Η οικοδόμηση της νέας, της αταξικής κοινωνίας, του κομμουνισμού, δεν αποτελεί απλώς και μόνο μία μετάβαση από κάποιο σχηματισμό σε κάποιον άλλο, αλλά συνιστά την εμφάνιση και την διαμόρφωση ενός ριζικά νέου τύπου κοινωνικής ανάπτυξης. Πρόκειται για μία κοσμοϊστορική αλλαγή, η οποία, ως προς το βάθος, την κλίμακα και τις προοπτικές της υπερβαίνει ακόμα και την μετάβαση της αρχαιότητας από την προ-ταξική στην ταξική κοινωνία. Πρόκειται για μία άρνηση-διαλεκτική άρση, τόσο των ταξικών ανταγωνιστικών τύπων ανάπτυξης της κοινωνίας, όσο και των πριν από αυτούς βαθμίδων, δηλ. ολόκληρης της μέχρι τώρα ιστορίας της ανθρωπότητας και των προϋποθέσεων της. Η επισήμανση αυτή θα πρέπει να υπολογίζεται όταν διατυπώνονται διάφορες εικασίες και εκτιμήσεις σχετικά με τους ρυθμούς οικοδόμησης της νέας κοινωνίας, με τις δυσκολίες που προκύπτουν κ.λ.π. Η επισήμανση αυτή αφορά επίσης τις δυσκολίες, την αντιφατικότητα και τον ιδιαίτερα περίπλοκο χαρακτήρα των σχετικών θεωρητικών προσεγγίσεων..."

Δ. Πατέλη, Μ. Δαφέρμου, Π. Παυλίδη
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΡΙΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΡΙΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

12/11/2011

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ ΜΠΑΓΙΩΝΑ




ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ Λ. ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

10/11/2002 - εφημ. ΠΡΙΝ
Ο Αύγουστος Μπαγιώνας, φιλόσοφος που με τα δικά του λόγια «καλλιέργησε τον κλασσικό και σύγχρονο ορθολογισμό και υλισμό», πανεπιστημιακός καθηγητής Ιστορίας της Φιλοσοφίας και συγγραφέας σημαντικότατων βιβλίων για τη Φιλοσοφία αναφέρεται στην κυρίαρχη φιλοσοφική αντίληψη και την απουσία ιδεολογικής αντιπαράθεσης.

3/01/2011

Τρισδιάστατη επανάσταση στην παραγωγή



Αργά αλλά σταθερά οι τρισδιάστατοι εκτυπωτές πραγματοποιούν μια συγκλονιστικών διαστάσεων τεχνολογική επανάσταση στις παραγωγικές δυνάμεις, που καθιστά εξαιρετικά φθηνό το κόστος κατασκευής όχι μόνο των καθημερινών προϊόντων, αλλά επιπλέον των τροφίμων ακόμη και των κτιρίων. Ως αποτέλεσμα η αγορά χειρωνακτικής εργατικής δύναμης τείνει να εκτοπίζεται από την αγορά πνευματικής εργατικής δύναμης.



ΝΙΚΗΤΑΣ ΓΕΡΑΝΗΣ



Στις τρισδιάστατες εκτυπώσεις το μέλλον
Εκρηκτικές δυνατότητες

«Διαθέτουμε τεχνολογία που μπορεί να φτιάξει πιο πολύπλοκα πράγματα από ό,τι μπορούμε να σχεδιάσουμε». Τα λόγια ανήκουν στον επικεφαλής της Ερευνητικής Ομάδας Προσθετικής Παρασκευής του βρετανικού πανεπιστημίου του Loughborough καθηγητή Richard Hague και αναφέρονται στην τεχνολογία εκτύπωσης ...τρισδιάστατων αντικειμένων. Η προσθετική παρασκευή (additive manufacturing), αλλιώς και τρισδιάστατη εκτύπωση, λειτουργεί με την ίδια λογική που λειτουργούν οι σημερινοί εκτυπωτές. Μόνο που στη θέση του μελανιού χρησιμοποιείται ένα υλικό, όπως μέταλλο σε σκόνη ή πλαστικό. Ο εκτυπωτής στερεοποιεί το υλικό σε αλλεπάλληλες στρώσεις μέχρι που προκύπτει ένα πραγματικό τρισδιάστατο αντικείμενο. Η τεχνική μπορεί ήδη να εφαρμοστεί σε οποιοδήποτε καταναλωτικό προϊόν που αποτελείται από ένα υλικό, από κοσμήματα μέχρι έπιπλα. Οι προοπτικές είναι ανεξάντλητες, καθώς μηχανικοί οραματίζονται ήδη την εκτύπωση ολόκληρων ...κτιρίων.

6/28/2009

ΝΕΟ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ

Στο πλαίσιο της αδυναμίας του καπιταλισμού να διαμορφώσει μια μακρά περίοδο οικονομικής ευφορίας ωριμάζει μια ιστορική αναμέτρηση ανοιχτή σε πολλαπλές και απρόβλεπτες διαφοροποιήσεις και παραλλαγές, αλλεπάλληλα αγωνιστικά επεισόδια και μεταστροφές που θα περιστρέφονται αμείλικτα γύρω από δύο ενδεχόμενα: είτε μια νέα εργατική επανάσταση προς τον κομμουνισμό είτε μια καταστροφική πορεία της ανθρωπότητας και του κοινωνικού ανθρώπου.

Παρ' όλες τις αλληλοσυγκρουόμενες εξαγγελίες ανύψωσης του ηθικού της αγοράς από μέρους των κάθε λογής μεγαλόσχημων οικονομικών παραγόντων και των διεθνών οργανισμών οι ενδείξεις σταδιακής ανάκαμψης από την κρίση παραμένουν εξαιρετικά πενιχρές. Απ' την άλλη μεριά αυξάνονται ειδικά για την Ευρωπαϊκή οικονομία και την Ιαπωνία οι προβλέψεις συρρίκνωσης κοντά στο "πλην" 5% και στο "πλην" 7% αντίστοιχα για το 2009, γεγονός που δείχνει το βάθεμα της κρίσης στην "πραγματική οικονομία" όπως εκφράζεται κυρίως σ' αυτές τις κατ' εξοχήν περιοχές βιομηχανικής παραγωγής και εξαγωγής, πράγμα που επιδρά ιδιαίτερα στις ιδιομορφίες της δικής μας χώρας που φτάνουν μέχρι και σε απειλή χρεοκοπίας και ενός είδους Αργεντινοποίησης. Ο ΟΟΣΑ προειδοποιεί ότι οι όποιες τάσεις ανάκαμψης θα 'ναι "αργές και εύθραυστες" με παράλληλη εκτίναξη της ανεργίας τουλάχιστον για την επόμενη πενταετία σε εφιαλτικά επίπεδα.

Εν τω μεταξύ το βάθεμα της κρίσης στην πραγματική οικονομία διαμορφώνει συνθήκες νέας φούσκας στον χρηματοπιστωτικό τομέα με αποτέλεσμα την εξοργιστική κλιμάκωση των ενέσεων ρευστότητας στο τραπεζικό σύστημα ειδικά στον Ευρωπαϊκό χώρο. Η προσπάθεια "μετασχηματισμού" της κρίσης από χρηματοπιστωτική και παραγωγική σε "κυρίως δημοσιονομική", με βάση τα ελλείμματα απ' τις τεράστιες παροχές στο κεφάλαιο, σφραγίζει την αστική στρατηγική για μια δεκάχρονη τουλάχιστον περίοδο απότομης και απόλυτης επιδείνωσης και εξαθλίωσης των εργατικών αμοιβών και των συνθηκών ζωής των καταπιεζομένων σε παγκόσμια κλίμακα.

Η σημερινή κρίση αποτελεί μια πρώτη μόνο εκδήλωση ενός ανώτερου κύκλου ιστορικής ιστορικής κρίσης του καπιταλισμού, κλονισμού του ρόλου της "ανταλλακτικής αξίας" και του χρήματος, της καπιταλιστικής ατομικής ιδιοκτησίας. Είναι κρίση δυνητικής δομικής αποσταθεροποίησης των κυρίαρχων κοινωνικών σχέσεων, της αστικής πολιτικής ηγεμονίας και κυριαρχίας που δεν "χωράνε" την εκτίναξη των κατακτήσεων του κοινωνικού πολιτισμού, την ποσοτική και ποιοτική ανάπτυξη της σύγχρονης εργατικής τάξης, τις ανώτερες, εν δυνάμει, πολιτικές και πολιτιστικές ανάγκες και δυνατότητές της.

Ανεξάρτητα από τις πολλαπλές σκοπιμότητες των αστικών εξαγγελιών η κρίση με την σημερινή έκφρασή της σταδιακά, αργά η γρήγορα, πρόκειται να "ξεπερασθεί" μόνο και μόνο για να "επιστρέψει" με νέες μορφές και με μεγαλύτερη ένταση στα πλαίσια αυτού του νέου ιστορικού κύκλου.

Ωστόσο οι τάσεις αντικαπιταλιστικής και επαναστατικής ανάπτυξης της εργατικής αντίστασης και πάλης δεν εξαρτώνται αυτόματα από την βασική οικονομική πλευρά της κρίσης, αλλά συνδέονται διαλεκτικά με τις πολλαπλές εκφράσεις και διακυμάνσεις του συνολικού ιστορικού χαρακτήρα της, με την εξέλιξη της ταξικής πάλης και την συνειδητή παρέμβαση του επαναστατικού υποκειμενικού παράγοντα. Άλλωστε όπως έχει παρατηρηθεί ιστορικά και όπως εμφανίζεται και στην πρώτη φάση της σημερινής συγκυρίας, είναι οι κληρονομημένοι συσχετισμοί, το "πάγωμα", ο κοινωνικός φόβος και η αγωνία της απότομης επιδείνωσης που βαραίνουν συνήθως σε πρώτο επίπεδο, μέχρις ότου διαμορφωθούν οι συνθήκες "του δεν πάει άλλο" που σφραγίζουν κατά κανόνα τα "μακρά κύματα" των οικονομικών και δομικών κλονισμών σαν κι αυτό που ξετυλίγεται μπροστά στα έκθαμβα μάτια της σύγχρονης κοινωνίας.

Απέναντι σ' αυτή την προοπτική το βασικό για τον καπιταλισμό και την αστική στρατηγική δεν είναι μόνο ή κυρίως η όσο το δυνατόν "ανώδυνη" κοινωνικά και πολιτικά διέξοδος από τη σημερινή πρωτοφανή υφεσιακή συγκυρία. Το βασικό για τον καπιταλισμό είναι να διαμορφώσει παραγωγικές κοινωνικοπολιτικές και γεωστρατηγικές προϋποθέσεις για να μπορέσει να κατακτήσει μια νέα και ανώτερη αν είναι δυνατόν μακρά περίοδο δυναμικής άνθησης και ανάπτυξης της κερδοφορίας και "διαιώνισης" της αναπαραγωγής του. Ας σημειωθεί ότι τέτοιες σχετικά μακρόχρονες ανοδικές περιόδους ο καπιταλισμός γνώρισε ιστορικά μόνο δύο. Την πρώτη του περίοδο στο αρχικό του στάδιο μέχρι την αντιδραστική τομή και την κρίση του τέλους του 19ου αιώνα και την δεύτερη στην "χρυσή εποχή" μετά τις τεράστιες καταστροφές και το τέλος του 2ου παγκόσμιου πολέμου, μια περίοδος που παρατάθηκε "πολιτικά" παρά την κρίση του 1973 μέχρι περίπου το 1997 με βάση την καπιταλιστική ανασυγκρότηση και την στρατηγική ήττα του εκφυλισμένου πλέον εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος.

Μια τέτοια όμως προοπτική με βάση τη σημερινή ποιοτική όλων των θεμελιακών του αντιφάσεων είναι καθαρά ουτοπική.

Ο καπιταλισμός ωστόσο θα κυνηγήσει ως το τέλος το νέο καπιταλιστικό όνειρο οργανώνοντας πρωτοφανείς στρατηγικές αναδιαρθρώσεις στο τεχνολογικό και παραγωγικό του μοντέλο, στην παραπέρα καθήλωση και διαστρέβλωση των παραγωγικών δυνάμεων, στην ανασυγκρότηση όλων των κοινωνικών και εργασιακών σχέσεων και βασικά στο δομικό κατακερματισμό και στην διάσπαση της εργατικής τάξης, στο συνολικό πολιτικό εποικοδόμημα και στις διεθνείς γεωστρατηγικές σχέσεις που εγκυμονούν εφιαλτικές καταστροφές για την εργατική τάξη και τους λαούς. Σ' αυτά τα πλαίσια ωριμάζει μια κορυφαία καμπή στην ιστορία των ταξικών αγώνων μια ιστορική αναμέτρηση ανοιχτή σε πολλαπλές και απρόβλεπτες διαφοροποιήσεις και παραλλαγές αλλεπάλληλα αγωνιστικά επεισόδια και μεταστροφές βίαιες καπιταλιστικές επιθέσεις και ενδιάμεσες ανακωχές που θα περιστρέφονται αμείλικτα γύρω από δύο βασικά, αντίθετα και ασυμφιλίωτα ενδεχόμενα. Είτε μια νέα εργατική επανάσταση προς το κομμουνισμό που θα ξεπερνάει και θα ολοκληρώνει όλες τις μέχρι τώρα επαναστάσεις, είτε μια αδύνατον να υπολογισθεί σήμερα καταστροφική πορεία της ανθρωπότητας και του κοινωνικού ανθρώπου που θα "ξεπερνάει" όλες τις μέχρι τώρα καταστροφές και όλες τις ήττες.

