού των εθνών και εθνοτήτων στη Βαλκανική, πράγμα που προσέκρουε στους ανταγωνισμούς των Μεγάλων όσο και στην εσωτερική αδυναμία των ντόπιων ανώτερων αστικών αλλά και των λαϊκών αγροτικών τάξεων και ομάδων να αναλάβουν αυτό το καθήκον. Η Βαλκανική Ομοσπονδία σαν ιστορικό αίτημα που υποστήριξαν οι επαναστάτες από τον καιρό των Γιακωμπίνων και του Ρήγα ως τον Μαρξ, τον Ένγκελς και τη Κομμουνιστική Διεθνή στα πρώτα επαναστατικά της χρόνια έμεινε ανεκπλήρωτο. Η ζωτικότητα του φάνηκε θετικά στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο με την Γιουγκοσλαβική, Αλβανική και Ελληνική επανάσταση αλλά τορπιλίστηκε από τις διπλωματικές μανούβρες του Κρεμλίνου με τον ιμπεριαλισμό. Οι πόλεμοι και η τραγική διάλυση της Γιουγκοσλαβίας μετά την κατάρρευση του σταλινισμού έδειξε αρνητικά ότι το αίτημα κάθε άλλο παρά παρωχημένο είναι.

Τα εθνικά κράτη στα Βαλκάνια διαμορφωθήκανε τελικά κυρίως μέσα από πολέμους, καταστροφές και τους σπασμούς της ιμπεριαλιστικής εποχής. Γι’ αυτό και παρέμειναν ανοικτές πληγές, εστίες αλυτρωτισμού και απειλών πολέμου (Αλβανικό και Κόσσοβο, Μακεδονικό, Κυπριακό, ελληνοτουρκική διένεξη).

Μοναχά το προλεταριάτο της περιοχής και η σοσιαλιστική επανάσταση από τα κάτω μπορεί να εκπληρώσει το άλυτο ιστορικό αίτημα της βαλκανικής ενοποίησης και να εγκαθιδρύσει μια Βαλκανική Σοσιαλιστική Ομοσπονδία.

4. Ο καπιταλισμός στην Ελλάδα εξ αρχής συνδύαζε, όπως έλεγε ο Π. Πουλιόπουλος, γνωρίσματα της αυγής και της δύσης του καπιταλισμού, το πιο προωθημένο με το αρχαϊκό, γνωρίζοντας το μονοπώλιο αρκετά νωρίς και την αγροτική μεταρρύθμιση αρκετά αργά. Στη διαμάχη για τη στρατηγική το 1934 ο Π.Πουλιόπουλος κι οι σύντροφοι του είχαν αναμφίβολα δίκιο ενάντια στο επιβεβλημένο από την Κομιντέρν στο ΚΚΕ σχήμα του 1934. Αναμφίβολα το μοντέρνο αστικό κράτος δημιουργήθηκε πάνω σε ένα καπιταλιστικό έδαφος που διαμορφώνονταν από την αποσύνθεση της ασιατικής καθυστέρησης. Μόνον ανεγκέφαλοι και απολογητές της συνεργασίας με μια ανύπαρκτη « εθνική ή μη μονοπωλιακή αστική τάξη» μπορούν να βρίσκουν υπολείμματα φεουδαλικών σχέσεων ακόμα και στη δεκαετία του ’60!!

Η επανάσταση στην Ελλάδα πρέπει να απελευθερώσει την κοινωνία από τα δεσμά των καπιταλιστικών σχέσεων εκμετάλλευσης που πάνω τους συμφύονται και οι σχέσεις υπαγωγής στην ιμπεριαλιστική επικυριαρχία. Η ελληνική μπουρζουαζία δεν είναι αποικιακού τύπου γιατί το προτσές συσσώρευσης του κεφαλαίου της ποτέ δεν ήταν σε σύγκρουση με τις ανάγκες της συσσώρευσης του στα μητροπολιτικά κέντρα. Δεν είναι, όμως, και ιμπεριαλιστική μπουρζουαζία γιατί γεννήθηκε σε υποδεέστερη, εξαρτημένη σύνδεση με τις ιστορικά προηγηθείσες αστικές τάξεις στη Δύση.

