Δ. Πατέλη, Μ. Δαφέρμου, Π. Παυλίδη
4/16/2013
«Γενική διάνοια», η υλική βάση του κομμουνισμού
12/15/2010
Σχετικά με την κακοποίηση του πρώην υπουργού της Νέας Δημοκρατίας Χατζηδάκη
Το λιντζάρισμα ενός αστού πολιτικού είναι ολότελα ξένο προς τη μαρξιστική αντίληψη της πολιτικής και την κομμουνιστική παράδοση. Η αγανάκτηση αυτών που κακοποίησαν σήμερα τον νεοδημοκράτη πρώην υπουργό, στο βαθμό που φυσικά είναι διαδηλωτές, είναι εντελώς εύλογη για τους λόγους γνωρίζουμε όλοι μας. Όπως εύλογη θα ήταν η αγανάκτηση του λαού απέναντι σε όλους τους υψηλόβαθμους αστούς πολιτικούς τόσο αυτούς που κυβέρνησαν προηγουμένως, όσο και αυτούς που σήμερα κυβερνούν τη χώρα με τις γνωστές τρομερές συνέπειες.
11/16/2009
4/19/2009
κομμουνιστική προοπτική: πέρα απο την ουτοπία...
ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ
(ομιλία στην διημερίδα των ομίλων επαναστατικής θεωρίας 11-12/4/2009)
«ο κομμουνισμός δεν είναι για μας μια κατάσταση πραγμάτων που πρέπει να εγκαθιδρυθεί, ένα ιδεώδες που σε αυτό θα πρέπει να προσαρμοστεί η πραγματικότητα. Ονομάζουμε κομμουνισμό την πραγματική κίνηση που καταργεί την σημερινή κατάσταση πραγμάτων»[1].
Ο Μαρξ είχε πει κάπου ότι δεν του αρέσει να μαγειρεύει φαγητά για τις κουζίνες του μέλλοντος, αλλά είχε προδιαγράψει μερικά χαρακτηριστικά[2] όπως μπορούσε κατά την γνώμη του να τα προβλέψει από την όλη κίνηση του καπιταλισμού, και γενικά της ιστορικής εξέλιξης. Φυσικά δεν είναι μόνο η απόσταση του χρόνου που επιβάλλει την επανεξέταση τους. Είναι κυρίως η εμπειρία από τις πρώιμες προσπάθειες οικοδόμησης κομμουνιστικής κοινωνίας στην ΕΣΣΔ, αλλά και τα νέα χαρακτηριστικά του καπιταλισμού που δίνουν πλούσιο υλικό αναστοχασμού. Κάτω από αυτήν την εμπειρία δεν είναι παράξενο κάποιες παλιότερες θεωρήσεις να μας φαίνονται όχι ακριβείς, ίσως και λαθεμένες, σημαδεμένες από μια ουτοπική αντίληψη, από την οποία οι μαρξιστές δεν είναι πάντα αρκετά προφυλαγμένοι.
Για παράδειγμα είναι αρκετά διαδεδομένη η αντίληψη για τον κομμουνισμό[3], σαν την κοινωνία όπου ο καθένας θα προσφέρει σύμφωνα με τις ικανότητες του και θα αμείβεται σύμφωνα με τις ανάγκες του[4]. Ή διατύπωση αυτή μας φαίνεται αρκετά προβληματική και στην παρέμβασή μας θα προσπαθήσουμε να το αποδείξουμε, δείχνοντας ταυτόχρονα τι θα θεωρούσαμε σαν ακριβέστερη περιγραφή του.