Μπροστά σ' αυτήν την προοπτική η Αριστερά και ειδικά οι επαναστατικές της δυνάμεις είναι υποχρεωμένες να επανατοποθετήσουν σε νέες αφετηρίες μια διπλή αλληλένδετη προσπάθεια σύνδεσης της επαναστατικής κομμουνιστικής στρατηγικής με την αντικαπιταλιστική τακτική. Η προσπάθεια αυτή αφορά πρώτον μια πιο συγκεκριμένη πολιτική αποσαφήνιση του άμεσου αντικαπιταλιστικού προγράμματος που θα επιδιώκει υλικά τακτικά ρήγματα στην συνέχεια των βασικών νόμων της καπιταλιστικής κυριαρχίας και ειδικά στο νόμο της σχετικής (και απόλυτης σήμερα) εξαθλίωσης των εργαζομένων και της νεολαίας, στο νόμο της αστικής πολιτικής ηγεμονίας απέναντι στον ανεξάρτητο πολιτικό ρόλο του μαζικού κινήματος και στο νόμο του συνδυασμού των εθνικών και διεθνών πλευρών της καπιταλιστικής κυριαρχίας. Πρόκειται για ένα πρόγραμμα που θα μπορεί να προωθεί την πιο πλατεία αγωνιστική ενότητα, να αποσπά νίκες και κατακτήσεις προς όφελος των εργαζομένων, να κλονίζει την καπιταλιστική στρατηγική και να προωθεί έμπρακτα με την ίδια την πείρα των εργαζομένων την επαναστατική αναγκαιότητα και δυνατότητα προς τον κομμουνισμό. Στην παραπάνω βάση η πολιτική μάχη θα δοθεί σε τέσσερις βασικούς άξονες: στο κοινωνικό ζήτημα, στα πεδία της αντικαπιταλιστικής αναδιανομής του εισοδήματος (με την απότομη μείωση των κερδών απέναντι στην μείωση των αμοιβών), γενικότερα στα ζητήματα της εργασίας, των απολύσεων της ανεργίας, της ασφάλισης, των ιδιωτικοποιήσεων, της περιβαλλοντικής αναβάθμισης, της παιδείας. της υγείας κλπ. Στο ζήτημα της Δημοκρατία; και των ελευθεριών που απαιτεί η εποχή μας με βασικό μέτωπο την πολιτική συγκρότηση του ανεξάρτητου μαζικού κινήματος των εργαζομένων και την ντε φάκτο επιβολή του υπέρτατου "δίκαιου του αγώνα". Στο ζήτημα της ΕΕ, του πολέμου, της αποδέσμευσης από τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς. Στο ζήτημα του γενικότερου πολιτισμικού πολέμου απέναντι στην σκοταδιστική εκστρατεία του κεφαλαίου, στην αναγέννηση ενός νέου εργατικού διαφωτισμού, στην τομή όσον αφορά τον ενωτικό πολιτισμό του ταξικού και επαναστατικού αγώνα, της εργατικής, επαναστατικής και κομμουνιστικής οργάνωσης.

Η προσπάθεια αυτή προϋποθέτει παράλληλα μια όσο το δυνατόν πιο άμεση τομή στην προγραμματική στρατηγική και πολιτική φυσιογνωμία και συσπείρωση των κομμουνιστικών δυνάμεων της εποχής μας, όλων των ρευμάτων όλων των γενιών και "όλων των όπλων". Υπάρχει αναγκαιότητα και δυνατότητα, μέσα από μεγάλες αμοιβαίες προσπάθειες των ανεξάρτητων πρωτοπόρων κομμουνιστών όλων των ρευμάτων και όλων των κομμάτων και ειδικά της επαναστατικής Αριστεράς που επιδιώκουν να προωθήσουν μια τομή στο πρόγραμμα του κομμουνισμού και της επαναστατικής πάλης της εποχής μας, να συμβάλλουν στην συγκέντρωση των δυνάμεων ενός νέου κόμματος του επαναστατικού κομμουνισμού και της εργατικής χειραφέτησης από κάθε καταπίεση. Να συμβάλουν έτσι στην άμεση υλική προβολή της αναγκαιότητας και της δυνατότητας των λύσεων της επανάστασης προς τον κομμουνισμό στα κρίσιμα πολιτικά μέτωπα της σημερινής αναμέτρησης και στη γονιμοποίηση της σχετικά αυτοτελούς αντικαπιταλιστικής πολιτικής γραμμής.

Το καθοριστικό και άμεσο καθήκον
ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΓΙΑ ΜΙΑ ΝΕΑ, ΑΝΩΤΕΡΗ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΑΛΛΗ ΦΟΡΑ, ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΠΡΟΣΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟ

Το πιο καθοριστικό και ταυτόχρονα το πιο άμεσο καθήκον των επαναστατών, ιδιαίτερα στην κατάσταση της εμφανιζόμενης νέας ιστορικής κρίσης του συστήματος, είναι να υπερασπίζονται την δυνατότητα και την προοπτική μιας νέας και ανώτερης από κάθε άλλη φορά, επανάστασης προς τον κομμουνισμό. Μιας επανάστασης που θα στηρίζεται στις ποιοτικά προωθημένες απαιτήσεις, τις ιστορικές εμπειρίες και τις κατακτήσεις του κοινωνικού και εργατικού πολιτισμού της εποχής μας. Αυτό το καθήκον δεν σημαίνει ότι ευτελίζεις την επανάσταση σε ζήτημα άμεσης επιβολής, σε προγραμματικό ελιξήριο "για όλες τις χρήσεις", όταν δεν υπάρχουν ακόμα οι επαναστατικές συνθήκες και οι συσχετισμοί, όταν κορυφώνεται, όπως συμβαίνει σήμερα, η αντίθεση ανάμεσα στις νέες αντικειμενικές αναγκαιότητες - δυνατότητες και στην ανετοιμότητα και στην καθήλωση του υποκειμενικού παράγοντα και του συνολικού εργατικού κινήματος. Αντίθετα σημαίνει ότι η μετασχηματισμένη στρατηγική της επανάστασης γίνεται οδηγός για δράση, "παίκτης - προπονητής", για το σχετικά αυτοτελές άμεσο πολιτικό πρόγραμμα, για την ενωτική αντικαπιταλιστική πάλη και την ανατροπή της εξοντωτικής επίθεσης του κεφαλαίου, για την επιβίωση και τις ελευθερίες των εργαζομένων. Αυτό το καθήκον σημαίνει συμβολή στη προσπάθεια κατάκτησης του δικού τους εργατικού "επαναστατικού δρόμου" με την αγωνιστική εμπειρία και με την σκέψη τους. Σημαίνει σε κάθε περίπτωση αυτοτελής αντικαπιταλιστική πολιτική γραμμή και πάλη σε περιεχόμενο και μορφή, γύρω απ' όλα τα μεγάλα προβλήματα της επιβίωσης της ελευθερίας και της συνολικής χειραφέτησης σε αντιπαράθεση με τα σύγχρονα δόγματα, την στρατηγική, τις κυβερνήσεις, τους θεσμούς και την ηγεμονία της αστικής πολιτικής και των μορφών της. Σημαίνει διαπάλη για ηγεμονία της αντικαπιταλιστικής πολιτικής "μέσα απ' την αγωνιστική ενότητα" σ' ένα μετασχηματιζόμενο μαζικό πολιτικό κίνημα των εργαζομένων και της νεολαίας, και όχι το αντίστροφο. Σημαίνει πάλη για την συγκρότηση της νέας ευρύτερης εργατικής κομμουνιστικής πρωτοπορείας με βάση τις γνώσεις και τις δυνατότητες της εποχής μας για τον ριζικό ματασχηματισμό και την ενιαία δράση του πολιτικού μαζικού εργατικού κινήματος. Σημαίνει Κόμμα για το εργατικό κίνημα και όχι εργατικό κίνημα για το κόμμα. Σημαίνει πάλη για υλικές - πολιτικές κατακτήσεις , για μικρές και μεγάλες νίκες, για φωτεινά μονοπάτια στην εμπειρία των εργαζομένων, που να μπορούν να μετατρέπουν και τις ήττες σε ανώτερη σκέψη και πράξη. Σημαίνει μέτωπο απέναντι στον πολιτισμό της ατομικής ιδιοκτησίας των ιδεών, της πολιτικής και των κοινωνικών ανθρώπων μέσα στο εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα. Η ελπιδοφόρα προσπάθεια της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και οι ευρύτερες δυνάμεις της κομμουνιστικής και επαναστατικής Αριστεράς και της αντικαπιταλιστικής πάλης θα συμβάλλουν καταλυτικά και στην συγκρότηση του πόλου της επαναστατικής αντικαπιταλιστικής Αριστεράς και στην συγκέντρωση των δυνάμεων του νέου προγράμματος και του επαναστατικού κόμματος και στην οικοδόμηση του αυτοτελούς πολιτικού μετώπου του μαζικού κινήματος.



ΚΩΣΤΑΣ ΤΖΙΑΝΤΖΗΣ
ΠΡΙΝ 28/06/2009

3/16/2009

Για το μεταμοντέρνο


Κώστας Παλούκης, εφημ. Πριν

Από τη μόδα του «μετά + κάτι» που κατέκλυσε τις κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες στις αρχές της δεκαετίας του 1990 φαίνεται ότι μόνο μια έννοια, το μεταμοντέρνο, κατάφερε να αντέξει στο χρόνο. Ουσιαστικά, κατάφερε να ηγεμονεύσει σε όλα τα άλλα «μετά + κάτι» και να τα ενσωματώσει σε ένα ενιαίο φιλοσοφικό και κοινωνιολογικό όρο. Αυτή η εσωτερική νίκη του «μεταμοντέρνου» θα συνδυαστεί με μια επικέντρωση και όξυνση των αντιπαραθέσεων.

Στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στο πεδίο της ιστοριογραφίας, οι οξείς αφορισμοί εναντίον του δίνουν την εντύπωση ότι το μεταμοντέρνο έχει κατακλύσει τον χώρο. Στα στρατόπεδα που αντιπαρατάχθηκαν από τη μία κυριαρχεί ένας σχεδόν φοβικός «αντιμεταμοντερνισμός», ο οποίος βρίσκει παντού το δάχτυλο του τρισκατάρατου και αρνείται κάθε συζήτηση και διαπραγμάτευση στο όνομα της υπεράσπισης ενός παλιού, καθαρού και άγιου μαρξισμού. Από την άλλη όμως δεν εμφανίζεται κανένας απολογητής του μεταμοντερνισμού, που να εντάσσεται διακηρυχτηκά σε αυτό το ρεύμα και να το προσδιορίζει με σαφήνεια. Στις περισσότερες περιπτώσεις δεν αναγνωρίζεται καν η ύπαρξή του στην Ελλάδα. Επαγγέλεται η ανανέωση, ο εκσυγχρονισμός του ιστορικού παραδείγματος, η δημιουργία μιας «νέας ιστορίας». Μάλιστα, αυτή η ανανεωτική επαγγελία εντοπίζεται με όλα σχεδόν τα πολιτικά πρόσημα.

Γενικά, όμως το κίνημα της «νέας ιστορίας» μπορεί να διαχωριστεί σε δύο γενικές ανανεωτικές τάσεις με κριτήρια τόσο τη μεθοδολογία, όσο και τη στοχοθεσία και τα συμπεράσματα. Μία τάση επιχειρεί να αναθεωρήσει την κυρίαρχη ιστοριογραφική άποψη για το χαρακτήρα του αντιστασιακού κινήματος. Αυτή συγκροτεί μια αρκετά συνεκτική ομάδα γύρω από τον Ν. Μαρατζίδη και τον Στ. Καλύβα. Οραματιζόμενοι ένα «νέο ιστορικό κύμα» επιμένουν σε εμπειρικά δεδομένα στηριγμένα σε ποσοτικές καταμετρήσεις. Μέσω μιας κατά ένα τρόπο τεχνοκρατικής επανάστασης στην προσέγγιση των πηγών, υπερθεματίζουν υπέρ της αντικειμενικοποίησης, ουδετεροποίησης και ιδεολογικής απεξάρτησης της μεθοδολογίας. Συγκεκριμένα, περιστρέφουν το ενδιαφέρον τους κυρίως γύρω από ζητήματα βίας και την ποσοτικοποιούν. Π.χ. τόσοι σκοτώθηκαν από τον ΕΛΑΣ στην Αργολίδα, αλλού οι εκτελέσει πυκνώνουν, αλλού αραιώνουν× αποξενώνουν τις ένοπλες συγκρούσεις από τα πολιτικά οράματα και τους πολιτικούς υλικούς όρους γένεσής τους× και κυρίως επιμένουν σε αιτίες που συνδέονται με οικογενειακές, τοπικές, φυλετικές αντιπαραθέσεις. Το αποτέλεσμα είναι βέβαια άκρως πολιτικό: το ΕΑΜ, ο ΕΛΑΣ, ο ΔΣΕ, το ΚΚΕ εμφανίζονται να διακατέχονται από έναν ενδογενή πολιτικό δολοφονικό φανατισμό. Αυτό το «νέο κύμα» συντονίζεται καθαρά με τα ρεύματα αναθεωρητισμού της ιστορίας που κυριαρχούν στην Ευρώπη και που τελικά αποσκοπούν στον ιδεολογικό στιγματισμό του «κομμουνισμού».

Η άλλη τάση επιχειρεί να εντάξει στις προβληματικές της ελληνικής κοινωνικής ιστορίας νέα ερωτήματα μετατοπίζοντας την οπτική από την αντικειμενική υλική θέση των δρώντων υποκειμένων στην υποκειμενική εξατομικευμένη διάστασή τους. Δεν είναι τα κόμματα, οι οργανώσεις, τα σωματεία, οι εφημερίδες, οι τάξεις, αλλά τα πρόσωπα που ενδιαφέρουν και η δική τους βιωμένη πραγματικότητα. Η προφορική ιστορία, η πολιτισμική ιστορία, η ιστορική ανθρωπολογία, η ιστορία του φύλου ή της γυναίκας συγκροτούν τα καινούρια ιστορικά πεδία. Σε αυτό το παιχνίδι της αποδόμησης και των ταυτοτήτων η οξύτερη αντιπαράθεση αφορά κυρίως το ζήτημα του έθνους και διεξάγεται μεταξύ των Χρ. Χατζηιωσήφ και Αντ. Λιάκο. Δεν αποσκοπούν όλοι οι εκφραστές του στην Ελλάδα όμως να αποκοπούν εντελώς από τα μαρξιστικά αναλυτικά εργαλεία, αλλά στην πραγματική ανανέωση του μαρξιστικού παραδείγματος. Για παράδειγμα το έργο της Ρίκη Μπουσχότεν, Ανάποδα χρόνια: συλλογική μνήμη και ιστορία στο Ζιάκα Γρεβενών (1900-1950), αποτελεί πρότυπη εργασία όπου εντάσσει με επιτυχία τα συμπεράσματα της αντλούμενης υποκειμενικής εμπειρίας στα κοινωνικά συμφραζόμενα και την ταξική αντιπαράθεση (και όχι μόνο ταξική διαστρωμάτωση). Ο βασικός αντίπαλος στην περίπτωση αυτή είναι ο δογματικός μαρξισμός που αδυνατεί να ενσωματώσει τις νέες προβληματικές και ο «ολοκληρωτικός κομμουνισμός», δηλαδή ο «σταλινισμός». Βέβαια υπάρχει στην Ελλάδα και αναπαράγεται μία οπτική, κυρίως εκφρασμένη από έλληνες υπ. διδάκτορες του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου της Φλωρεντίας, που σταματάει να συνομιλεί εντελώς με τα μαρξιστικά παραδείγματα και στέκεται τελικά εχθρικά στο κομμουνιστικό πρόταγμα. Το έργο της ιταλίδας Λουίζας Πασσερίνι «Σπαράγματα Ιστορίας» συνιστά το αντιπροσωπευτικότερο σε μια τέτοια προφορική ιστορία. Το άτομο, η γυναίκα, ο εργάτης, το θύμα του φασιστικού ή σταλινικού ολοκληρωτισμού κινεί την ιστορία μόνο του με τις δικές του αποκλειστικά δυνάμεις× πετυχαίνει μικρές ανατροπές που αλλάζουν τη ζωή του και μόνο σε τελική ανάλυση σε ένα ανώτερο αφαιρετικό επίπεδο την κοινωνία.