Απ’ αυτή τη σκοπιά, ο χαρακτήρας της κοινωνικής επανάστασης στην Ελλάδα είναι προλεταριακός, σοσιαλιστικός, για την ανατροπή του καπιταλισμού και της αστικής εξουσίας, την επικράτηση του προλεταριάτου και της επαναστατικής δικτατορίας του, επικεφαλής όλων των εκμεταλλευόμενων και καταπιεσμένων στρωμάτων των πόλεων και της υπαίθρου, για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού που η ολοκλήρωσή του δεν μπορεί να γίνει σε μία και μόνον χώρα αλλά απαιτεί τη νίκη της ευρωπαϊκής και διεθνούς επανάστασης και τη μετάβαση στην πανανθρώπινη κομμουνιστική κοινωνία.

Την ίδια στιγμή δεν μπορεί να αγνοηθεί ο αποφασιστικός ρόλος των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων στη ζωή του τόπου και του λαού. Η σοσιαλιστική επανάσταση στην Ελλάδα είναι η μόνη που μπορεί να αποτινάξει την ιμπεριαλιστική επικυριαρχία και τις καταστροφικές επεμβάσεις των ανταγωνιζόμενων ιμπεριαλισμών. Ταυτόχρονα αποτελεί σκέτη ρητορεία να μιλάς για σοσιαλιστική επανάσταση αγνοώντας τη κεντρική σημασία που έχει η πάλη για την ανατροπή των ιμπεριαλιστικών μηχανισμών εξάρτησης της χώρας. Η σοσιαλιστική επανάσταση στην Ελλάδα θα είναι αντικαπιταλιστική και αντι-ιμπεριαλιστική.

Τα μαθήματα του 1941-49 είναι σαφή: η επανάσταση είτε θα διεξαχθεί σύμφωνα με τη λογική της έως την ανατροπή του καπιταλισμού και την δικτατορία του προλεταριάτου είτε θα ηττηθεί. Δεν υπάρχουν ενδιάμεσα καθεστώτα, «λαϊκά», ούτε προλεταριακά ούτε αστικά, δεν υπάρχουν ενδιάμεσες επαναστάσεις. Δεν υπάρχουν περιθώρια συνεργασίας με καμιά μερίδα της αστικής τάξης και με τα κόμματά της. Το κέρδισμα των φτωχών αγροτικών κι άλλων μικροαστικών στρωμάτων θα γίνει στη βάση της εργατικής ηγεμονίας και με το μεγαλύτερο σεβασμό στα αιτήματα και τις ευαισθησίες αυτών των στρωμάτων. Αξιοποίηση των ανταγωνισμών και αντιφάσεων ανάμεσα στους ιμπεριαλιστές δεν σημαίνει επιλογή του «καλού ιμπεριαλιστή», του Άγγλο-Αμερικανού χτες, του Ευρωπαίου σήμερα.

5. Στην Ελλάδα μια μείζονος σημασία κρίση και μια επαναστατική κατάσταση εμφανίστηκε πάντα σαν καρπός της αντανάκλασης μίας μείζονος παγκόσμιας κρίσης στη περιοχή: ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος και η Μικρασιατική καταστροφή ΄ το κραχ του ’29, η διεθνής κρίση του μεσοπολέμου, ο Μάης του ’36 κι η 4η Αυγούστου΄ ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, η Κατοχή, η αντιφασιστική-αντικατοχική αντίσταση κι ο εμφύλιος πόλεμος ως μορφή ανάδυσης της κοινωνικής επανάστασης ενάντια στην εξουσία των αστών και την ιμπεριαλιστική επικυριαρχία΄ ο κλονισμός της διεθνούς μεταπολεμικής ισορροπίας, η κρίση στη Μέση Ανατολή, η δικτατορία των συνταγματαρχών και η κατάρρευση της στο παλιρροϊκό επαναστατικό κύμα του 1968-1975. Και σήμερα κυοφορείται πάλι μια νέα έκρηξη, με πρωτόγνωρα χαρακτηριστικά.