Προς ένα τέλος ή μια φάση μιας εξελισσόμενης διαδικασίας;
Ο κομμουνισμός συχνά κατανοείται σαν ένα τέλος[5] της ιστορίας (αν και περιγράφεται σαν το τέλος της προϊστορίας της ανθρωπότητας), όπου όλα τα προβλήματα θα είναι λυμένα, κάτι σαν ένας επίγειος παράδεισος. Μερικοί κατανοούσαν και τον σοσιαλισμό κάπως έτσι, και βλέποντας την πρώτη προσπάθεια εφαρμογής του απογοητεύτηκαν τόσο που κατέληξαν στο ότι αυτό δεν ήταν σοσιαλισμός. Τι λύνει ο κομμουνισμός; ο Μαντέλ λέει μόνο έξι-εφτά αντιθέσεις[6]. Εμείς αμφιβάλλουμε αν λύνει τόσο πολλές. Σίγουρα πρέπει να σταματήσει η καπιταλιστική εκμετάλλευση. Θα δρομολογηθεί η λύση και άλλων αντιθέσεων όπως: Μεταξύ πνευματικής και φυσικής εργασίας ή καλλίτερα μεταξύ καταναγκαστικής και δημιουργικής εργασίας (αν και παρακάτω θα δούμε κάποιους περιορισμούς). Μεταξύ διοικητικής και εκτελεστικής. Μεταξύ πόλης και χωριού (ο Βαζιούλιν λέει ότι και αυτή δεν μπορεί να λυθεί πλήρως όσο βασικό μέσο αγροτικής παραγωγής παραμένει η γη και τα ζώα[7]). Να πούμε εξ αρχής ότι ούτε μπορούμε να φανταστούμε τι καινούργιες αντιθέσεις θα προκύψουν τι στιγμή μάλιστα που η λύση της βασικής αντίθεσης φέρνει στο προσκήνιο άλλες, όχι κατ΄ ανάγκην ταξικές με την σημερινή έννοια, που σήμερα δεν φαίνονται τόσο σημαντικές (πχ μεταξύ νέων και ηλικιωμένων). Θα δούμε παρακάτω ότι μια βασική αντίθεση πιστεύουμε ότι θα είναι από τη μια οι ολοένα αυξανόμενες ανάγκες και από την άλλη οι περιορισμένοι πόροι του πλανήτη μας (η ιδέα ότι θα επεκταθούμε στο διάστημα ξεφεύγει από τα όρια της πολιτικής θεωρίας και αγγίζει την μελλοντολογία, ξεπερνάνε τα όρια του θεωρητικά προβλέψιμου και εν πάσει περιπτώσει δεν είναι προβλήματα που μπορούν να λυθούν σήμερα).
Πάντως κάθε τάξη θεωρεί ότι το σύστημα που εγκαθιδρύει είναι το τελικό, το φυσικό, και το καλλίτερο. Η εργατική δεν πρέπει να πέσει σε αυτήν την αυταπάτη. Η ανθρωπότητα θα συνεχίσει τον δρόμο της και κάποτε στο μέλλον θα φανεί η ανεπάρκεια αυτού που σήμερα περιγράφουμε σαν κομμουνισμό, και οι καινούργιες αντιθέσεις θα οδηγήσουν σε καινούργιους τύπους κοινωνίας.
Ο Μαρξ έκανε ένα σημαντικό βήμα, προσπαθώντας να ξεκόψει από τον λεγόμενο ουτοπικό σοσιαλισμό. Ξεκαθάρισε στην Γερμανική Ιδεολογία ότι δεν προσπαθεί να φτιάξει τον κόσμο σύμφωνα με κατασκευασμένες θεωρίες, αλλά να προβλέψει την πραγματική εξέλιξη. Εμείς σήμερα, με αυτήν την μεθοδολογία, στηριγμένοι στην εμπειρία μιας προσπάθειας πρώτης οικοδόμησης, πρέπει να κάνουμε ένα δεύτερο βήμα, καθαρίζοντας την θεωρία μας από σημαντικό μέρος ουτοπικής σκουριάς που απομένει.