Ποια στοιχεία συνέχουν αυτές τις δύο διαφορετικές ανανεωτικές απόπειρες και πως εκφράζεται το «μεταμοντέρνο» μέσα από αυτές; Η δεύτερη περίπτωση είναι σαφώς η κλασσική «μεταμοντέρνα». Χάνονται οι δομές, οι σχέσεις των ανθρώπων, οι συλλογικότητες και οι νόμοι που κινούν την ιστορία και εμφανίζεται το άτομο ως ο κεντρικός κινητήριος μοχλός της ιστορίας. Τα πρόσωπα και τα συμβάντα, μικρά ή μεγάλα, τα συναισθήματα και η βιωμένη εμπειρία συνιστούν το κεντρικό αφήγημα. Αναδεικνύεται ένας «νέος ιστορικισμός». Οι ιδέες και η συνείδηση υποβιβάζονται στο πεδίο των ταυτοτήτων. Ο λόγος και το κείμενο αυτονομούνται και απολυτοποιούνται. Ο αισθητικός φορμαλισμός κυριαρχεί, η λογοτεχνία και η ιστορία συναντιούνται ξανά. Ο λόγος για το λογο, η τέχνη για την τέχνη, η δράση για τη δράση, η ιστορία για την ιστορία. Ο ορθολογισμός, η αιτιοκρατία, οι νομοτέλειες ορθώνονται ως το αντίπαλο δέος που οδηγούν στον ολοκληρωτισμό.

Η άλλη όψη αυτού του απολίτικου, ουδετεροποιημένου, εξατομικευμένου, χωρίς πολιτικό πρόσημο αισθητισμού είναι ο τεχνοκρατισμός. Η υποταγή στα εμπειρικά δεδομένα και στους αριθμούς, στην αυστηρή καταμέτρηση όλων των υποπεριπτώσεων και στην αφαιρετική συνολικοποίησή τους. Αυτοί οι αριθμοί μπορούν και ορθώνουν από μόνοι τους την πραγματική αλήθεια.

Και στις δύο περιπτώσεις αποθεώνεται το ατομικό υπερεγώ και οι πράξεις του χωρίς σοβαρή συναρμογή με τα κοινωνικά συμφραζόμενα, αποθεώνεται ο βιωμένος εμπειρισμός. Αναδεικνύεται από κοινού μια διαχειριστική προσέγγιση των πηγών είτε αισθητικιστική είτε τεχνοκρατική. Αυτό που εμφανίζεται είναι από τη μία ο κατακλυσμός του θυμικού και από την άλλη ο κατακλυσμός της τεχνοκρατίας, δηλαδή οι αυτονομημένες εκδοχές της χαμένης πολιτικής ολότητας. Και αυτό είναι το μεταμοντέρνο. Ένας νέος συντηρητισμός που «βασίζεται στην αβασάνιστη υπόθεση ότι η πολιτική ενόραση μιας ριζικά διαφορετικής κοινωνίας ήταν προβολή της προσωπικής μεταφυσικής της ταυτότητας» (Frederic Jameson). Η πολιτική εξαφανίζεται γιατί ακριβώς εξαφανίζεται η ταξική πολιτική. Το «νέο» της νεωτερικότητας έχει ολοκληρωθεί. Ο καπιταλισμός έχει καταπιεί προ πολλού το παλιό. Τώρα τα πάντα είναι «νέα» και εξαστισμένα, οπότε η αντιπαράθεση νέου και παλιού, προμοντέρνου και μοντέρνου χάνει το νόημά της. Οι καπιταλιστικές αξίες του εξατομικευμένου εμπειρισμού κυριαρχούν. Ενώ εμφανίζονται ουδέτερες, αποκτούν ένα ιδεολογικό και υλικό πρόσημο στη ταξική αντιπαράθεση καθώς αρνούνται φοβιστικά τη συλλογική δράση, τη στράτευση σε ένα όραμα, ενώ τελικά υπηρετούν βέβαια ένα.

Η απάντηση σε αυτό το «μεταμοντέρνο» δεν μπορεί να είναι η φοβιστική καταγγελία, η απομόνωση και η οχύρωση πίσω από τις παλιές αλήθειες. Αυτός ο δρόμος οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην ήττα. Ο μαρξισμός δεν είναι μια αυτιστική θεωρία που αναπτύσσεται μόνη της σε μια δική της νησίδα αλήθειας. Είναι η άλλη όψη αυτού του κόσμου. Ο κομμουνισμός πάντα εξελισσόταν συνομιλώντας με τον αστισμό, έπαιρνε τα όπλα του και τα υπέτασσε στο όραμα της κομμουνιστικής απελευθέρωσης. Οι μαρξιστικές θεωρίες ήταν πρώτα και κύρια κριτική υιοθέτηση μέσα από ένα μετασχηματισμό της οπτικής των αστικών ιδεων. Δε θα μπορούσε να νικήσει ο Λένιν εάν δεν έφτιαχνε μια δική του επαναστατική θεωρία για το ιμπεριαλισμό, όταν όλοι οι αστοί και οι ρεφορμιστές μιλούσαν και αναγνώριζαν ένα νέο ιμπεριαλιστικό στάδιο. Το «μεταμοντέρνο» είναι μια πραγματικότητα, η ιδεολογία και η πρακτική του ολοκληρωτικού καπιταλισμού. Ας φτιάξουμε το μαρξισμό, την ιστορία και το επαναστατικό πολιτικό υποκείμενο που θα απαντήσει σε αυτή την εποχή.

Ένα νέο αριστερό ιστορικό ρεύμα οφείλει, λοιπόν, να εκσυγχρονίσει τη φαρέτρα του και να χρησιμοποιήσει να καινούρια αυτά όπλα τόσο της «ποιοτικής» όσο και της «ποσοτικής» ιστορίας. Οι έννοιες του φύλου, των ταυτοτήτων, η αποδόμηση του έθνους, η προφορική ιστορία δεν είναι a priori εχθρικά σε μια υλιστική προσέγγιση. Ακριβώς το αντίθετο από ό,τι δείχνουν κάποιες εργασίες. Επίσης, ο τεράστιος αυτός όγκος δουλειάς που έγινε για να αποδειχθεί ότι ο ΕΛΑΣ σκότωνε, δηλαδή να αποδειχθεί το αυτονόητο σε έναν πόλεμο, μπορεί να χρησιμεύσει και διαφορετικά. Τα ποσοτικά στοιχεία και η γνώση της ποσοτικής έρευνας μπορεί και αυτή να υπαχθεί σε μια άλλη προοπτική. Αυτή μπορεί και πρέπει να είναι η δική μας απάντηση

1/13/2009

Γ. Γράψας: Οργάνωση, μέτωπο και κίνημα



Άρθρο του Γ. Γράψα για την επαναστατική οργάνωση στην εποχή μας

Για να εκτιμήσουμε νηφάλια την μέχρι τώρα προσπάθεια μας και τον προβληματισμό για τη συγκέντρωση των πολιτικών επαναστατικών δυνάμεων, χρειάζεται να προσδιορίσουμε ορισμένα κοινά σημεία αναφοράς. Αυτά σχετίζονται με ερωτήματα και σκέψεις που παρουσιάζονται στην καθημερινή μας ζωή. Πώς διαμορφώνεται το πολιτικό επαναστατικό υποκείμενο στις σημερινές συνθήκες; Ποια είναι η σχέση αυτού του υποκειμένου με την υπόλοιπη κοινωνία; Ποια η σύνδεση του με τη μαζική πολιτική δράση;
Οι απαντήσεις σ’ αυτά τα ερωτήματα χρειάζεται ν’ αξιοποιούν το επιστημονικό κεκτημένων συλλήψεων και εφαρμογών του Μαρξ, του Λένιν, ν’ απορρίπτουν την υποταγή, τον αντεπαναστατικό χαρακτήρα της κατεστημένης Αριστεράς· να επιχειρούν κυρίως ένα ποιοτικό και ποσοτικό αίτημα παίρνοντας υπόψη τους τις νέες δυνατότητες και τις νέες συνθήκες που διαμορφώνονται σήμερα στην εργατική τάξη.

Βασικό στοιχείο της νέας προσπάθειας είναι ν’ αντιμετωπίσουμε τον κατακερματισμό της ιδεολογίας, της πολιτικής πράξης και της μαζικής δράσης των πρωτοπόρων εργατικών δυνάμεων, που επέβαλε η αντίληψη των παραδοσιακών ΚΚ. Η αποξένωση της ιδεολογίας απ’ την πολιτική και τη μαζική δράση μετέτρεπε την ιδεολογική «δουλειά» σε θεολογία, την πολιτική σκέψη σε προνόμιο των πολιτικών γραφείων και τη μαζική δράση σε καταναγκαστικό πρακτικισμό. Το όλο σχήμα στηριζόταν στην εξοργιστική αντιμαρξιστική λογική που αρνιόταν στην ουσία την επαναστατική δυνατότητα της εργατικής τάξης, αφού θεωρούσε το κόμμα αποκλειστικό φορέα και ιδιοκτήτη αυτής της δυνατότητας.

Επομένως, γι’ αυτούς τους λόγους αλλά όχι μόνο αντιμετωπίζουμε με νέο τρόπο τη συγκρότηση του πολιτικού υποκειμένου:
Δεν προσπαθούμε μόνο να συγκροτήσουμε μια μεταβατική επαναστατική εργατική οργάνωση. Προωθούμε παράλληλα τις διαδικασίες διαμόρφωσης ενός πολιτικού μετώπου και μιας αριστερής πτέρυγας του κοινωνικού, διεκδικητικού κινήματος που θα αντιμάχονται συνολικά, από επαναστατικές θέσεις, την καπιταλιστική ανασυγκρότηση.

Η μεταβατική επαναστατική εργατική οργάνωση, το αριστερό ριζοσπαστικό μέτωπο και η αριστερή πτέρυγα του μαζικού κινήματος, στη διαλεκτική τους αλληλεπίδραση παράγουν ταξική συνείδηση, ένα νέο ταξικό «πολιτισμό», με την πλατιά έννοια.

Συμβάλλουν στη μετατόπιση και ουσιαστική αλλαγή των ταξικών συσχετισμών και δεν παράγουν απλά κάποια θεωρητικά, πολιτικά, μαζικά ή οργανωτικά «αποκρυσταλλώματα».

Οι τρεις αυτές διαδικασίες συνδέονται άρρηκτα μεταξύ τους, και συμβάλλουν, σε διαφορετικά βέβαια επίπεδα, στην ανάπτυξη επαναστατικής θεωρίας, πολιτικής σκέψης και δράσης. Μπορούν να διαμορφώσουν νέους δεσμούς με τις κοινωνικές δυνάμεις που επιδιώκουν την ανατροπή του καπιταλισμού.

Ωστόσο η κάθε μια απ’ αυτές τις διαδικασίες έχει την αυτοτέλεια της, την ειδική αξία της, το ειδικό βάρος της, αλλά και τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της.

Στην επαναστατική οργάνωση το κυρίαρχο στοιχείο είναι η δημοκρατικά οργανωμένη συζήτηση και πράξη για τη συλλογική διαμόρφωση ιδεολογίας και θεωρίας από τη σκοπιά του κομμουνισμού, για το στρατηγικό στόχο, την πολιτική τακτική και την κοινωνική πάλη. Είναι, όμως, και η ενασχόληση για τη συγκρότηση του Αριστερού Ριζοσπαστικού μετώπου και της Αριστερής πτέρυγας του κοινωνικού κινήματος. Στο Αριστερό Ριζοσπαστικό μέτωπο, το βασικό στοιχείο είναι η πολιτική δράση, η πολιτική συσπείρωση σε ενιαία κατεύθυνση όλων των δυνάμεων της τάξης που αντιπαλεύουν τις βασικές κυρίαρχες επιλογές. Παράλληλα το Αριστερό Ριζοσπαστικό μέτωπο συμβάλλει και στην επεξεργασία όχι μόνο πολιτικής τακτικής αλλά και επαναστατικής θεωρίας. Προωθεί τους κοινωνικούς αγώνες και ενισχύει τους δεσμούς του με τις δυνάμεις της κοινωνικής ανατροπής.

Η Αριστερή πτέρυγα του κοινωνικού κινήματος έχει σαν κυρίαρχο στοιχείο της την ιδιαίτερη δυνατότητα ν’ αναπτύξει πολιτικούς δεσμούς, μέσα απ’ τους κοινωνικούς αγώνες, με την πλειονότητα της τάξης. Είναι ο κρίκος σύνδεσης όλων εκείνων που πιστεύουν στην κομμουνιστική αναζήτηση, αναγέννηση και επανίδρυση με την συνολική κατάσταση της τάξης, με τις αντικειμενικές αφετηρίες διαμόρφωσης μιας άλλης συνείδησης, μέσα απ’ τις αντιθέσεις του καπιταλισμού.

Παράλληλα, με το δικό της τρόπο η Αριστερή πτέρυγα του μαζικού κοινωνικού κινήματος παράγει πολιτική και ιδεολογία, ενισχύει συνολικά την ανάπτυξη της ταξικής συνείδησης.

Οι διαδικασίες διαμόρφωσης του πολιτικού υποκειμένου όπως αναφέρθηκαν παραπάνω έστω και με τον κίνδυνο υπεραπλούστευσης δεν αναπτύσσονται ισόμετρα. Δεν εξαρτώνται μόνο απ’ την υποκειμενική θέληση εκείνων που επιδιώκουν να συμβάλουν σ’ αυτό αλλά κυρίως απ’ την δύναμη των ταξικών αγώνων.

Η τάξη και η ταξική πάλη, όχι μόνο με τις σημερινές «εμπειρίες» και ανάγκες τους, αλλά και με την δύναμη της «ιστορίας» τους, διαμορφώνουν σε διάφορα επίπεδα πρωτοπόρους αγωνιστές στην κοινωνική και πολιτική πάλη, στην ιδεολογική και θεωρητική δράση.

Έτσι οι τρεις αυτές διαδικασίες στην ενότητα τους αποτελούν το πεδίο μέσα απ’ το οποίο εκφράζεται η προτεραιότητα της εργατικής τάξης σε σχέση με την πολιτική πρωτοπορία, αλλά και την ιδιαίτερη συμβολή της τελευταίας στην επαναστατική πράξη της τάξης. Το «πεδίο» αυτό αποτελεί το κόμμα με την πλατιά έννοια, όπως πρώτος διατύπωσε ο Μαρξ, και όχι αποκλειστικά και μόνο η επαναστατική οργάνωση.

Έχουμε τη γνώμη ότι για όσους πιστεύουν στην κομμουνιστική αναζήτηση και επανίδρυση η μεταβατική οργάνωση αποτελεί τον αποφασιστικό κρίκο, την αφετηρία για τη διαμόρφωση του επαναστατικού υποκειμένου. Ωστόσο δεν ταυτίζονται με αυτό.
Χωρίς μια πορεία ευρύτερης πολιτικής κοινωνικής συσπείρωσης που να προβάλλει τη λογική του αντικαπιταλιστικού επαναστατικού δρόμου δεν υπάρχει καν διαδικασία συγκρότησης του πολιτικού υποκειμένου.