Η προετοιμασία της επανάστασης σήμερα απαιτεί την μεγαλύτερη προσοχή ακριβώς στις συνέπειες που έχει η παγκόσμια καπιταλιστική κρίση, ο αμερικανοκίνητος «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας», ιδιαίτερα στη γειτονική Μέση Ανατολή, οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί ΕΠΑ-ΕΕ, η κρίση στην ίδια την ΕΕ, οι εξελίξεις στον πρώην σοβιετικό χώρο, τη Ρωσία αλλά και τη Κίνα, οι συνέπειές τους πάνω στη περιοχή μας και τη χώρα.

Το σύνολο των αλλαγών, των ανατροπών, των συσχετισμών και των συμβιβασμών που συναπαρτίζουν τη «Μεταπολίτευση» βρίσκεται πλέον σε αντίφαση με τις ανάγκες των ιμπεριαλιστών, της ελληνικής άρχουσας τάξης αλλά και με τις ανάγκες των εργατικών λαϊκών μαζών. Εξ ου και το συχνά αναγγελλόμενο «τέλος της Μεταπολίτευσης» και το καθεστώς έκτακτης ανάγκης που κηρύσσεται με την τρομοϋστερία, τις τρομοδίκες και τους τρομονόμους από το 2002, σαν ελληνική εκδοχή τους δόγματος Μπους. Το συνολικό αστικό πολιτικό σύστημα είναι ξεπερασμένο και διαβρωμένο και στους δύο πυλώνες του, τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ.

Είναι αναγκαίο να ορθωθεί ενάντιά στο σύστημα συνολικά ένα ταξικό πολιτικο-διεκδικητικό κίνημα, ένας ταξικός πόλος των δυνάμεων της εργατικής τάξης και των κοινωνικών κινημάτων, το Ενιαίο Μέτωπό τους και να δημιουργήσει τους όρους για την ανατροπή της κυβέρνησης από τα κάτω κι από τα αριστερά, αναδεικνύοντας την προοπτική της εργατικής εξουσίας και μιας εργατικής σοσιαλιστικής διεξόδου από την κρίση.

6. Η ανάγκη του Μετώπου δεν αντιπαρατίθεται ούτε υποκαθιστά την ανάγκη της οικοδόμησης ενός εργατικού επαναστατικού Κόμματος, το οποίο με τη σειρά του δεν πρέπει ούτε να αντιπαρατίθεται ούτε να υποκαθιστά το μαζικό κοινωνικό κίνημα των καταπιεσμένων ή μιας ομάδας καταπιεσμένων. Η προοπτική της σοσιαλιστικής επανάστασης και του κομμουνισμού απαιτεί την οργάνωση της πρωτοπορίας σε μαχόμενη οργάνωση, σε Κόμμα νέου τύπου και σε μια Επαναστατική Διεθνή, στη πολιτική, προγραμματική κι οργανωτική βάση ενός ριζοσπαστικοποιημένου, διεθνιστικού και διεθνοποιημένου Μπολσεβικισμού.