Σημαντικό είναι επίσης να καταλάβουμε ότι κάθε κοινωνικοοικονομικός σχηματισμός περιλαμβάνει έναν κύριο, και άλλους δευτερεύοντες και υπηγμένους. Δεν είμαστε σίγουροι ότι και στον κομμουνισμό δεν θα υπάρχει πχ αυτοαπασχόληση. Η μηχανική παραγωγή οδηγούσε στην αντίληψη της μεγάλης παραγωγής, συγκεντρωμένης σε μεγάλες επιχειρήσεις, με σκοπό ένα ενιαίο αυτοματοποιημένο σύμπλεγμα. Οι νέες τεχνολογίες απαιτούν να ξανασκεφτούμε την παραγωγική δομή. Μπορεί να υπάρχει ένας βασικός αυτοματοποιημένος σκελετός, κοινωνικοποιημένος, αλλά να συνδέονται με αυτόν εκατομμύρια αυτοαπασχολούμενοι ανεξάρτητοι παραγωγοί. Έχει σημασία να καταλάβουμε -με όλες τις συνέπειες του τι σημαίνει αυτό-, ότι ο κλασσικός μαρξισμός δεν γνώριζε τις νέες τεχνολογίες, η θεωρία του οικοδομήθηκε στην μηχανική παραγωγή, και οι μαρξιστές που άρχισαν να τις γνωρίζουν δυσκολεύονταν και ακόμα σε μαγάλο βαθμό δυσκολεύονται να αναπροσαρμόσουν τις αντιλήψεις τους. Κυριαρχία του κομμουνιστικού τρόπου παραγωγής δεν σημαινει κατ ανάγκην και αποκλειστικά κομμουνιστικός τρόπος παραγωγής. Και αυτό δεν έχει να κάνει με το αν βρισκόμαστε στην αρχή του ή σε ένα προχωρημένο στάδιο του, δηλαδή δεν μιλάμε για τον σοσιαλισμό, αλλά για την καθ εαυτό κομμουνιστική κοινωνία.
Το λέμε αυτό γιατί ενώ θεωρούμε υλική βάση του την αυτοματοποίηση, δεν είναι σίγουρο ότι όλες οι ανθρώπινες εργασιακές δραστηριότητες υπόκεινται σε αυτοματοποίηση. Άρα θα διατηρούνται τομείς που απαιτούν χαμηλότερης ποιότητας εργασία, δηλαδή εκτός κομμουνιστικού τρόπου παραγωγής.
Τέλος, κατανοώντας τον κομμουνισμό σαν μια κοινωνία με αντιθέσεις, δύσκολα μπορεί να πει κανείς ότι θα καταργηθεί και η πολιτική ζωή[8]. Φυσικά μιλάμε για μια πλουραλιστική ζωή, με κυρίαρχα τα αμεσοδημοκρατικά στοιχεία, αλλά και πιθανόν μορφές αντιπροσώπευσης. Αλλιώς πως θα λύνονται τα επίδικα ζητήματα; Η αντίληψη για πλήρη κατάργηση των μηχανισμών διαχείρισης (κράτος) στηρίζεται μάλλον σε μια βιβλική εικόνα αγγέλων, παρά στα πραγματικά δεδομένα, όπως τουλάχιστον μπορούμε να τα φανταστούμε σήμερα.