Πόσες προσπάθειες οργανώσεων που έχουν θεωρητικά αποδεχθεί την ανάγκη σύνδεσης της τακτικής με τη στρατηγική του κομμουνισμού γυρίζουν γύρω απ’ το φανταστικό τους κόσμο με την αυταπάτη ότι αποτελούν την πολιτική πρωτοπορία; Αλλά και πόσες πλατιές πολιτικές και μαζικές συσπειρώσεις γύρω από μια φαινομενικά ή και κάποτε πραγματική-άμεση επαναστατική πολιτική ναυάγησαν γιατί έλειπε η επαναστατική οργάνωση, η σύνδεση με το στόχο του κομμουνισμού;

Το ζητούμενο σήμερα για τους αγωνιστές της ριζοσπαστικής Αριστεράς είναι να μην καταναλωθούν στην αναζήτηση του ανύπαρκτου παραδείσου, ενός κομματικού μηχανισμού που «λύνει» και «δένει» τα πάντα ή κάποιων μαγικών λύσεων στο ζήτημα της πολιτικής, αλλά να συμβάλουν μέσα από τις διάφορες διαδικασίες στη διαμόρφωση αυτού του επαναστατικού πολιτικού υποκειμένου με την πλατιά έννοια. Να συμβάλουν στο άνοιγμα δρόμων για τη συνολική ανάπτυξη του και όχι στον κατακερματισμό και την αφυδάτωση του.

Υπάρχουν σήμερα αντικειμενικές προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο ή μήπως οι καταθλιπτικοί πολιτικοί συσχετισμοί στο κοινωνικό υποκείμενο και η εξέλιξη των αντιθέσεων στον καπιταλισμό το αποκλείουν;

Εμείς πιστεύουμε ότι παρ’ όλες τις τρομακτικές δυσκολίες όχι μόνο οι αντιθέσεις του καπιταλισμού, οι προοπτικές της ταξικής πάλης αλλά και η συγκεκριμένη πολιτική συνείδηση πλατιών αριστερών δυνάμεων κάνουν απόλυτα εφικτό αυτό το στόχο, ιδιαίτερα στις διαδικασίες του Αριστερού Ριζοσπαστικού μετώπου και της Αριστερής πτέρυγας του μαζικού κινήματος.

Γι’ αυτό έχουμε τη γνώμη ότι η συμμετοχή σ’ αυτές δεν χωρά άλλη καθυστέρηση παρά τις όποιες σοβαρές ίσως διαφορές στις μέχρι σήμερα ιδεολογικές μας προσεγγίσεις.

Όσον αφορά τις δυνάμεις της κομμουνιστικής αναγέννησης και επανίδρυσης, που κατανοούν τις νέες ανάγκες και τα νέα χαρακτηριστικά του επαναστατικού πολιτικού υποκειμένου και ειδικά για τις δυνάμεις του ΝΑΡ, δίλημμα δε μπορεί να υπάρχει. Με αποφασιστικό κρίκο τη συμβολή τους στη μεταβατική, επαναστατική, εργατική οργάνωση, πρέπει να πρωτοστατήσουν στην πάλη για τη δημιουργία του ευρύτερου επαναστατικά) υποκειμένου, μέσα από τις πολλαπλές αγωνιστικές ευκαιρίες «συνάντησης» με την πλειοψηφία της εργατικής τάξης.

εφημερίδα ΠΡΙΝ, 23.3.1992

12/01/2008

ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΚΕ ΚΑΙ Ο «ΥΠΑΡΚΤΟΣ»

ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΚΕ ΚΑΙ Ο ΟΚΤΩΒΡΗΣ

Ο διάλογος στη βάση της Αριστεράς δεν κλείνει

Στο κενό έπεσαν οι κατασταλτικές προσπάθειες της ηγεσίας του ΚΚΕ να σταματήσει το διάλογο για τον σοσιαλισμό και την αποτίμηση του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Η κρίση του υπαρκτού καπιταλισμού ανανεώνει το μάχιμο θεωρητικό ενδιαφέρον για το περιεχόμενο του σοσιαλισμού και τα διακυβεύματα της επαναστατικής ανατροπής των αριστερών και επαναστατών. Ανάμεσα στην καπιταλιστική και στην κομμουνιστική κοινωνία βρίσκεται η περίοδος της επαναστατικής μετατροπής της πρώτης στη δεύτερη. Αυτή η θεμελιώδης διαπίστωση του Μαρξ στην Κριτική του Προγράμματος της Γκότα, επιβεβαιώθηκε, θετικά κι αρνητικά, σαν από την ιστορική εμπειρία της νίκης και της ήττας της Οκτωβριανής Επανάστασης. ΣΥΖΗΤΑΜΕ ΤΙΣ ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΚΕ ΤΟΥ ΚΚΕ (18o Συνέδριο) Για την επιτροπή προσυνεδριακού διάλογου του ΚΚΕ

ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΡΚΟΥ

Ο διάλογος στη βάση της Αριστεράς δεν κλείνει

ΠΥΡΟΔΟΤΕΙΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ

Ο προβληματισμός, η συζήτηση και η σκληρή, μερικές φορές, αντιπαράθεση που έχει εξαπολυθεί με τη δημοσίευση των Θέσεων της ΚΕ του ΚΚΕ (σ. σ. Δείτε εδώ: ΣΥΖΗΤΑΜΕ ΤΙΣ ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΚΕ ΤΟΥ ΚΚΕ (18o Συνέδριο) και εδώ Για την επιτροπή προσυνεδριακού διάλογου του ΚΚΕ «Για το Σοσιαλισμό», όχι μόνο μέσα στο κόμμα, αλλά σε ολόκληρη την Αριστερά, ακόμη και σε ευρύτερα τμήματα εργαζομένων, έχει ξαφνιάσει πολλούς: Από τον αστικό Τύπο, ο οποίος παρεμβαίνει αποπροσανατολίζοντας και χειραγωγώντας, μέχρι και την πλειονότητα της ηγεσίας του ΚΚΕ. Η τελευταία επιχειρεί να τιθασεύσει την αντιπαράθεση: Είτε με τη μέθοδο της «εγκόλπωσης» μιας ορισμένης κριτικής για να επιβεβαιώσει την κυρίαρχη και – όπως ισχυριζόμαστε – θεμελιακά λαθεμένη άποψή της. Είτε με τη μέθοδο της οργανωμένης απαξίωσης (όπως στην περίπτωση του έργου του Κ. Κάππου), (σ. σ. ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΠΠΟΣ ) ακόμη και του πολιτικού εκφοβισμού της αριστερής κριτικής, που κατατίθεται από «εξωκομματικούς», όπως αυτής του Ευτύχη Μπιτσάκη ή του Γιώργου Ρούση (σ. σ. Ε. ΜΠΙΤΣΑΚΗΣ: ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ και Ρούσης: Θέσεις του ΚΚΕ και σοσιαλισμός ), για «να πέσουν τα στιλό της κριτικής» μέσα στο κόμμα. Κάτι που, τελικά, πιθανότατα δεν πρόκειται να έχει τα αποτελέσματα που η ίδια επιδιώκει. Οι καιροί έχουν αλλάξει: Δεν βρισκόμαστε στη δεκαετία του ’70, όταν το εναπομείναν «κύρος» της ΕΣΣΔ και η αντιπαράθεση των δυο υπερδυνάμεων σκίαζε τη διαφωνία και, πάνω από όλα, την αριστερή κριτική.

Ωστόσο, η δημοσίευση των Θέσεων και ο συνεπακόλουθος διάλογος, που αντικειμενικά πραγματοποιείται στη βάση όλης της Αριστεράς, έστω και διαστρεβλωμένα, έστω και με υψωμένα τείχη και ασχέτως από τις βασικές διαφωνίες μας, ηλεκτρίζει την ατμόσφαιρα μέσα στα πρωτοπόρα τμήματα της Αριστεράς. Δημιουργεί ξανά το ενδιαφέρον για την επανάσταση και τον κομμουνισμό. Χωρίς καμία διάθεση υποτίμησης της συμβολής των Θέσεων του ΚΚΕ, πιστεύουμε ότι το καθοριστικό στοιχείο που οδηγεί στον «εξηλεκτρισμό» του ενδιαφέροντος πρωτοπόρων εργαζόμενων και νέων για το σοσιαλισμό-κομμουνισμό, πρέπει να αναζητηθεί αλλού: Κυρίως, στην ιδεολογική «κατάρρευση» του υπαρκτού καπιταλισμού της εποχής μας, όπως αυτή εκδηλώνεται με την πρωτόγνωρη, πρωτότυπη και πολύμορφη, οικονομική, κοινωνική, πολιτική και πολιτιστική-ηθική κρίση των ημερών μας. Η κρίση, μέσα από τις αγωνίες για τις επιπτώσεις της, πυροδοτεί την έκρηξη των αναζητήσεων αφενός για την αναγκαιότητα και τις νέες δυνατότητες που σπρώχνουν προς έναν καινούργιο γύρο επαναστάσεων, πιο εργατικών, πιο «δημοκρατικών» και πολύ περισσότερο κομμουνιστικών από αυτές του 20ου αιώνα. Αφετέρου για το χαρακτήρα και τη φύση των μετεπαναστατικών κοινωνιών. Κυρίως, για τη δυνατότητά τους, αυτή τη φορά, να μην ηττηθούν στο δρόμο, να μην πισωγυρίσουν, να νικήσουν μέχρι το τέλος. Μέχρι τη διεθνιστική κομμουνιστική απελευθέρωση της ανθρωπότητας από τα δεινά του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και όλων των εκμεταλλευτικών κοινωνιών, που έχουν συσσωρευθεί εδώ και 6-6.000 χρόνια, περίπου.

ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΚΕ ΚΑΙ Ο ΟΚΤΩΒΡΗΣ

Στην προσέγγιση των συγγραφέων των «Θέσεων της ΚΕ του ΚΚΕ Για το Σοσιαλισμό» Ιβλ. www.kke.gr. ), η μελέτη της εμπειρίας, τα πολύτιμα και καθοριστικά συμπεράσματα για τη μεταβατική μετεπαναστατική περίοδο, σε σχέση με το πρόγραμμα στρατηγικής και τακτικής των επαναστατών κομμουνιστών, όχι μόνο δεν βρίσκουν τη θέση που τους αναλογεί, αλλά προσπερνούνται με αφορισμούς, του τύπου «η ιστορική πείρα έδειξε ότι δεν μπορεί να είναι μακρόχρονη». Αυτή η υποτίμηση σχετίζεται με την παράλληλη συσκότιση, αλλά και ορισμένη διαστρέβλωση της μαρξιστικής θεωρίας για τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του «σοσιαλισμού». Τόσο οι Μαρξ – Ένγκελς, όσο και ο Λένιν, δεν διαχώριζαν με σινικά τείχη την «κατώτερη» και ανώτερη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας, το «σοσιαλισμό» από τον «κομμουνισμό», όπως διαρκώς τείνουν να κάνουν οι Θέσεις. Είναι, άραγε, μια περιττή βυζαντινολογία όλη αυτή η συζήτηση; Πιστεύουμε πως όχι. Πρώτον, γιατί σχετίζεται με την εκτίμηση για τον αληθινό χαρακτήρα της εξέλιξης της σοβιετικής κοινωνίας. Και δεύτερον, γιατί καθορίζει τα βασικά καθήκοντα τακτικής και στρατηγικής, ιδιαίτερα μετά την πρώτη πράξη-φάση της αντικαπιταλιστικής επανάστασης, την κατάληψη της εξουσίας και το τσάκισμα της αστικής κρατικής μηχανής.

Η Οκτωβριανή Επανάσταση άνοιξε, για πρώτη φορά στην ιστορία, τη δυνατότητα της μετάβασης στον κομμουνισμό και εμφάνισε, στην ίδια την υλική βάση της κοινωνίας, αλλά και στο «εποικοδόμημα» (στη σφαίρα της πολιτικής και του πολιτισμού), κομμουνιστικές τάσεις ανατροπής των καπιταλιστικών σχέσεων: Κλόνισε το ρόλο της ανταλλακτικής αξίας και το νόμο της αξίας γενικά, ενώ προώθησε ένα νέο ποιοτικά ρόλο της αξίας χρήσης. Οργάνωσε συνειδητά την προσπάθεια για την υπέρβαση του εμπορευματικού χαρακτήρα της εργατικής δύναμης, υπονόμευσε το νόμο της υπεραξίας με την κρατική απαλλοτρίωση των εκμεταλλευτών και την προώθηση της κοινωνικής ιδιοκτησίας σε σύγκρουση με την ατομική. Εμφάνισε στοιχεία άμεσα κοινωνικής και σχεδιασμένης εργασίας, μαζί με στοιχεία ενός συνειδητού, πανκοινωνικού σχεδιασμού της παραγωγής, σε αντίθεση με τον άναρχο προσανατολισμό της παραγωγής για την αγορά (αυτά είναι μερικά από τα στοιχεία κομμουνιστικού προσανατολισμού στο υλικό πεδίο της παραγωγής). Για πρώτη φορά, μέσω της σοβιετικής εξουσίας, εμφανίζονται στοιχεία αλλαγής της σχέσης άμεσης/έμμεσης δημοκρατίας, της αντιπροσωπευτικής εργατικής «κυριαρχίας των παραγωγών στις δημόσιες υποθέσεις και στις συνολικές συνθήκες της ύπαρξής τους» (Μαρξ). Η Οκτωβριανή Επανάσταση εμφάνισε στοιχεία πολιτιστικής επανάστασης, ενοποίησης της εκπαίδευσης με την παραγωγή, συνειδητής υπέρβασης του θεσμού της οικογένειας. Ωστόσο, αυτές οι τάσεις κομμουνιστικού προσανατολισμού δεν κυριάρχησαν, δεν νίκησαν και, σε μια πορεία, αντιστράφηκαν, ηττήθηκαν. Το πότε ολοκληρώθηκε αυτή η διαδικασία, θα το δούμε μετά. Το κύριο είναι γιατί ηττήθηκαν οι κομμουνιστικές τάσεις.

Η βασική ερμηνεία των Θέσεων της ΚΕ του ΚΚΕ είναι ότι «από μια περίοδο και μετά, σταδιακά, το Κόμμα έχασε τα επαναστατικά χαρακτηριστικά του κι έτσι έγινε δυνατό να κυριαρχήσουν οι αντεπαναστατικές δυνάμεις μέσα σε αυτό και στην εξουσία στη δεκαετία του 1980». Μέσα στη σχέση των ιδιοκτητών των μέσων παραγωγής με τους άμεσους παραγωγούς βρίσκουμε κρυμμένο το μυστικό και της πολιτικής μορφής, της σχέσης κυριαρχίας και εξάρτησης και της κρατικής μορφής, εξηγούσε ο Μαρξ (στη Γερμανική Ιδεολογία, στο Κεφάλαιο κ. ά.). Στο πεδίο της υλικής παραγωγής και της ταξικής πάλης πρέπει να αναζητήσουμε την εμφάνιση του οπορτουνισμού στο κόμμα και τη σταδιακή αποξένωση των εργατών από τη σοβιετική εξουσία και όχι το αντίθετο.