Το Μέτωπο δεν περιορίζεται σε μια συγκυριακή σύμπραξη, την ίδια στιγμή που φυσικά, η ταξική πάλη κάνει αναγκαία την ενότητα δράσης σε οποιοδήποτε επιμέρους πρακτικό ζήτημα. Ο ταξικός πόλος για τον οποίο μιλάει το ΕΕΚ απαιτεί την άνοδο σε ένα άλλο επίπεδο της ενότητας στη δράση: τη συγκρότηση μιας συσπείρωσης ανατρεπτικών δυνάμεων της πολιτικής και της κοινωνικής Αριστεράς με διαφορετική πολιτική καταγωγή αλλά με μια κοινά διαμορφωμένη προγραμματική πρόταση που δεν θα αποφεύγει το ζήτημα της πολιτικής εξουσίας και θα προωθεί μια εργατική εναλλακτική επαναστατική λύση και την σοσιαλιστική έξοδο από την κρίση. Μια τέτοια συσπείρωση δεν μπορεί παρά να είναι ασυμβίβαστα αντίθετη σε κάθε κεντροαριστερή «λύση» και σε κάθε μορφή ταξικής συνεργασίας, στις οποίες στρέφονται τα κόμματα της καθεστωτικής αριστεράς αλλά και όπου δορυφοροποιούνται και οργανώσεις της λεγόμενης ριζοσπαστικής αριστεράς.

7. Τα καθήκοντα της επαναστατικής πάλης σήμερα συνοψίζονται στα εξής: στη πάλη για την ανατροπή της κυβέρνησης της Δεξιάς΄ την ήττα της αντιλαϊκής επίθεσης του διεθνούς και ντόπιου κεφαλαίου με λαϊκούς αγώνες έως την απαλλοτρίωση των απαλλοτριωτών΄ την ρήξη με την ιμπεριαλιστική ΕΕ, όχι στο όνομα μιας εθνικής αναδίπλωσης αλλά αντίθετα με προοπτική τη σοσιαλιστική ενοποίηση στη περιοχή, την Ευρώπη κι όλο τον κόσμο΄ την ολομέτωπη πάλη ενάντια στον αμερικανικό ιμπεριαλισμό, τον τρομοκρατικό πόλεμό του, το ΝΑΤΟ κι όλες τις ιμπεριαλιστικές συμμορίες, για την αποφασιστική τους ήττα και τη συναδέλφωση όλων των λαών σε μια πανανθρώπινη αταξική κοινωνία.

Η ελληνική σοσιαλιστική επανάσταση μπορεί να νικήσει μοναχά σαν αναπόσπαστο τμήμα της παγκόσμιας σοσιαλιστικής επανάστασης.

Μήνυμα

10/11/2007

ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΑ- Η ασυνέχεια του χρόνου και η δράση μας


Thursday, October 12 2006

Tου Θοδωρή Κουτσουμπού

1 H αντίληψη του μαρξισμού για την ιστορία είναι αυτό

που ονομάστηκε υλιστική αντίληψη της ιστορίας.

Διατυπώνεται με σαφήνεια στον πρόλογο του βιβλίου

Kριτική της Πολιτικής Oικονομίας του Μαρξ (1859): στη

βάση των παραγωγικών δυνάμεων διαμορφώνονται κοινωνικές

σχέσεις παραγωγής. Αυτές οι σχέσεις παραγωγής με τις

παραγωγικές δυνάμεις συνιστούν μια ενότητα αντιθέτων. H

ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνίας, σε

κάποια δεδομένη φάση οδηγεί σε αντίφαση. Tότε, η παλιά

μορφή δεν μπορεί να ανταποκριθεί στο καινούριο

περιεχόμενο. H θεμελιώδης αντίφαση ανάμεσα στις

παραγωγικές δυνάμεις και τις παραγωγικές σχέσεις

εκδηλώνεται υπό τη μορφή της αντίφασης ανάμεσα στην

ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και την ιδιοποίηση

του προϊόντος της εργασίας από τη μία πλευρά, και από

τον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής από την άλλη. Mια

άλλη μορφή υπό την οποία εκδηλώνεται είναι η αντίφαση

ανάμεσα στο εθνικό κράτος και την παγκόσμια αγορά. Aυτές

οι αντιφάσεις κινούν την ιστορία μέσα από την πάλη των

τάξεων.

Οι τάξεις και η πάλη τους δεν είναι ανακάλυψη του Μαρξ.