αποτέλεσμα πολιτικών διαδικασιών ή φυσικοιστορικής εξέλιξης;
Να αναφέρουμε εδώ μια άλλη, κατά την γνώμη μας, λανθασμένη ιδέα, που πάντως δεν είναι του Μαρξ, ότι δηλαδή οι κομμουνιστικές σχέσεις δεν μπορούν να δημιουργηθούν στα πλαίσια του καπιταλισμού, αλλά δημιουργούνται «τεχνητά» μετα την σοσιαλιστική επανάσταση. Πιστεύουμε πως αυτό δεν είναι σωστό. Και όχι μόνο γιατί ο ίδιος ο Μαρξ προσπαθούσε να δει στα συνεταιριστικά εργοστάσια των εργατών τα φύτρα της μελλοντικής κοινωνίας. Αλλά γιατί ένα σύστημα παραγωγής και διανομής δεν εμφανίζεται από το πουθενά σαν την Αθηνά από το κεφάλι του Δία. Πιστεύουμε ότι όχι μόνο οι προϋποθέσεις αλλά και μορφές κομμουνισμού δημιουργούνται από σήμερα. Τι είναι η δωρεάν παιδεία και η δωρεάν υγεία σήμερα; τα οικογενειακά επιδόματα; Δεν είναι κατανομή σύμφωνα με τις ανάγκες; Δεν είναι κομμουνιστική σχέση; Ή τι είναι το αίτημα για εγγυημένο κατώτατο εισόδημα; Ακόμα και οι αστικές κρατικοποιήσεις ή ο αστικός σχεδιασμός είναι σχέσεις από το μέλλον, δεν αντιστοιχούν ακριβώς στον καπιταλισμό[9]. Άλλο αν στα πλαίσια του καπιταλισμού είναι υποταγμένες στο κύριο σκοπό του, το καπιταλιστικό κέρδος, και εμφανίζονται σαν αποτέλεσμα της πάλης των τάξεων. Το ότι η πάλη των τάξεων οδηγεί σε αυτές ακριβώς τις μορφές, και όχι σε άλλες δείχνει ότι δεν πρόκειται για τεχνητές μορφές που η εργατική τάξη θα εισάγει βουλησιαρχικά, αλλά για μορφές που αντιστοιχούν στις κοινωνικοποιημένες παραγωγικές δυνάμεις. Αλλιώς η θεμελίωση της αναγκαιότητας του κομμουνισμού δεν θα γίνεται στην βάση της οικονομικής αποτελεσματικότητας αλλά στην βάση ηθικών και ανθρωπιστικών κριτηρίων. Και δυστυχώς ο κοινούς νους (αλλά και πολλοί μαρξιστές) έτσι καταλαβαίνουν τον κομμουνισμό, σαν ζήτημα ηθικής τάξης, δικαιοσύνης και όχι σαν πιο αποτελεσματικό τρόπο παραγωγής, σαν τεχνική αναγκαιότητα των αυτοματοποιημένων παραγωγικών δυνάμεων.
Εδώ να αναφέρουμε πως εμείς καταλαβαίνουμε την ιστορική εξέλιξη. Στην πραγματικότητα συντελούνται δυο παράλληλα προτσές, ένα στην επιφάνεια και ένα πιο υπόγειο. Το υπόγειο αφορά την εξέλιξη της ενότητας παραγωγικών δυνάμεων και παραγωγικών σχέσεων, που συντελείται λίγο πολύ αυθόρμητα, χωρίς υποκείμενο, αλλά με κινητήρια δύναμη την ταξική πάλη. Στην επιφάνεια έχουμε τις απότομες αλλαγές σαν αποτέλεσμα της πολιτικής πάλης, με υποκείμενα τάξεις, ή τις πολιτικές πρωτοπορίες τους, που μπορεί να επιβραδύνει ή να επιταχύνει τις εξελίξεις που συντελούνται αυθόρμητα, αλλά όχι να τις εκτρέψει εντελώς. Αυτό δεν είναι ντετερμινισμός. Οι επαναστάσεις είναι οι πιο έντονες μορφές πολιτικής δραστηριότητας. Δεν είναι απαραίτητες για να εμφανιστεί ο καινούργιος τρόπος παραγωγής, αλλά για να επικρατήσει. Στην δουλοκτησία, και στην φεουδαρχία μάλιστα, δεν περάσαμε με επαναστάσεις, αλλά με πρωτοβουλία των ηγετικών τάξεων. Ακόμα και η αστική επανάσταση λειτούργησε διαφορετικά σε διαφορετικές χώρες.
Τέλος, οι αναγκαίες πολιτικές αλλαγές, δεν μπορούν να καθυστερήσουν πέρα από ένα όριο, από τότε που ο νέος τρόπος παραγωγής γίνει τεχνική αναγκαιότητα για τις νέες παραγωγικές δυνάμεις. Αντίστροφα αν οι πολιτικές εξελίξεις επιταχύνουν πολύ τα πράγματα, έχουμε πρώιμη κυριαρχία του νέου τρόπου παραγωγής, με μάλλον τυπική και όχι πραγματική επικράτηση του.