Στη μετεπαναστατική μεταβατική περίοδο, μετά το άλμα της κατάληψης της εξουσίας κι ενώ, μέσα από αυτήν, η επαναστατική εργατική τάξη αποκτά την ηγεμονία απέναντι στην ηττημένη αστική τάξη και τους συμμάχους της, οι αστικές σχέσεις παραγωγής και εκμετάλλευσης εξακολουθούν να κυριαρχούν, παρά την εμφάνιση των πρώτων σπερμάτων κομμουνιστικού προσανατολισμού. Το ποιες σχέσεις θα κυριαρχήσουν τελικά, εξαρτάται από την έκβαση μιας σκληρότατης ταξικής διαπάλης, η οποία αναπτύσσεται ακριβώς σε αυτό το έδαφος της μεταβατικής περιόδου. Για αυτό δεν επιτρέπεται η υποτίμησή της. Πάνω σε αυτή τη βασική διαπίστωση, πρέπει να σκεφτούμε, το ρόλο που παίζουν μετεπαναστατικά οι αστικές τάσεις ακόμη και στην προλεταριακή «κρατική μορφή» των σοβιέτ, παρά την ηγεμονία της επαναστατικής εργατικής πλευράς. Η σοβιετική εμπειρία δείχνει τη σκληρή διαπάλη απέναντι στις αστικές τάσεις μέσα στην επαναστατική εξουσία προκειμένου αυτή να μετατραπεί σε δικτατορία του προλεταριάτου, σε εργατική δημοκρατία με την πλήρη έννοια. Δηλαδή, με την έννοια του κράτους μιας κυρίαρχης και κοινωνικοοικονομικά εργατικής τάξης. Ο ίδιος ο Λένιν διαπίστωνε για τα σοβιέτ, στα πρώτα χρόνια μετά την επανάσταση, ότι «ονομάζουμε δικό μας ένα μηχανισμό, που στην πραγματικότητα, μας είναι ριζικά ξένος και αποτελεί ένα σύμφυρμα από αστικές και τσαρικές επιβιώσεις»!

Οι αναπτυσσόμενες κομμουνιστικές τάσεις στη σοβιετική κοινωνία ηττήθηκαν στο πεδίο, πρώτα από όλα, της άμεσης υλικής παραγωγής. Για παράδειγμα: Οι εργοστασιακές επιτροπές, αμέσως μετά την επανάσταση, ήταν ο κύριος μοχλός στήριξης των σοβιέτ και των μπολσεβίκων και είχαν αποφασιστικό ρόλο, ασκώντας εργατικό έλεγχο στους διευθυντές των εργοστασίων. Προοπτικά μπορούσαν, μαζί με το εργοστασιακό κλαδικό σοβιέτ, να μετεξελιχθούν σε όργανα εργατικής αυτοδιεύθυνσης στην παραγωγή και στον πανκοινωνικό σχέδιο, κάτω από τη μπαγκέτα του ενιαίου εργατικού κράτους. Ωστόσο, ήδη από το 1918, τους αφαιρούνται σταδιακά οι αποφασιστικές λειτουργίες, για να καταλήξουν σε διακοσμητικά όργανα, προς το τέλος της δεκαετίας του ’20. Στη δεκαετία του ’30, της «νίκης του σοσιαλισμού σε μια χώρα», απαγορεύεται ακόμη και η πολιτική συζήτηση στους χώρους εργασίας, αλλά και κάθε κριτική στο έργο των διευθυντών (βλ. το σπουδαίο έργο του Σαρλ Μπετελέμ, Οι Ταξικοί Αγώνες στην ΕΣΣΔ, εκδ. Ράππα, αλλά και Λέον Τρότσκι, Η ΠΡΟΔΟΜΕΝΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ) Οι Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ αναγνωρίζουν κάποιο πρόβλημα σε αυτό, αλλά δεν το ιεραρχούν, αντίθετα μένουν απλά στη διατύπωση ότι «χρειάζεται να μελετηθεί παραπέρα».

Όπως είναι γνωστό, για τη μετεξέλιξη και το χαρακτήρα της σοβιετικής κοινωνίας στη δεκαετία του 1930, το ΝΑΡ έχει διατυπώσει διαμετρικά αντίθετη θέση με αυτήν του ΚΚΕ, διαφορετική και από αυτές των αντικαπιταλιστικών και επαναστατικών ρευμάτων τροτσκιστικής, μαοϊκής ή «σοβιετικής» αναφοράς. Η επαναστατική μεταβατική κοινωνία μετά τον Οκτώβρη, «αποπειράθηκε τη μετάβαση» στην αναπτυγμένη εργατική δημοκρατία, δηλαδή στη δικτατορία του προλεταριάτου με την πλήρη έννοια. Αλλά, «δεν την ανέπτυξε ως το επίπεδο της πλήρους ανατροπής των καπιταλιστικών σχέσεων», ώστε να ανοίξει ο δρόμος για το «άλμα των αλμάτων», την πρώτη βαθμίδα της διεθνιστικής κομμουνιστικής κοινωνίας (Θέσεις του 1ου Συνεδρίου του ΝΑΡ. ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΤΟΥ 1ΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ ΤΟΥ ΝΑΡ και Απόφαση του 1ου Συνεδρίου του ΝΑΡ ) Η πρώτη ουσιαστική ποιοτική τομή εξάλειψης του επαναστατικού ρήγματος του Οκτώβρη, στις κοινωνικές σχέσεις, πραγματοποιείται στη δεκαετία του ’30. Αυτό που καθιερώνεται ως «υπαρκτός σοσιαλισμός», δεν είναι ούτε «κρατικός καπιταλισμός», ούτε «κρατικός» ή «πρώιμος» κλπ., «σοσιαλισμός». Είναι ένας «ιδιόμορφος τρόπος παραγωγής», ανέκδοτος ιστορικά, χωρίς αυτοτελή ιστορική προοπτική. Έχει διαταραγμένα «καπιταλιστικά» χαρακτηριστικά, αλλά χωρίς τον κλασικό καπιταλισμό, διότι ενώ επηρεάζεται, με βαθιές αντιφάσεις, από το ρήγμα του Οκτώβρη, κινείται αντικειμενικά προς το οριστικό κλείσιμό του, το οποίο επιτελέσθη με την κατάρρευση του 1989-’91.

Η ΚΕ του ΚΚΕ υποστηρίζει ότι το καθεστώς που επιβλήθηκε μεταξύ 1928 και 1940, μετά την αναγκαία και «προσωρινή υποχώρηση» (σύμφωνα με τον Λένιν) της ΝΕΠ, ήταν σοσιαλιστικό και η βασική «στροφή» προς την αντεπανάσταση πραγματοποιήθηκε το 1956 με τον Χρουτσόφ και το 20ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ. Επίσης, θεωρεί ότι στη δεκαετία του 1930, «κυριάρχησε η σοσιαλιστική παραγωγή» και «πραγματοποιήθηκε ολοκληρωτική κατάργηση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, με την κατάργηση της μίσθωσης ξένης εργατικής δύναμης». Με άλλα λόγια, καταργήθηκε η αστική και η εργατική τάξη και απέμειναν μόνο οι «κολχόζνικοι αγρότες» και τα «διευθυντικά στελέχη στη βιομηχανία», οι οποίοι ήταν και οι μόνοι που έκαναν «κοινωνική αντίσταση». Δικαιολογούν αυτά τα στρώματα ή η «γραφειοκρατία», όπως ισχυρίζονται άλλα ρεύματα, την ύπαρξη ενός τέτοιου κράτους, όπως αυτό στην περίοδο του Στάλιν; Κάτι τέτοιο δεν μπορεί να δικαιολογηθεί με τη «μαρτυρία» του αμερικανού πρέσβη για τη «νομιμότητα» της καταδίκης σε θάνατο του Μπουχάριν ως πράκτορα των Γερμανών (αντίστοιχο παράδειγμα: Κάθε απλός κομμουνιστής θα εξοργιζόταν εάν μια αστική εφημερίδα επικαλούνταν «μαρτυρία» του Πιουριφόι, ότι ο Πλουμπίδης ήταν πράκτορας των Σοβιετικών). Αντίθετα, «το κράτος εμφανίζεται εκεί, τότε και καθόσον, όπου, όταν και εφόσον οι ταξικές αντιθέσεις δεν μπορούν αντικειμενικά να συμφιλιωθούν. Και αντίστροφα: Η ύπαρξη του κράτους αποδείχνει ότι οι ταξικές αντιθέσεις είναι ανειρήνευτες» (Λένιν). Η γιγάντωση του κράτους στη δεκαετία του ’30, αποτελεί απτή απόδειξη ότι αυξήθηκε η εκμετάλλευση, ότι ηττήθηκαν οι σοσιαλιστικές σχέσεις παραγωγής, ότι νίκησαν οι ιδιόμορφες, κρατικά μεταλλαγμένες, αστικές σχέσεις παραγωγής, ότι δημιουργήθηκε και συγκροτήθηκε μια νέα, εκμεταλλευτική, «κρατικοδίαιτη» άρχουσα τάξη, η οποία είχε ανάγκη το δικό της, ιδιόμορφο κράτος, ώστε να καρπώνεται απρόσκοπτα, με την καταπίεση, το επερπροϊόν της ξένης, απλήρωτης, μισθωτής εργασίας.

Κρατικοποίηση δεν σημαίνει κοινωνικοποίηση

Η ΔΙΧΑΣΜΕΝΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗ ΥΠΟΣΤΑΣΗ

Η ΚΕ του ΚΚΕ, αλλά και πολλά άαλα ρεύματα για να στηρίξουν τη θέση ότι η κοινωνία αυτή είχε «περάσει στο σοσιαλισμό» , ταυτίζουν την κρατικοποίηση και τον κεντρικό σχεδιασμό με την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής. Ωστόσο, η κρατική απαλλοτρίωση των εκμεταλλευτών από το μεταβατικό εργατικό επαναστατικό κράτος δεν είναι παρά η πρώτη πράξη προς την πλήρη κοινωνικοποίηση της παραγωγής και όχι το τέρμα της.Για να φτάσει η κοινωνία μέχρι εκεί, απαιτείται να αφαιρεθεί από τους καπιταλιστές και η κυριότητα, η επικαρπία, η νομή και η διαχείριση των μέσων παραγωγής και του προιόντος. Και αυτό, με τη σειρά του, απαιτεί να περάσει, όχι μόνο ο έλεγχος, αλλά και η διεύθυνση των εργοστασίων και όλης της παραγωγής και των δημόσιων υποθέσεων στο συλλογικό εργάτη. Ο κεντρικός κρατικός σχεδιασμός είναι η αρχή και όχι το τέλος του δρόμου για το συνειδητό πανκοινωνικό σχεδιασμό των αναγκών και της παραγωγής. Παρόλα αυτά, ολόκληρη η σοβιετική ιθύνουσα τάξη, από τον Στάλιν και τον Χρουτσόφ, μέχρι τον Μπρέζνιες και τον Γκορπατσόφ, μιλούσε και ενεργούσε στο όνομα του «σοσιαλισμού» και του «μαρξισμού-λενινισμού».Για να κατανοήσουμε την αιτία για αυτή τη διχασμένη υπόσταση, ας ανατρέξουμε στον Μαρξ: «Καπιταλιστές και εργάτες είναι εξίσου εγκλωβισμένοι στη μυθοποίηση των κοινωνικών σχέσεων και στην ανεστραμένη σθνείδησή τους και για αυτές. Στον καπιταλιστή εκφράζεται η θετική κυρίαρχη πλευρά, για αυτό βολεύεται με αυτές τις σχέσεις, ενώ ο μισθωτός εργάτης, εγκλωβισμένος από αλλη ακραία πλευρά σαν το καταπιεσμένο μέρος, ωθείται, μέσα από την πράξη, ενάντια στην όλη σχέση, δηλαδή και ενάντια στις παραστάσεις, στις έννοιες και στις αντιλήεις που αντιστοιχούν σε αυτήν». [Κεφάλαιο]. Μέσα στο πλαίσιο του ιδιόμορφου εκμεταλλευτικού συστήματος, οι πραγματικές κονωνικές σχέσεις μυστηκοποιήθηκαν διπλά. Οι κυρίαρχες κοινωνικές δυνάμεις πίστευαν ειλικρινά στον κωδικοποιημένο, στρεβλωμένο και δογματικό «μαρξισμό –λελινισμό» στην επίσημη ιδεολογία του «υπαρκτού σοσιαλισμού», γιατί βολεύονται μέσα στις κοινωνικές σχέσεις του, σαν το ευνοούμενο σκέλος τους. Ενώ οι εργάτες παγιδευμένοι στην ίδια ψευδή συνείδηση, αλλά σαν το καταπιεσμένο σκέλος, τείνουν να αμφισβητούν αυτού του είδους το «μαρξισμό» «λενινισμό», «σοσιαλισμό» και «κομμουνισμό», ξαναγυρίζοντας αυθόρμητα σε οπισθοδρομικές, αστικές, ακόμη και θρησκευτικές δοξασίες και αντιλήψεις, με δεδομένη την ‘ελλειψη οποιασδήποτε συγκροτημένης και σχετικά μαζικής, επαναστατικής παρέμβασης σε αυτές τις κοινωνίες. Γι αυτούς τους λόγους, δεν βρέθηκε κανένα τμήμα της εργατικής τάξης να υπερασπίσει τον «υπαρκτό σοσιαλισμό» όταν κατέρρεε.

ΈΛΛΕΙΨΗ ΑΥΤΟΚΡΙΤΙΚΗΣ

Οι συνέπειες των «λαθών» στην πολιτική γραμμή

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΚΑΙ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ

Οι Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ επιχειρούν να κάνουν μια ορισμένη κριτική σε θεωρητικές και προγραμματικές απόψεις του ΚΚΣΕ, της Κομμουνιστικής Διεθνούς και των ΚΚ στη Δύση, ειδικά μετά το 1956. Η κριτική στρέφεται και σε κάποια «λάθη» που έγιναν πιο πριν, όπως η διάλυση της Τρίτης Διεθνούς, επί Στάλιν και πρωτύτερα, η διάλυση των «Κόκκινων Συνδικάτων», ή των Κομμουνιστικών Νεολαιών. Ωστόσο, η αυτοκριτική της ΚΕ είναι τόσο ρηχή, που δεν εξετάζει καν την επιρροή και τις επιπτώσεις αυτών των απόψεων και πρακτικών στη διαχρονική εξέλιξη των προγραμμάτων του ΚΚΕ και, πολύ περισσότερο, σήμερα. Έτσι, η σωστή κριτική των απόψεων για την «ειρηνική συνύπαρξη» με τον ιμπεριαλισμό ή με κάποια δήθεν «αντιιμπεριαλιστικά» και «αντιμονοπωλιακά» τμήματα των αστικών τάξεων, δεν συνδέεται με μια αυτοκριτική για την επιλογή της συγκυβέρνησης Τζανετάκη με τη ΝΔ, το 1989. Επίσης, η ηγεσία του ΚΚΕ δεν εξετάζει την επιρροή των απόψεων περί «σταδίων» πριν την επανάσταση (τα οποία και κριτικάρει), στη δική του θέση για «Αντιιμπεριαλιστικό Αντιμονοπωλιακό Δημοκρατικό Μέτωπο» και τη «Λαϊκή Εξουσία». Έτσι, η όποια αυτοκριτική δεν έχει πραγματικά αντίκρισμα στην πολιτική του γραμμή και στην προγραμματική φυσιογνωμία του.