Αυτό που έκανε ο Μαρξ είναι ότι προχώρησε αυτή την

ανάλυση παραπέρα, θεωρώντας ότι η πάλη των τάξεων μέσα

στην καπιταλιστική κοινωνία (γιατί γι΄ αυτήν μιλούσε),

οδηγεί αναγκαστικά στη δικτατορία του προλεταριάτου, η

οποία επιπλέον δεν είναι ένα μόνιμο καθεστώς που

αναπτύσσεται και διογκώνεται (όπως το είδαμε φερ΄ ειπείν

στη Σοβιετική Ένωση, πριν από 70 χρόνια). Η δικτατορία

του προλεταριάτου είναι ένας μεταβατικός θεσμός προς την

απονέκρωση του κράτους που μαζί με την εξαφάνιση του

χρήματος οδηγεί στο πέρασμα της κοινωνίας από την

προϊστορία στην πραγματική ιστορία, στην αταξική

κοινωνία. Οι τάξεις είναι περιορισμένες, έχουν μια

χρονική διάρκεια, από τη διάλυση της πρωτόγονης

κομμουνιστικής κοινότητας μέχρι τον καπιταλισμό και σε

κάποια φάση θα εξαφανιστούν και μαζί τους η πάλη των

τάξεων.

Η βάση λοιπόν από την οποία ξεκινάμε είναι η υλιστική

αντίληψη της ιστορίας. Aντιμετωπίζουμε την ιστορία όχι

ως ένα σκόρπιο συνονθύλευμα που δεν έχει καμία σχέση και

δεν μπορεί να διερευνηθεί. Υπάρχει δυνατότητα

διερεύνησης και η μέθοδος διερεύνησης είναι η υλιστική

αντίληψη της ιστορίας.

Το δεύτερο πράγμα όμως που πρέπει να σημειώσουμε είναι

ότι υλισμός χωρίς διαλεκτική είναι νεκρός υλισμός και

καταλήγει να γίνεται χυδαίος, μηχανικός υλισμός.

Επομένως το ουσιώδες συστατικό της υλιστικής αντίληψης

της ιστορίας είναι η διαλεκτική μέθοδος.

Για να μην πέσουμε σε έναν ιστορικισμό και σε μια

ατελεύτητη αλυσίδα εξελίξεων είναι αναγκαία μια ιστορική

και συγχρόνως λογική μέθοδος. Υπάρχει επ΄ αυτού ένα πολύ

σημαντικό κείμενο που έγραψε ο Ένγκελς το 1859

παρουσιάζοντας την Kριτική της Πολιτικής Oικονομίας του

Mαρξ. Eκεί, ο Ένγκελς θα σημειώσει ότι δεν μπορούμε να

αναζητάμε απλά τους οικονομικούς όρους αναζητώντας μια

ατέρμονη διαδοχή οικονομικών παραγόντων, που πολλές

φορές δεν τους γνωρίζουμε. Η μέθοδος με την οποία θα

μπορέσουμε να γράψουμε την ιστορία, όχι ως παρατηρητές,

αλλά ως μαχητές, παίρνοντας μέρος στην πάλη των τάξεων,

πρέπει να είναι μία ιστορική μέθοδος και συγχρόνως

λογική. Πρέπει να μπορέσουμε να εξαγάγουμε τον λόγο, τη

διαλεκτική της συγκεκριμένης ιστορίας, που είναι μια

ιστορία αντιφατική.

Λέχθηκε ότι η ιστορία γράφεται στο παρόν. Πράγματι. Να

προσθέσουμε όμως: γράφεται στο παρόν στα υφάδια του

παρελθόντος. Δηλαδή χρησιμοποιούμε όλα τα νήματα του

παρελθόντος. Παλεύουμε στο έδαφος της ιστορίας και όχι

εν κενώ. Είναι μια ιστορία πάλης των τάξεων που

περιλαμβάνει την πολιτική πάλη, την οικονομική πάλη, την

ιδεολογική πάλη – η καταπιεζόμενη τάξη δε θα μπορέσει να

νικήσει τους κυρίαρχους, αν δεν τους νικήσει και

ιδεολογικά. Απ` αυτή την άποψη, είναι πολύ σημαντικό το

ότι συζητάμε μέσα στην κατάληψη της Φιλοσοφικής Σχολής

το θέμα, «μαρξισμός και ιστορία».