Από την άλλη οι αγώνες του σήμερα πρέπει να διεξάγονται έτσι που να προσανατολίζουν στο αύριο. Δυο παραδείγματα (για το τι δεν πρέπει να γίνεται) είναι η παγκοσμιοποίηση και η ευελιξίας της εργασίας. Επειδή και οι δύο δημιουργούν σοβαρά προβλήματα όταν εξελίσσονται με την ηγεμονία του καπιταλισμού, δεν πρέπει να μας οδηγήσουν στην καταδίκη τους, αλλά στην αναγκαιότητα της κομμουνιστικής παγκοσμιοποίησης, και της κομμουνιστικής ευελιξίας της εργασίας. Με την στάση της η σημερινή Αριστερά και το εργατικό κίνημα ουσιαστικά αναπολεί την κατάσταση του προηγούμενου σταδίου του καπιταλισμού, που είχαμε εθνικές κρατικομονοπωλιακές ρυθμίσεις και σταθερή εργασία. Δηλαδή έχουμε φαινόμενα νεολουδισμού[10].
Κοινωνία της αφθονίας ή της δημιουργικής εργασίας;
Η αντίληψη, ότι ο κομμουνισμός θα έχει μια απεριόριστη παραγωγή, που θα μπορεί να καλύπτει όλες τις ανάγκες, δεν περιορίζεται στον Μαρξ[11] και στον κλασσικό μαρξισμό, αλλά είναι ευρύτατη. Κάποιοι προσθέτουν τις «λογικές», ή τις «βιολογικές» ανάγκες. Να το πούμε καθαρά. Πρόκειται για μη βάσιμη αντίληψη. Κάθε ανάγκη που ικανοποιείται δημιουργεί άλλες στην θέση της. Ή να το θέσουμε διαφορετικά, οι ανάγκες αυξάνουν με γεωμετρική πρόοδο, ενώ οι παραγωγικές δυνάμεις με αριθμητική. Και δεν μιλάμε μόνο για υλικές ανάγκες. Πχ ας σκεφτούμε τι δυσκολίες παρουσιάζει η ικανοποίηση για όλη τα δισεκατομμύρια της ανθρωπότητας η απλή ανάγκη για τουρισμό. Για να μην μιλήσουμε πχ για διαστημικό τουρισμό.
Γενικά είναι δύσκολο να φανταστούμε την δομή των μελλοντικών αναγκών, πέρα από την πρόβλεψη για την απεριόριστη ανάπτυξη τους. Αυτές θα καθορίζονται από την εξέλιξη της τεχνολογίας, από την σπανιότητα των πρώτων υλών, από άλλα περιβαλλοντικά κριτήρια, από τη δομή και τη συγκρότηση της προσωπικότητας κτλ Πάντως σε κάθε περίπτωση έχει σημασία ο δημοκρατικός και όχι διοικητικός ή αυταρχικός καθορισμός τους.
Μια κατανομή χωρίς κάποιο μέτρο θα δημιουργούσε σοβαρά ζητήματα σπατάλης γενικά αλλά και πρώτων υλών ειδικότερα. Ο αντίλογος είναι ότι θα υπήρχε μια πολύ μεγάλη συνειδητότητα, που θα αντιστάθμιζε αυτήν την τάση. Γενικά είμαστε πολύ επιφυλακτικοί σε μια τέτοια αντιμετώπιση. Η συνείδηση δημιουργείται μεν από το είναι, αλλά έχει και μια αυτοτέλεια, και εδώ μιλάμε για τα δισεκατομμύρια της ανθρωπότητας και όχι για μια προχωρημένη πρωτοπορία.