Πολλοί κομμουνιστές, αλλά και απλοί εργαζόμενοι, ακόμη και νέοι άνθρωποι που δεν γνώρισαν τον «υπαρκτό σοσιαλισμό», μπορεί να τείνουν σε μια «νοσταλγία» για αυτόν, όπως πολλοί εργαζόμενοι στις πρώην χώρες του ανατολικού μπλοκ. Συνήθως, αυτή η «επιστροφή σε ένα καλύτερο παρελθόν», εκφράζει την έλλειψη της αυτοπεποίθησης ότι μπορεί να πραγματοποιηθεί μια νέα επανάσταση που θα αρχίσει να οικοδομεί μια άλλη, νέα κομμουνιστική κοινωνία, στο ορατό μέλλον των γενιών μας. Φαινόμενο που εκφράστηκε και στη χώρα μας, με το ρεύμα «επιστροφή στις ρίζρε, το χωριό και την παράδοση», ή με την μικροαστική τεχνοφοβία και την απολίτικη οικολογική ευαισθησία, ειδικά στη δεκαετία του ’90. Όμως, οι τάσεις για νέο γύρο αντικαπιταλιστικών επαναστάσεων με σύγχρονη κομμουνιστική κατεύθυνση, ενώ αποτελούν συνέχεια της Οκτωβριανής Επανάστασης και όλων των μεγάλων επαναστατικών εγχειρημάτων του 20ου αιώνα, έρχονται από το μέλλον της (αντιδραστικής) ανάπτυξης και κρίσης του ολοκληρωτικού καπιταλισμού της εποχής μας. Τα υποκειμενικά λάθη και οι θεωρητικές ανεπάρκειες του εργατικού κινήματος της προηγούμενης εποχής, που επέδρασαν αποφασιστικά στην ήττα, εδράζονταν, σε τελευταία ανάλυση, στην ασφυκτική πίεση που επενεργούσαν τα αντικειμενικά όρια του καπιταλισμού, γενικά και όχι μόνο της Ρωσίας. Τα όρια αυτά διαμόρφωναν σημαντικούς φραγμούς στην ανάπτυξη της επαναστατικής παρέμβασης και σχετίζονται με το επίπεδο ανάπτυξης των αντιφάσεων ανάμεσα στις τάσεις αναπαραγωγής και στις τάσεις ανατροπής του καπιταλισμού στην εποχή του ιμπεριαλισμού/μονοπωλιακού καπιταλισμού. Αντίστροφα, οι «τάσεις διάλυσης» του συστήματος που εμφανίζονται σήμερα, στην εποχή του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, σε συνδυασμό με την πρωτοφανή μετατροπή της σύγχρονης εργατικής τάξης στην πιο κοινωνικοποιημένη, διεθνοποιημένη και επιστημονικά συγκροτημένη εκμεταλλευόμενη τάξη όλων των εποχών, αποτελούν εκείνες τις «νάρκες» που αν πυροδοτηθούν μπορούν να «ανατινάξουν» τον καπιταλισμό (σε παραλλαγή της γνωστής ρήσης του Μαρξ από τα Γκρουντρίσε). Οι νέες αυτές σχέσεις και δυνάμεις, μέσα από τα πρωτόγνωρα εμπόδια που παρουσιάζουν, εμπεριέχουν πολύ ανώτερες δυνατότητες από την εποχή του Οκτώβρη, για να οδηγήσουν, όχι μόνο στην πρώτη, πολιτική, επαναστατική νίκη της εργατικής τάξης, αλλά και μέχρι εκείνη τη «στιγμή» που ο δρόμος για την επιστροφή στην εκμετάλλευση θα έχει κλείσει οριστικά, ανοίγοντας την πόρτα για το κομμουνιστικό «βασίλειο της ελευθερίας».

11/16/2008

Ε. ΜΠΙΤΣΑΚΗΣ: ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ

Νέα μαρτύρια φέρνει η κρίση
Η κυβέρνηση Τζανετάκη όξυνε το δίπολο σεχταρισμού - οπορτουνισμού που δίχαζε το ΚΚΕ
Υποχρέωση της Αριστεράς στις νέες συνθήκες είναι να ξεκαθαρίσει τους ιδεολογικούς λογαριασμούς της με το παρελθόν του «υπαρκτού σοσιαλισμού», προβλέποντας στον μέλλον να προωθήσει το διάλογο, την κοινή δράση και τη συνεργασία όλων των δυνάμεών της, με στόχο στρατηγικές συμμαχίες, τονίζει σε συνέντευξή του στον σ. Λεωνίδα Βατικιώτη, ο σ. Ευτύχης Μπιτσάκης. (Και μια μικρή Παρέμβαση του Π. Κ. πάνω στις Θέσεις του σ. Μπιτσάκη).
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ


- Ας αρχίσουμε τη συζήτησή μας από την άμεση επικαιρότητα. Λίγο πριν από τα εικοσάχρονα του «τέλους της Ιστορίας» ξέσπασε η οικονομική κρίση. Τι βαθύτερες αντινομίες αποκαλύπτει αυτό το φαινόμενο;

- Ε.Μ. Οι προφήτες βιάστηκαν να προβλέψουν το τέλος της Ιστορίας και μια κοινωνία χθαμαλών παραγωγικά καταναλωτικών όντων, κοινωνική ειρήνη νεκροταφείου και αντίστοιχα παγκόσμια ειρήνη. Οι πόλεμοι της Νέας Τάξης ήταν μια πρώτη διάψευση. Η κρίση και ο κοινωνικός πόλεμος, μια δεύτερη. Η σημερινή κρίση εκδηλώθηκε κυρίως στο χρηματοπιστωτικό τομέα. Ένα εκατομμύριο διακόσιες χιλιάδες οικογένειες έχασαν τα σπίτια τους και οι υποψήφιοι άστεγοι υπολογίζονται σε 3 εκατ. Αλλά η χρηματοπιστωτική φούσκα, αποκαλύπτει τις βαθύτερες και αθεράπευτες αντινομίες του καπιταλισμού. Η εγγενώς ανταγωνιστική καπιταλιστική οικονομία, συνεπάγεται, όπως έγραφε ο Μαρξ «την καταστροφή των δύο μόνιμων πηγών πλούτου: Της γης και των ανθρώπων». Στην περίπτωσή μας: Με την εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης, εγχώριας και ξένης, πραγματοποιήθηκε τα τελευταία χρόνια μια τεράστια συσσώρευση υπεραξίας. Η υπερσυσσώρευση κεφαλαίου συνεπαγόταν την αδυναμία για παραγωγικές επενδύσεις, και τη ραγδαία επέκταση του χρηματιστικού κεφαλαίου. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι η κρίση ξέσπασε σε αυτό τον τομέα. Αλλά εκδηλώνεται ήδη και στον παραγωγικό τομέα, με κρίση γιγάντων της βιομηχανίας όπως η Φορντ και άλλες, με συγχωνεύσεις και με απολύσεις. Προοπτική; Αναδιάρθρωση με καταστροφή μέρους των παραγωγικών δυνάμεων και με νέα μαρτύρια της εργατικής τάξης εγχώριας και διεθνούς.

- Κατά πολλούς όμως, η νίκη του Ομπάμα μπορεί να κάνει τη Νέα Τάξη περισσότερο «φιλική προς το χρήστη» ή και να σημάνει το τέλος της.

- Ε. Μ. Η νίκη του Ομπάμα έχει μια συμβολική αξία: Μαύρος πρόεδρος στη χώρα του ρατσισμού και της Κου-Κουξ-Κλαν. Κάποια μέτρα ανακούφισης μπορεί να πάρει η νέα κυβέρνηση. Αλλά η δυναμική του αμερικανικού ιμπεριαλισμού απαιτεί εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών του πλανήτη και συνεπάγεται νέους πολέμους, όπως και το όνειρο για παγκόσμια ηγεμονία. Θα θελήσει να αντιμετωπίσει αυτή την καταστροφική πορεία ο μαύρος πρόεδρος; Αλλά ποιοί τον στήριξαν και τον χρηματοδότησαν; Ας υποθέσουμε όμως (υπόθεση του «μη πραγματικού») ότι τολμάει: Κάποιος πιστολέρο θα βρεθεί, όπως έγινε και με τον δικό τους αριστοκράτη και πολεμοκάπηλο Κέννεντι.

- Αλλά η ένταση της πιο ωμής βαρβαρότητας στον υπαρκτό καπιταλισμό, τι συνεπάγεται για την ίδια την κοινωνία και για τις δυνάμεις που αγωνίζονται για το σοσιαλισμό;

- Ε. Μ. Πρώτα για την κοινωνία: Στη νέα φάση (ή στάδιο; ) θα υπάρξει ένταση της εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης. Ενταση της δομικής και της συγκυριακής ανεργίας. Νέος πόλεμος, νέο ανθρώπινο αίμα που θα αυξάνει τον πλούτο του κεφαλαίου. Ενταση των ανταγωνιστικών κοινωνικών σχέσεων, μοναξιά, αποξένωση, διαδικασία εκκένωσης της ιστορικά διαμορφωμένης ουσίας του ανθρώπινου όντος. Αλλά, προσοχή, γιατί κάτι συνήθη μας ξεφεύγει: Τι τραγουδούσαν οι επαναστάτες κάποτε: «Εμπρός της γης οι κολασμένοι, της πείνας σκλάβοι εμπρός – εμπρός». Η βασική αντίθεση του καπιταλισμού, δηλαδή η αντίθεση κεφαλαίου και εργασίας, δημιουργεί και θα δημιουργεί νέες και οξύνει παλαιές παράγωγες αντιθέσεις. Ήδη ο Μαρξ μιλούσε για διαταραχή του ομαλού μεταβολισμού ανθρώπου φύσης και για καταστροφή του «ανόργανου σώματος» του ανθρώπου: Της φύσης (για τον Μαρξ, πρόδρομο της οικολογίας, βλ. το βιβλίο μου, Η Φύση στη Διαλεκτική Φιλοσοφία). Αυτή λοιπόν η παράγωγη αντίθεση, τείνει στις μέρες μας να γίνει δεσπόζουσα, κυριαρχή, καθώς τροφοδοτείται και οξύνεται από τη βασική. Η Ρόζα (πριν την πετάξουν δολοφονημένη στο ποτάμι) προειδοποιούσε: «Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα». Σήμερα ο κίνδυνος αυτοκαταστροφής της ανθρωπότητας είναι ένας από τους δύο δρόμους για λύση της τραγωδίας.

- Τι σημαίνουν λοιπόν αυτά για τις δυνάμεις που αγωνίζονται για το σοσιαλισμό;

- Ε. Μ. Το μέγεθος των «καθηκόντων» είναι αντίστοιχο των πλανητικών προβλημάτων. Πρώτα λοιπόν αντίσταση. Αντίσταση και οργάνωση. Θεωρητικές επεξεργασίες και διαμόρφωση στρατηγικής: Τι σοσιαλισμό θέλουμε, μετά την πρώτη αποτυχία. Συνεπώς: Κοινή δράση των αριστερών δυνάμεων, διάλογος, συνεργασίες, ουσιαστικές συγκλίσεις με στόχο στρατηγικές συμμαχίες και υπέρβαση του σημερινού κατακερματισμού. Η Αριστερά δεν έχει μέλλον αν δεν εξηγήσει την κατάρρευση του «σοσιαλιστικού στρατοπέδου», και συνολικά αν δεν ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς της με το παρελθόν. Αν δεν διαμορφώσει μια συγκεκριμένη στρατηγική για τη σοσιαλιστική επανάσταση και για το τι κοινωνία «ευαγγελίζεται», κοινωνία που δεν θα μεταλλαχθεί, για δεύτερη φορά, σε ταξική. Συνολικά: Αν δεν θεμελιώσει θεωρητικά τη θέση ότι η ανθρώπινη φύση είναι συμβατή με το σοσιαλισμό. Ότι δεν υπάρχει ανθρωπολογικό εμπόδιο για την κομμουνιστική κοινωνία (βλ. το βιβλίο μου Δόμοι της Διαλεκτικής και επίσης σχετικά άρθρα στην Ουτοπία).

- Στην προσπάθεια και στην προοπτική που σκιαγραφείς, πώς επιδρά η αποτίμηση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» από την ηγεσία του ΚΚΕ και η επιστροφή και τα εγκώμια για τον Στάλιν;

- Εδώ, αγαπητέ Λεωνίδα, μου προτείνεις να μιλήσουμε για τα «οικεία κακά». Αλλά έτσι κινδυνεύω να χαρακτηριστώ για δεύτερη φορά «ναυάγιο της ταξικής πάλης» και το Πριν, έντυπο που ανασύρει από «τον πάτο», «ναυάγια» για να χτυπήσει το Κόμμα και να δυσφημίσει το «σοσιαλισμό που γνωρίσαμε», αλλά, ας το τολμήσουμε. Λοιπόν, η στάση της ηγεσίας του ΚΚΕ (όχι του ΚΚΕ, γιατί στο ΚΚΕ υπάρχουν σκεπτόμενοι και αγνοί αγωνιστές) αποτελεί πρακτικό εμπόδιο και ταυτόχρονα θεωρητικό εμπόδιο για την αναγέννηση των προοδευτικών και των επαναστατικών δυνάμεων στη χώρα μας. Γιατί; Επειδή, πρώτον, δεν θέλει να μιλήσει τίμια για το παρελθόν: Δεν θέλει να εξηγήσει την κατάρρευση του σοσιαλιστικού στρατοπέδου. Ο όρος ανατροπή αγνοεί την όξυνση των εσωτερικών αντιθέσεων των κοινωνιών σοβιετικού τύπου, που οδήγησαν στην κατάρρευση. Ο όρος ανατροπή είναι αντιμαρξιστικός, προϊόν της αστυνομικής αντίληψης της Ιστορίας. Η ηγεσία του ΚΚΕ δεν θέλει, και τώρα πια δεν μπορεί, να ερμηνεύσει την αποτυχία της πρώτης προσπάθειας, για πολλούς λόγους, αλλά και για λόγους συλλογικής αυτοάμυνας. Μεγάλο μέρος από την ηγεσία του ΚΚΕ, μετά την πτώση της χούντας, είχε ζήσει πολλά χρόνια στη Σοβιετική Ένωση, και τις Λαϊκές Δημοκρατίες. Οι αγωνιστές αυτοί δεν τόλμησαν να κάνουν την παραμικρή κριτική στην τότε πραγματικότητα, που σημαίνει ή ότι δεν καταλάβαιναν που ζούσαν ή ότι έκρυβαν την αλήθεια από τους έλληνες κομμουνιστές και το λαό συνολικά. Το ίδιο ισχύει και για την ουσιαστικά ανύπαρκτη κριτική της μεγαλειώδους και τραγικής, αντιφατικής πορείας του ΚΚΕ, του πλέγματος σεκταρισμού-οπορτουνισμού, που κορυφώθηκε με την «συγκυβέρνηση Τζανετάκη». Για το τελευταίο δεν μιλάμε καν, σε αντίφαση με τις επαναστατικές φλυαρίες μας.