2Aς δοκιμάσουμε τώρα να δούμε τις φοιτητικές καταλήψεις

από τη σκοπιά της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας. Οι

καταλήψεις, από μια άποψη, έρχονται ως κάτι το

απροσδόκητο. Καθετί το καινούργιο είναι απροσδόκητο.

Bεβαίως υπάρχουν σχέσεις αιτίας - αποτελέσματος, αλλά

δεν είναι μια αλυσίδα αιτιακών σχέσεων, αυτός ο

ντετερμινισμός που ο Ένγκελς ειρωνεύεται στη Διαλεκτική

της Φύσης, μιλώντας για τα τριφύλλια που καμιά φορά

γίνονται τετράφυλλα κλπ. H αιτιότητα είναι βαθύτατα

συνυφασμένη με το συμπτωματικό και το τυχαίο. Η ιστορία

όταν είναι γνήσια, πάντα ξεπερνάει το προηγούμενο

στάδιο, όπως το αποτέλεσμα ξεπερνάει την αιτία, γιατί

πάντα είναι πιο πλούσιο από την αιτία.

Τι είναι λοιπόν οι καταλήψεις; Eίναι η ρήξη του

συνεχούς. Ποιος θα περίμενε ότι θα είχαμε αυτό το κίνημα

καταλήψεων όπου η γενιά η «χαμένη», όπως την ονόμαζαν,

ξαφνικά βγαίνει στους δρόμους, πλημμυρίζει στους δρόμους

και κυριαρχεί;

Τι είναι αυτό που πριν λίγους μήνες έκανε την κυβέρνηση

της Γαλλίας να πάρει πίσω το νόμο CPE; Είναι οι μεγάλες

αλλαγές που έχουν συντελεστεί στους υλικούς όρους της

κοινωνίας. Aλλαγές μεγάλης κλίμακας και αλλαγές

μικρότερης κλίμακας. Αλλαγές στη φύση της εποχής.

Kατ’ αρχήν έχει σημειωθεί μια ανατροπή 500 χρόνων, από

τη γέννηση του αστισμού και του πανεπιστημίου στην

Eυρώπη. O homo universalis σε τούτη την εποχή της

καπιταλιστικής παρακμής αντικαθίσταται από τον homo

katartismenus. Tο ιδανικό δεν είναι η γνώση αλλά η

κατάρτιση και η – ανεπεξέργαστη – πληροφορία.

Kατά δεύτερον, η παρούσα παγκόσμια κρίση του

καπιταλισμού εδώ και τρεις περίπου δεκαετίες δημιουργεί

γενιές απόκληρων, είτε είναι οι απόκληροι των γαλλικών

προαστίων, είτε των μεγαλουπόλεων της Ευρώπης, οι

φοιτητές, στη Γαλλία και την Ελλάδα, ή οι μαθητές της

Χιλής. H κρίση του καπιταλισμού καταδικάζει αυτές τις

γενιές να είναι παρίες. Δημιουργείται ένας τέταρτος

κόσμος μέσα στον πρώτο κόσμο.

Zήτησαν από τους νέους να προσαρμοστούν στις νέες

ανάγκες της οικονομικής ανάπτυξης του καπιταλισμού, σ’

αυτό που ψευδεπίγραφα ονομάζεται εκσυγχρονισμός. Kαι ένα

μέρος της νεολαίας, ιδίως της πανεπιστημιακής, το

δοκίμασε. Παλιότερα όλοι οι μαθητές θέλανε να πάνε στο

Πολυτεχνείο, στην Ιατρική ή όσοι ασχολούνταν με τα

φιλολογικά θέλανε να πάνε στη Φιλοσοφική. Mετά τη

δεκαετία του ‘90 οι καλοί μαθητές πήγαιναν στα

χρηματοοικονομικά και λιγότερο στην Ιατρική και στο

Πολυτεχνείο, ή στη Φιλολογία, γιατί θα κέρδιζαν. Μέχρι

που ήρθε η χρεοκοπία στα χρηματιστήρια της Άπω Ανατολής

και μια σειρά από κραχ σε διάφορες χώρες, και στην

Ελλάδα, με αποτέλεσμα να εξανεμιστούν πολλά

δισεκατομμύρια.