Τι πιστεύουμε εμείς: σε κάθε φάση η κοινωνία θα καθορίζει ένα ελάχιστο αναγκών που θα καλύπτει δωρεάν χωρίς ισοδύναμο. Το υπόλοιπο θα διανέμεται με βάση την προσφερόμενη εργασία, και μάλιστα την κοινωνικά αναγκαία (νόμος της αξίας). Το ύψος του προφανώς θα εξαρτάται από το ύψος των παραγωγικών δυνάμεων, και το βαθμό απελευθέρωσης της εργασίας. Η απελευθέρωση της εργασίας είναι κρίσιμη γιατί αλλιώς πως θα είναι διατεθειμένος κάποιος να ανταλλάσει μη ισοδύναμα καταναγκαστικής εργασίας;
Αυτή θα είναι μια διαδικασία που δεν μπορεί να φτάσει σε ένα τέλος γιατί οι ανάγκες όπως είπαμε θα αυξάνουν διαρκώς.
Το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα που προτείνεται πχ από τον ΣΥΡΙΖΑ, είναι κομμουνιστική μορφή διανομής, και προτείνεται (σωστά ή λάθος είναι ένα άλλο ζήτημα) από σήμερα.
Οι Σοβιετικοί αν και χρησιμοποιούσαν την ιδέα της αφθονίας αγαθών, τελευταία έτειναν σε μια πιο ρεαλιστική θεώρηση, δηλαδή το να θεωρούν τον κομμουνισμό σαν κοινωνία της δημιουργικής εργασίας[12]. Στο τελευταίο εγχειρίδιο επιστημονικού κομμουνισμού (1984, επί Αντρόπωφ), έτσι την περιγράφουν, αν και αυτό το συνδέουν περισσότερο με την διαπαιδαγώγηση, την κομμουνιστική στάση απέναντι στην δουλειά, παρά με τους αντικειμενικούς παράγοντες, την αυτοματοποίηση.
Διερεύνηση φυσικά θέλει και το πραγματικό προτσές μετατροπής της καταναγκαστικής εργασίας σε ζωτική ανάγκη. Αυτό περιλαμβάνει αλλαγές όπως η κατάργηση του ανιαρού και βαρύ χαρακτήρα της χειρωνακτικής ή πνευματικής εργασίας, η μείωση στο ελάχιστο της εργάσιμης μέρας, το ξεπέρασμα του στενού επαγγελματισμού και η πολυειδίκευση, η εξυγίανση των συνθηκών εργασίας, αλλά προπάντων η κατάργηση της εκμετάλλευσης και το αίσθημα νοικοκύρη, η συμμετοχή και ο έλεγχος της παραγωγικής διαδικασίας, και τέλος η σταδιακή μετατροπή της από εργασία εποπτείας των αυτόματων μηχανών σε εργασία ανάπτυξης τους, ή σε μια παραλλαγή ερευνητικής και καλλιτεχνικής εργασίας[13]. Μόνο αυτή η τελευταία μπορεί να παρέχεται δωρεάν στην κοινωνία χωρίς να απαιτεί σαν αντάλλαγμα ένα ισοδύναμο. Αυτή είναι η κομμουνιστική εργασία.
Προφανώς αυτή η διαδικασία προϋποθέτει την προχωρημένη αυτοματοποίηση, αλλά και δεν μπορεί να επεκταθεί σε όλους, απλά θα υπερτερεί ποσοτικά έναντι της άλλης υποδεέστερης εργασίας.
Επίλογος.
Οι μέχρι τώρα εμπειρίες ξεκαθαρίζουν κάπως καλλίτερα πως θα είναι ο κομμουνισμός, αλλά πάντως δείχνουν αρκετά καθαρά πως δεν θα είναι.
Ο κομμουνισμός πιθανότατα δεν θα είναι ο τελευταίος σχηματισμός, ούτε επίγειος παράδεισος χωρίς αντιθέσεις, δεν θα είναι κοινωνία της αφθονίας, θα είναι μια κοινωνία της δημιουργικής (κατά το πλείστον και όχι αποκλειστικά) εργασίας που θα στηρίζεται στην προχωρημένη αυτοματοποίηση. Οπωσδήποτε θα είναι παγκόσμιος, στην βάση της ενοποιημένης ανθρωπότητας. Οι αντιθέσεις του θα είναι η αντικειμενική βάση μιας μάλλον πλούσιας και αυτοδιαχειριστικής πολιτικής ζωής, που θα διευθετεί τα επίδικα ζητήματα, και βάση της παραπέρα εξέλιξής του.