ΚΚΕ ΚΑΙ ΣΥΝ ΔΥΣΦΗΜΟΥΝ Ή ΑΔΙΑΦΟΡΟΥΝ ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ

Ανάγκη στρατηγικής και θεωρητικής επεξεργασίας για το σοσιαλισμό

- Και τα εγκώμια του Στάλιν;

- Ε. Μ. Μη τολμώντας και μη μπορώντας να εξηγήσει την κατάρρευση, η ηγεσία επέστρεψε στη δεκαετία του ’30. Η ιστορία τη δεύτερη φορά, κατά τον Μαρξ, γράφεται ως φάρσα. Στην περίπτωσή μας ο νεοσταλινισμός, που τελευταία περνάει μια φάση παροξυσμού, είναι μαζί και τραγωδία και φάρσα. Όλα πήγαιναν καλά επί Στάλιν (η αποξένωση αρχίζει επί Λένιν, αλλά ο χώρος δεν επιτρέπει). Μετά ήρθαν (όχι οι μέλισσες!) οι προδότες. Έτσι τα εγκλήματα χαρακτηρίζονται από την ηγεσία του ΚΚΕ, υπερβολές. Μπουχάριν, Τρότσκι, Καμένεφ, Ζινόβιεφ, τα 6 εκτελεσμένα από τα 17 μέλη του ΠΓ, οι τρεις στρατάρχες από τους 5, οι 13 από τους 15 διοικητές στρατιάς, οι 57 από τους 85 διοικητές σώματος στρατού, η πλειοψηφία των ηγετών των μπολσεβίκων που εκτελέστηκαν στα βασανιστήρια και τα γκούλαγκ, όλη η αντεπαναστατική φρίκη ήταν απλώς υπερβολές! Η θέση αυτή δεν είναι μόνο αντιμαρξιστική. Είναι βαθιά ανήθικη. Η αντεπαναστατική πορεία αρχίζει λοιπόν μετά το θάνατο του Στάλιν! Γιατί όμως οι δικοί μας ζητούσαν το χρίσμα από τον Χρουτσώφ, τον Μπρέζνιεφ, τον Κορμπατσώφ; Τώρα ξύπνησε η επαναστατική συνείδηση; Ως προς την αντίφαση, δηλαδή τον οπορτουνισμό: Τι σχέση έχουν με τον μαρξισμό οι ψευδοέννοιες, λαϊκή οικονομία και λαϊκή εξουσία;

- Ναι, αλλά και η άλλη πτέρυγα της επίσημης Αριστεράς έχει παραιτηθεί από οποιαδήποτε ενασχόληση με το σοσιαλισμό.

- Ε. Μ. Η διαπίστωσή σου, αγαπητέ Λεωνίδα είναι σωστή. Αλλά ο ΣΥΝ δεν είναι κομμουνιστικό κόμμα, παρόλο που εκεί μετέχουν αγωνιστές του ΕΛΑΣ, του ΔΣ του Μακρονησιού και της Γυάρου, αγωνιστές που αντιμετώπισαν το θάνατο και που έζησαν με το θάνατο. Φυσικά και ο ΣΥΝ και ο ΣΥΡΙΖΑ έχουν ευθύνες για τη σιωπή τους, όπως και για τον άκριτο, επιφανειακό πολλές φορές αντισταλινισμό τους, καθώς και για την αδυναμία υπέρβασης των ευρωκομμουνιστικών αυταπατών τους. Αλλά να πούμε και για τα «δικά μας». Είναι γεγονός ότι οι μόνες επεξεργασίες για το πρόβλημα του σοσιαλισμού που έχουν γίνει, οφείλονται σε οργανώσεις και μέλη της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς. Άρθρα, συνέδρια, βιβλία, διαλέξεις. Έγινε όμως κάποια ουσιαστική συζήτηση π.χ. για το βιβλίο του Κάππου; Έγινε για το δικό μου Φάντασμα (το μόνο που έκανε η καθοδήγηση του ΝΑΡ ήταν να ταυτίσει τη θέση μου για ύπαρξη «κρατικού σοσιαλισμού» με την πρακτική του Βίσμαρκ). Προσπάθειες λοιπόν για κατανόηση του παρελθόντος. Σωστά. Αλλά τι γίνεται με την εργατική τάξη; Και υπάρχει συζήτηση έστω για τα προβλήματα της στρατηγικής; Και τι σοσιαλισμό προεικονίζουμε που δεν θα οδηγήσει σε νέα γκούλαγκ;

- Ποια είναι λοιπόν τα θεωρητικά και πρακτικά καθήκοντα για τη σύγχρονη επαναστατική Αριστερά;

- Ε. Μ. Δεν μου αρέσει το «επαναστατική» και συνολικά ο επαναστατικός βερμπαλισμός που ευδοκιμεί στους χώρους μας. Γι’ αυτά, βαρέθηκα να μιλώ και να γράφω επί 20 χρόνια, αλλά και ο χώρος του Πριν δεν μας παίρνει. Δυο λόγια λοιπόν: Λιγότερη επαναστατική φλυαρία. Κοινή δράση. Διάλογος και συνεργασίες που θα συμβάλλουν στην αμοιβαία κατανόηση και σε ουσιαστικές συγκλίσεις. Ξεκαθάρισμα με το παρελθόν. Στρατηγικές και θεωρητικές επεξεργασίες για το τι σοσιαλιστική κοινωνία φανταζόμαστε και μέσα από ποιους δρόμους θα φτάσουμε στην «επανάσταση». Η ιστορία έχει αποφανθεί. Όσο θα μένουμε κολλημένοι στον Στάλιν, στον Μάο και στον Τρότσκι, θα παραμένουμε ηθικά άμεμπτα κατάλοιπα της επί του παρόντος ηττημένης κομμουνιστικής στρατιάς. Αλλά η ιστορία δεν τέλειωσε και ο Σοσιαλισμός είναι εγγεγραμμένος στα γονίδια του καπιταλισμού. Ιδού λοιπόν η Ρόδος, ιδού και το πήδημα, για να «κλείσουμε» με τον Μαρξ.

ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ

Μια παρατήρηση στο σημείο του σ. Μπιτσάκη στο οποίο αναφέρει: «Η ιστορία έχει αποφανθεί. Όσο θα μένουμε κολλημένοι στον Στάλιν, στον Μάο και στον Τρότσκι, θα παραμένουμε ηθικά άμεμπτα κατάλοιπα της επί του παρόντος ηττημένης κομμουνιστικής στρατιάς. Αλλά η ιστορία δεν τέλειωσε και ο Σοσιαλισμός είναι εγγεγραμμένος στα γονίδια του καπιταλισμού. Ιδού λοιπόν η Ρόδος, ιδού και το πήδημα, για να «κλείσουμε» με τον Μαρξ».

ΦΩΤΟ από συγκέντρωση του ΜΕΡΑ, όπου διακρίνονται οι σ. Ε. Μπιτσάκης, Π. Βήχος και Νανά Βήχου

Αν κάνουμε αφαίρεση του γεγονότος ότι η σοσιαλδημοκρατία, από την οποία αποχωρίστηκε οριστικά ο ιστορικός κομμουνισμός μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο και την Οκτωβριανή Επανάσταση, περιέργως, συγκαταλέγεται ανάμεσα στις εκ των προτέρων καταδικασμένες εκδοχές «κομμουνιστικής ιδεολογίας του μέλλοντος», ο ενωτικός οδοστρωτήρας περνάει πάνω από όλα τα ρεύματα που ξεπήδησαν κι αναμετρήθηκαν μεταξύ τους μετά από τις δύο μεγαλύτερες σοσιαλιστικές επαναστάσεις του αιώνα που πέρασε, την Ρωσική και την Κινεζική Επανάσταση, και τις εξορίζει από το μέλλον. Ο νεκροθάφτης της επανάστασης σταλινισμός εξισώνεται με τον ιστορικό του αντίπαλο, τον τροτσκισμό, οπαδοί κι αντίπαλοι της κινέζικης πολιτιστικής επανάστασης πέφτουν στον ίδιο Καιάδα. Μένουν θαμμένα λείψανα του παρελθόντος κατάλληλα μόνο για μια νεκροψία που βαφτίζεται «διαλεκτική υπέρβαση». Ποια υπέρβαση, ποια άρνηση της άρνησης μπορεί να υπάρξει αν τα ίδια τα αντίθετα είναι νεκρά, ήδη ξεπερασμένα από την Ιστορία; Δεν βρισκόμαστε πια μπροστά σε «δρόμους της διαλεκτικής» αλλά σε αδιέξοδα αντιδιαλεκτικής.

Η απάντηση στη θέση του Ε.Μπ. ξεπερνά τα στενά όρια της τακτικής. Αναγκαστικά οδηγεί σε ζητήματα φιλοσοφικής μεθόδου και θεωρίας της Ιστορίας. Ας είναι αυτό κάτι το θετικό που απομένει από αυτή την φάση των συζητήσεων και τον θόρυβο των αντιπαραθέσεων που πρέπει να υπάρξουν για να ξεκαθαρίσει, πράγματι, το τοπίο και να συμφωνήσουμε «τι είδους κομμουνιστική κοινωνία ονειρευόμαστε».

Ο Μπένγιαμιν έγραφε ότι η επανάσταση θα πάρει εκδίκηση για όλες τις περασμένες γενιές των Νικημένων, για όλες τις προδομένες επαναστάσεις. Για τον Ε.Μπ. η Ιστορία αποφάνθηκε ήδη. «Ούτε λήθη ούτε δικαστήρια» για τον κάθε Μπέρια και Μερκαντέρ. Έτσι κι αλλιώς, όπως γράφει: «Προσπάθειες λοιπόν για κατανόηση του παρελθόντος. Σωστά. Αλλά τι γίνεται με την εργατική τάξη; Και υπάρχει συζήτηση έστω για τα προβλήματα της στρατηγικής; Και τι σοσιαλισμό προεικονίζουμε που δεν θα οδηγήσει σε νέα γκούλαγκ;» Σε παλιότερο άρθρο του είχε γράψει: «Ούτε η σοσιαλδημοκρατία, ούτε ο σταλινισμός, ούτε ο τροτσκισμός, ούτε ο μαοϊσμός, ούτε ο αναρχισμός, θα είναι η κομμουνιστική ιδεολογία του μέλλοντος. Η διαλεκτική υπέρβαση του παρελθόντος είναι όρος για την επιβίωση του κομμουνιστικού κινήματος».

Τελικά, η διαφορετική στάση στην Ιστορία αναπόφευκτα δένεται με μια άλλη εκτίμηση και για το Τώρα και αντίστροφα.

Όχι σ. Ευτύχη, δεν είμαστε ούτε αισθανόμαστε ούτε σκεφτόμαστε ούτε παλεύουμε οργανωμένα σαν «οπισθοφυλακή» και «κατάλοιπο» ενός τραγικού παρελθόντος κι ούτε είναι πάτος του πηγαδιού.

Όχι σ. Ευτύχη, το δίλημμα που μπαίνει σήμερα μπροστά στους επαναστάτες Μαρξιστές δεν είναι απλώς «προσκόλληση στο ηρωικό και τραγικό παρελθόν ή διαλεκτική υπέρβαση, που σημαίνει ανάκτηση του επαναστατικού κεκτημένου και ανίχνευση των θετικών δυνατοτήτων του παρόντος». Η διαλεκτική υπέρβαση αναδύεται μέσα από την διαλεκτική της αρνητικότητας. Δεν χωρίζουμε τις θετικές από τις αρνητικές πλευρές της ιστορικής αντίφασης, ανιχνεύοντας μόνο τις πρώτες. Η Ιστορία προχωρά από την αρνητική πλευρά, έλεγε στον Προυντόν ο Μαρξ. Παραμένει ζωτικό και σήμερα, με άλλο τρόπο από ό,τι το 1989 αλλά με τον επείγοντα τρόπο που το έθεσες κι εσύ τότε, το δίλημμα «ενσωμάτωση ή ρήξη;» -ιδιαίτερα μετά από την κυβερνητική κατολίσθηση της ριζοσπαστικής Αριστεράς στη Βραζιλία, την Ιταλία, τη Γαλλία που άνοιξε την όρεξη ορισμένων να την επαναλάβουν και στην Ελλάδα. Κι η πάλη ενάντια στην ενσωμάτωση, ναι, απαιτεί την ανάκτηση και διαλεκτική υπέρβαση όλης της μέχρι τώρα πείρας της ιστορίας των επαναστάσεων και του Μαρξισμού, κάθε χειραφετητικής εμπειρίας των αγώνων και του πολιτισμού της ανθρωπότητας.

Όχι σ. Ευτύχη, το «αυτονόητο» κι ο «κοινός νους» δεν είναι δρόμοι της διαλεκτικής αλλά συχνά καταλήγουν σε αδιέξοδα αντιδιαλεκτικής.

Υπερασπίζουμε, χωρίς να απολογούμαστε γι’ αυτό, όλη την κληρονομιά της Οκτωβριανής Επανάστασης και την πάλη του Τρότσκυ, της Αριστερής Αντιπολίτευσης και της Τέταρτης Διεθνούς για τη συνέχεια και την ολοκλήρωσή της σε παγκόσμια κλίμακα και σήμερα, στον 21ο αιώνα.