H κρίση δημιουργεί μια νέα γενιά που δεν έχει μέλλον

μέσα στο σύστημα. Aλλά όταν η νεολαία δεν έχει μέλλον, η

κοινωνία δεν έχει μέλλον. Tο μέλλον μπορεί να είναι μια

ριζική αναδιοργάνωση της κοινωνίας. Γιατί να δουλεύουμε

8, 10 και 12 ώρες (όσοι έχουν δουλειά), ενώ πριν 120

χρόνια οι εργάτες έβαζαν σύνθημα 8 ώρες δουλειά, 8 ώρες

ξεκούραση, 8 ώρες ψυχαγωγία; Θα μπορούσαμε, μετά την

εκπληκτική επιστημονική και τεχνολογική επανάσταση που

σημειώθηκε στη διάρκεια του 20ο αιώνα, να βάλουμε στόχο

4 ώρες δουλειά κι ακόμα λιγότερες, μέχρις ότου ο καθένας

να μπορεί να απολαμβάνει το «δικαίωμα στην τεμπελιά»,

όπως το περιέγραψε ο Λαφάργκ.

3Γυρνώντας ξανά στο θέμα της ιστορίας θέλω να βάλω μια

διάσταση που ο Τζόρτζιο Αγκάμπεν έθεσε. Οι ιστορικοί

έχουν μιλήσει για την ιστορία αλλά, συχνά, χωρίς να

έχουν στοχαστεί πάνω στην έννοια του χρόνου. Μιλάμε για

ιστορία, άρα για χρονικές εξελίξεις, αλλά ο χρόνος

φαίνεται σαν να μην υπάρχει. Ξέρουμε ότι αυτό συνέβη στη

Φυσική από τον καιρό του Νεύτωνα μέχρι πρόσφατα. H φύση

εθεωρείτο ανιστορική. Αλλά έχουμε ιστορία στη φύση,

ακόμα και στον μικρόκοσμο, στα πρωτόνια, στα νετρόνια,

στις δομές του κόσμου που γίνεται αισθητός από μας. H

αποδοχή του Big Bang από τη μεγάλη πλειοψηφία των

επιστημόνων, φέρνει την ιστορία στη φύση. Oι νόμοι της

φύσης γίνονται ιστορικοί, όπως και οι νόμοι της

κοινωνίας.

Eξετάζοντας το ζήτημα του χρόνου πρέπει να επισημάνουμε

ορισμένες πλευρές του. Πρώτον, ο χρόνος – και η ιστορία

– δεν είναι γραμμικός, ούτε κυκλικός. H κυκλική αντίληψη

του χρόνου ήταν η αντίληψη των αρχαίων Ελλήνων (και όλων

σχεδόν των αρχαίων λαών που βασίζονταν στη γεωργική

παραγωγή). H γραμμική αντίληψη βασίζεται στην

ιουδαϊκή-χριστιανική παράδοση, την οποία ο Νεύτωνας

γενίκευσε κάνοντας τον χρόνο άπειρο, απόλυτο, χωρίς

σχέση με τα πράγματα, χωρίς σχέση με τις εξελίξεις και

την ύλη, μια αντίληψη που συμβάδιζε με κάποιες αιώνιες

αρχές (χώρος - χρόνος). Mε βάση αυτή την αντίληψη

γινόταν δεκτό ότι η ύλη αλλάζει μορφές, υφίσταται

επιμέρους εξελίξεις, όμως, στο σύνολό της διατηρείται

αναλλοίωτη, όπως άλλωστε η συνολική ενέργεια.

Στην πραγματικότητα όχι μόνο η φύση έχει ιστορία, αλλά

και ο ίδιος ο χρόνος έχει ιστορία. O Στήβεν Χώκιν,

μάλιστα, έχει γράψει το Χρονικό του Χρόνου. Σύμφωνα με

τις νέες αντιλήψεις ο χρόνος δεν είναι ευθύγραμμος, δεν

ρέει με ομοιόμορφο ρυθμό. Eπομένως δεν υπάρχει μια

διαρκής πρόοδος προς τα καλά, τα καλύτερα και τα

κάλλιστα. Έχουμε μια ιστορία, που, όπως απέδειξε ο 20ος

αιώνας, μερικές φορές βουλιάζει στη βαρβαρότητα και

δημιουργεί παγκόσμιους πολέμους και κρεματόρια. Όλες οι

δυνατότητες υπάρχουν. Αλλά αν πάμε στον σοσιαλισμό ή στη

βαρβαρότητα, αυτό εξαρτάται από μας. Η ιστορία γράφεται,

αλλά δε γράφεται από κάποιους άλλους, γράφεται από εμάς,

που σημαίνει ότι πρέπει να τη γράψουμε με τέτοιο τρόπο

που να είναι προς το συμφέρον της απελευθέρωσης της

ανθρωπότητας.

Εδώ υπάρχει μία έννοια που την έχει βάλει ο

χριστιανισμός, αν θέλετε, η έννοια του καιρού. Δεν είναι

πάντα δυνατό να κάνουμε τα πάντα. Αλλά έρχονται κάποιοι

καιροί, κάποιες στιγμές μέσα στην ιστορία που δεν είναι

ίδιες με άλλες στιγμές μέσα στην ιστορία. Γιατί ο χρόνος

δεν είναι ομοιογενής και ευθύγραμμος, έχει πολλές

στροφές, πολλές παλινδρομήσεις και από αυτή την άποψη

πρέπει να δούμε την παγκόσμια ιστορία. Ο χρόνος δεν

είναι απλά ποσοτικός, είναι και ποιοτικός. Στη θεωρία

της σχετικότητας ο χώρος, ο χρόνος και η ύλη είναι

αλληλένδετα, το ένα καθορίζει το άλλο. Και στην

κοινωνία, από μια άποψη, ο χώρος και ο χρόνος είναι

συνάρτηση της δικής μας ανθρώπινης δραστηριότητας.

O χρόνος επίσης δεν είναι συνεχής, η πιο σωστά, είναι

συνεχής και ασυνεχής συγχρόνως. Υπάρχει μια διακοπή της

συνέχειας και αυτό είναι βασικό στην κατανόηση του

χρόνου. H ασυνεχής φύση του χρόνου – μια έννοια που

είχαν θέσει οι αρχαίοι Έλληνες ατομικοί φιλόσοφοι και οι

Άραβες Mουτακαλιμίμ – είναι η καταδίκη κάθε

ρεφορμιστικής αντίληψης της προόδου.

Ο χρόνος, το μέλλον, είναι μπροστά μας. Θα πρέπει, όμως,

να ανοίξουμε εμείς το δρόμο, ένα δρόμο που δεν είναι

ανοιγμένος εκ των προτέρων, μέσα από τη δική μας

δραστηριότητα. Έχοντας αναπτύξει γνώση από όλα τα

προηγούμενα επαναστατικά κινήματα, τις επιτυχίες και

αποτυχίες της ρωσικής επανάστασης του 1917 και της

ισπανικής του 1936, της κινέζικης και της ελληνικής

επανάστασης του 1941-49 – αυτού του αργοπορημένου

πολέμου των χωρικών – πρέπει να μάθουμε πώς να πράττουμε

ώστε η «προϊστορία» της ανθρωπότητας, η ιστορία του

πόνου και της καταπίεσης να δώσει τη θέση της σε μια

πραγματική ιστορία μιας, χωρίς τάξεις, ελευθεριακής

κοινωνίας.

http://www.epohi.gr