10/20/2008

ΠΟΛΙΤΙΚΗ Ή ΕΚΛΟΓΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ;

ΠΕΡΙ ΔΙΕΞΟΔΩΝ ΚΑΙ ΑΔΙΕΞΟΔΩΝ
των Δ. ΓΚΟΒΑ και Μ. ΠΑΠΑΜΑΚΑΡΙΟΥ

Σε συνθήκες έντονης επιθετικότητας της κυβέρνησης και του κεφαλαίου, σε μια συγκυρία πυκνών πολιτικών εξελίξεων και διεργασιών και παγκόσμιας οικονομικής κ΄κρίσης, είναι φυσικό και επιβεβλημένο να τίθενται ζητήματα αντικαπιταλιστικής στρατηγικής και τακτικής. Στην κοινωνία δημιουργούνται προϋποθέσεις μια πιο μαζικής εκλογικής αποστοίχισης δυνάμεων από τα δύο αστικά κόμματα ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, από θέσεις λαϊκής - εργατικής διαμαρτυρίας. Αυτό απέχει βέβαια από μια εκτίμηση "αριστερής στροφής" της κοινωνίας, όπως βιάζονται αρκετοί να χαρακτηρίσουν τη συγκυρία. Οι απαντήσεις που δίνονται στις πολύπλευρες εξελίξεις από την αντικαπιταλιστική Αριστερά και την οργάνωσή μας και τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν στην πράξη αυτές τις απαντήσεις, θέλουν ιδιαίτερη προσοχή.
Όπως σωστά εκτιμά η απόφαση της Πολιτικής Επιτροπής "για την αντικαπιταλιστική Αριστερά δεν υπάρχουν διλήμματα του τύπου αγώνες ή εκλογές, κίνημα ή πολιτική. Αντιπαλεύουμε τις τάσεις εκλογικής αναμονής, ενώ η κυβέρνηση προωθεί την πολιτική της, παλεύουμε να αναπτυχθούν οι αγώνες, ενισχύοντας την πολιτικοποίηση του κινήματος, την κατεύθυνση της συνολικής αναμέτρησης με την πολιτική ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΕΕ, για την ανατροπή της κυβέρνησης της ΝΔ, από 'κάτω'...".
Ωστόσο, αυτό που κυριαρχεί εν πολλοίς στη συζήτησή μας είναι η "εκλογική τακτική", και μάλιστα αρκετές φορές με ένα εκλογικό "άγχος επιβίωσης". Περιορίζεται έτσι στην πιο "έγκαιρη προεκλογική ετοιμασία", και κυρίως στις συνεργασίες και τη μορφή που θα έχει η εκλογική μας παρέμβαση και πρόταση προς τις δυνάμεις της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς και ιδιαίτερα προς τις δυνάμεις του ΕΝΑΝΤΙΑ. Ξεκαθαρίζουμε εξ αρχής, ότι θεωρούμε αναγκαίες τις έγκαιρες πρωτοβουλίες του ΝΑΡ και του ΜΕΡΑ μπροστά στη μάχη των εκλογών. Επίσης, θεωρούμε ανάγκη την πολιτική ενοποίηση και μετωπική συσπείρωση της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, ιδιαίτερα στη φάση αυτή. Διαφωνούμε ωστόσο με την αντιμετώπιση αυτής της διαδικασίας ούτε λίγο, ούτε πολύ ως αυτό που θα μας βγάλει από το όποιο αδιέξοδο και ότι είναι "αυτό που μας έλειψε" στην προηγούμενη εκλογική μάχη.
Χαρακτηριστικό για το που οδηγείται η συζήτηση είναι και το σημείο της απόφασης της ΠΕ του Ιουλίου που αναφέρει ότι "στόχος μας είναι η ευρύτερη πολιτική συσπείρωση πρωτοπόρων δυνάμεων, ώστε, με την παρέμβασή μας στη μάχη των ευρωεκλογών, να ενισχυθούν οι δυνατότητες για τον πόλο της επαναστατικής αντικαπιταλιστικής Αριστεράς (...).
Ώστε να δημιουργηθούν καλύτερες προϋποθέσεις για να πραγματοποιηθεί, μετά από αυτές, η αποφασιστική τομή που αναζητούμε στη φυσιογνωμία μας και το αποφασιστικό βήμα στην επαφή και στην αλληλεπίδραση του εγχειρήματός μας με τα πρωτοπόρα και πολιτικά αναδυόμενα τμήματα της εργατικής τάξης, της νεολαίας...". Όπως λοιπόν δηλώνει η απόφαση, η "αποφασιστική τομή" στη φυσιογνωμία μας και η "επαφή" μας με τους αγωνιστές θα έρθει μετά το καλό εκλογικό αποτέλεσμα...
Αφού η τομή στη φυσιογνωμία μας θα κριθεί από τις εκλογές, τι πρόκειται να συμβεί εάν το αποτέλεσμα δεν είναι καλό; Μήπως τομές προς τα πίσω και σε άλλες κατευθύνσεις από τις κεκτημένες; Και εφόσον το καθοριστικό είναι το εκλογικό αποτέλεσμα, ποιο είναι το εργαλείο για να επιτευχθεί; "Η ενότητα της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς". Και είναι ανησυχητικό ότι η συζήτηση αυτή καταλήγει για ορισμένους συντρόφους στο "πως θα κατεβούμε με το ΕΝΑΝΤΙΑ".
Είναι ανάγκη να ξεκαθαρίσουμε μια σειρά ζητήματα για την διαβόητη ενότητα. Μιλάμε ως ΝΑΡ - σωστά - για ενότητα προοπτικής και όχι "μίας χρήσης", πολιτική και όχι μόνο εκλογική. Η ανάγκη όμως της "εκλογικής" και άρα, για κάποιους, της πολιτικής επιβίωσης, δεν είναι δύσκολο να οδηγήσει σε μια συζήτηση που θα βάζει το κάρο μπροστά από το άλογο. Πιστεύουμε ότι η υπόθεση της ενότητας της επαναστατικής Αριστεράς θα κριθεί στο επίπεδο της πραγματικής, προωθητικής σύνθεσης όλων των τάσεων της και δεν είμαστε με μια αντίληψη που πιστεύει ότι οι υπόλοιποι οφείλουν να δεχτούν το δικό μας περιεχόμενο "πακέτο" για να προχωρήσουμε.
Εκτιμούμε όμως ότι αυτό είναι πολύ δύσκολο να επιτευχθεί στην παρούσα φάση. Όχι κυρίως γιατί οι ηγεσίες των άλλων οργανώσεων έχουν άλλα σχέδια ή επειδή είναι γενικά "ενάντια στον πόλο", αλλά γιατί από τη δράση όλων μας το προηγούμενο διάστημα (ακόμα πιο έντονα μετά τις περσινές εκλογές) διαπιστώνουμε ότι υπάρχουν σοβαρές διαφωνίες και αποκλίνουσες πρακτικές και εκτιμήσεις σε επίπεδο πολιτικής, παρέμβασης και προοπτικής.
Να το πούμε παραδειγματικά: Πως θα πείσουμε τον κόσμο της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς και του κινήματος για την αξιοπιστία και την "επόμενη μέρα" ενός μετωπικού εγχειρήματος όταν σε θεμελιακά ζητήματα, όπως στο εργατικό κίνημα, δεν μπορούμε να βρεθούμε μαζί σε μια διαδήλωση, όπως στη ΔΕΘ ή στην Αθήνα για τις εξαγγελίες του Καραμανλή; Πως θα μπορέσουμε να συνθέσουμε ένα αντικαπιταλιστικό πολιτικό πρόγραμμα εκλογικής καθόδου, ένα αιχμηρό και σαφώς οριοθετημένο από ΚΚΕ και ΣΥΡΙΖΑ πολιτικό στίγμα, όταν πριν από πέντε μόλις μήνες, σε σοβαρά θέματα όπως η αντίθεση στην Ευρωσυνθήκη, εμείς βρισκόμασταν σε συγκέντρωση της αντικαπιαταλιστικής Αριστεράς και άλλοι συνδιοργάνωναν συγκέντρωση με τον ΣΥΡΙΖΑ; Όταν για την καταδίκη και το στοιχειώδη διαχωρισμό από την πολιτική της ΓΣΕΕ ή την μη νεκρανάσταση της ΕΦΕΕ πρέπει να δίνονται επώδυνες και ψυχοφθόρες μάχες σε σχήματα και πρωτοβουλίες; Τα προβλήματα αυτά, δεν μπορεί να τα επιλύσει μονάχα η "διάθεση ενότητας". Αλλιώς, η ενότητα θα είναι "ψυχολογική", όχι πολιτική.
Θα ήταν πιο ειλικρινές να μιλήσει κάποιος για μια "εκλογική συνεργασία" χωρίς να δημιουργεί προσδοκίες για την επόμενη μέρα. Βέβαια, κατά την γνώμη μας ούτε η εκλογική συνεργασία θα δώσει κανένα αποτέλεσμα που να αντέχει στο χρόνο. Άλλωστε, 27.000 ψήφους είχε πάρει η κοινή κάθοδος Μ-Λ ΚΚΕ και ΚΟΕ, χωρίς ούτε να συνεχιστεί ούτε "να αλλάξουν τα πράγματα" στην Αριστερά. Καταλαβαίνουμε απόλυτα τις πιέσεις που δέχεται ο κόσμος της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς από το ρεύμα του νέου μεταρρυθμισμού που εκπροσωπεί ο ΣΥΡΙΖΑ και του παραδοσιακού άλτερ έγκο του, τού ΚΚΕ. Έχουμε επίγνωση, ότι οι επόμενες εκλογικές αναμετρήσεις θα είναι δύσκολες. Ωστόσο δεν συμφωνούμε με μία στάση που τείνει να διαμορφωθεί σε σχέσει με το πώς απαντάμε σε αυτή την πίεση.
Τι κάνουμε λοιπόν; Προφανώς(;) η απάντηση δεν είναι "να πάμε με αυτό που έχουμε", έστω πιο δυνατά, πιο σοβαρά, πιο οργανωμένα. Ούτε φυσικά συμφωνούμε με απόψεις που πιστεύουν ότι ένα καθαρό ΝΑΡ μπορεί να τα πάει καλύτερα. Στη νέα φάση, όποιος βαδίζει με αυτά που έχει, θα μείνει εκεί που ήταν... Για το ΜΕΡΑ λοιπόν, χρειάζεται να σκεφτούμε πιο απαιτητικά και να βαδίσουμε πιο αποφασιστικά στην κατεύθυνση ριζικής αναδιοργάνωσής του. Όμως αυτό δεν φτάνει.
Το ζήτημα είναι πολυσύνθετο και δεν χωρά εύκολες και κυρίως εκλογοκεντρικές απαντήσεις. Αυτό που λείπει από το ΝΑΡ δεν είναι μόνο ένα καλά επεξεργασμένο πολιτικό-εκλογικό σχέδιο, αλλά τα θεμέλια, οι υποδομές, κινηματικές, θεωρητικές, οργανωτικές και πολιτικές, πάνω στις οποίες θα στηριχθεί ένα τέτοιο σχέδιο.
Ακούγεται πολλές φορές ότι "στα κινήματα τα πάμε καλά, αλλά δεν μπορούμε να κεφαλαιοποιήσουμε πολιτικά". Επίσης, μας απασχολεί "γιατί ο κόσμος των Παρεμβάσεων ή κομμάτια της ΕΑΑΚ ψηφίζουν την επίσημη Αριστερά και πάντως όχι εμάς;". Από πού βγάζουμε το συμπέρασμα ότι στα κινήματα τα πάμε καλά; Τα πάμε καλά στο εργατικό κίνημα όπου η παρέμβασή μας είναι μικρή και σε ολόκληρους κλάδους ανύπαρκτη (για να μη συζητήσουμε για το περιεχόμενο της); Μήπως πολλές φορές ταυτίζουμε την ηγεμονία στο δρόμο και στα συντονιστικά των πρωτοπόρων αγωνιστών με την ηγεμονία των αντικαπιταλιστικών απαντήσεων στις συνειδήσεις των χιλιάδων εργαζομένων και φοιτητών των αγώνων, στη σκέψη των οποίων ηγεμονεύει η αγωνιστική εκδοχή του μεταρρυθμισμού; Οι χιλιάδες που ψηφίζουν τα σχήματα της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς σε σωματεία και συλλόγους το κάνουν επειδή είναι με το πρόγραμμα της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς; Σε αυτούς τους χώρους ηγεμονεύουν οι αντικαπιταλιστικές ή οι αγωνιστικές μεν, ρεφορμιστικές όμως απαντήσεις; Ποιο περιεχόμενο αναδεικνύεται και πόσο (συν)διαμορφώνεται με τους αγωνιστές και άρα αποτυπώνεται στη πολιτική συμπεριφορά τους; Θα πρέπει να εκπλησσόμαστε λιγότερο και να σκεφτόμαστε περισσότερο. Αλλιώς, μετά από κάθε εκλογικό αποτέλεσμα το ΝΑΡ θα περνά και από μια κρίση, απόδειξη του πόσο ουσιαστικά έχουμε δουλέψει, ώστε να επιδράσουμε στο κόσμο του αγώνα και πως έχουμε εκτιμήσει τις αλλαγές στις συνειδήσεις και τους συσχετισμούς.
Εν κατακλείδι, δεν φιλοδοξούμε να προτείνουμε κάποια άλλη εκλογική πρόταση, αλλά να αναδείξουμε ως κύριο ζητούμενο για την περίοδο έναν άλλο δρόμο. Πιστεύουμε ότι ως ΝΑΡ οφείλουμε να στρέψουμε πιο αποφασιστικά τη δουλειά μας στην αντικαπιαταλιστική πολιτικοποίηση των αγώνων, των κινήσεων, των σχημάτων και του κόσμου της εργατικής - λαϊκής διαμαρτυρίας που αναπτύσσεται Να κάνουμε πραγματικά βήματα στην ανάπτυξη αντικαπιταλιστικών προγραμμάτων πάλης σε κρίσιμους χώρους, που θα σφραγίζουν τη δράση αγωνιστών και θα ενοποιούν ουσιαστικά κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις. Ας κριθούμε εκεί όλοι στην πράξη, στα δια ταύτα. Και φυσικά, ας μην ξεχνάμε ότι το πιο μεγάλο στοίχημα της ενότητας βρίσκεται πρώτα απ' όλα στον κόσμο του αγώνα. Ας δουλέψουμε άμεσα για την ενοποίηση των εργατικών σχημάτων και τη συσπείρωση των δυνάμεων του νέου εργατικού κινήματος, και ας κριθεί εκεί κάθε πολιτική πρόταση ενότητας από τους εργαζόμενους. Ας προχωρήσουμε στην ανάπτυξη των αριστερών κινήσεων πόλης και την ενοποίησή τους, και θα συναντηθούμε με πάρα πολλούς αγωνιστές, οργανωμένους και ανένταχτους. Ας βαδίσουμε μαζί στους αγώνες τις επόμενης περιόδου - κατ' αρχήν στον ίδιο χώρο και με ένα στοιχειώδες αιχμηρό περιεχόμενο - για την ανάσχεση της επίθεσης του κεφαλαίου και την αντιπαράθεση με τις νέες αυταπάτες για το ΠΑΣΟΚ και το ΣΥΡΙΖΑ. Χωρίς τέτοιου χαρακτήρα "αποφασιστικέ τομές", δεν μπορεί να "ολοκληρωθεί" και να λειτουργήσει κανένα εκλογικό-πολιτικό σχέδιο. Πολύ περισσότερο δεν μπορεί να ενοποιηθεί η επαναστατική Αριστερά, αποσπώντας μάλιστα δυνάμεις από την ηγεμονία του νέου μεταρρυθμισμού, χωρίς να διαφαίνεται, έστω στοιχειωδώς σε τμήματα των εργαζομένων και της νεολαίας η προσπάθεια δημιουργίας ενός τρίτου, διακριτού και σχετικά μαζικού πόλου της άλλης Αριστεράς.
Χρειάζεται να βάλουμε την γραμμή μας, στην πράξη, με τα πόδια στο έδαφος και το κεφάλι στον ουρανό. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο ένα εκλογικό - πολιτικό σχέδιο θα μπορούσε να γίνει και πιο τολμηρό από αυτό που προτείνουμε σήμερα.


ΠΡΙΝ 19/10/2008