Ενδεικτική βιβλιογραφία.
- Μαρξ: Γερμανική ιδεολογία, GUTENBERG
- Μαρξ: κριτική του προγράμματος της Γκόττα
- Ένγκελς: αντιΝτύρινγκ, Αναγνωστίδης.
- Βαζιούλιν: η λογική της ιστορίας, ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
- Βαζιούλιν: ιστορία και κομμουνιστικό ιδανικό
- Παυλίδη: το φαινόμενο της γραφειοκρατίας στην ΕΣΣΔ.
- Συλλογικό: ο σοσιαλισμός στο κατώφλι του 21ου αιώνα, ΚΑΛΒΟΣ
- αποφάσεις συνεδρίων: 18ο ΚΚΕ, 1ο ΝΑΡ, Προγραμματικό ΣΥΝ
- συλλογικό: ΕΣΣΔ, ο σοσιαλισμός στο κατώφλι του 2000, Σύγχρονη εποχή.
- συλλογικό: επιστημονικός κομμουνισμός, Σύγχρονη εποχή.
[1] Γερμανική ιδεολογία,
[2] Κυρίως στην Γερμανική ιδεολογία, και στην κριτική του προγράμματος της Γκόττα. Επίσης ο Ένγκελς στο αντιΝτύρινγκ προσθέτει κάποια στοιχεία.
[3] ακριβέστερα την δεύτερη, ώριμη φάση του αν η πρώτη ονομάζεται σοσιαλισμός, θεωρώντας και τις δυο φάσεις σαν φάσεις ενός ενιαίου τρόπου παραγωγής.
[4] Μαρξ, Κριτική στο πρόγραμμα της Γκόττα, όπου κριτικάρει την θέση για «δίκαιη» αμοιβή.
[5] Και με τις δύο έννοιες, του σκοπού και του τελευταίου σχηματισμού.
[6] Μαντέλ: η επικαιρότητα του σοσιαλισμού, σελ. 211, συλλογικό, εκδόσεις ΚΑΛΒΟΣ,
[7] Λογική της ιστορίας, σελ 406
[8] Η πολιτική ζωή δεν περιστρέφεται αποκλειστικά γύρω από τα ζητήματα των τάξεων. Πχ πρόσφατα σχηματίστηκε κόμμα στην Σουηδία για το ελεύθερο λογισμικό (αν και σε συνθήκες ύπαρξης των τάξεων αποκτά και μια ταξική διάσταση).
[9] Ακόμα και η εργασία αρχίζει να απελευθερώνεται από σήμερα, όπως υπαινίσσονται κάποιες μεταφορντικές μορφές οργάνωσης, και η δημιουργική εργασία που κάποια επαγγέλματα, κυρίως πνευματικά, παρέχουν, έστω και στρεβλά υπό την καπιταλιστική εκμετάλλευση.
[10] Και ένα θετικό παράδειγμα, είναι η διεκδίκηση «ποιοτικών θέσεων εργασίας», θέση που προβάλλει ο ΣΥΝ στο πρόσφατο πρόγραμμα του.
[11] Πάντως ο Μαρξ στην κριτική στο πρόγραμμα της Γκόττα θεωρεί χυδαίο τον σοσιαλισμό που ξεκόβει την διανομή από την παραγωγή, και ρίχνει ιδιαίτερο βάρος στην διανομή. Ας αναλογιστούμε τι ειδικό βάρος έχουν τα αιτήματα αναδιανομής στα προγράμματα της Αριστεράς σήμερα.
[12] Το εγχειρίδιο πολιτικής οικονομίας του Λομονόσωφ, με την μετατροπή της εργασίας σε ανάγκη συνδέει την πραγματική (και ανεπίστρεπτη) επικράτηση του κομμουνισμού. (τόμος 5, σελ 724)
[13] Μια εικόνα από τα σήμερα δίνει η ερευνητική δουλειά που γίνεται από εθελοντές στο ελεύθερο λογισμικό, ή η χρήσιμη εργασία που γίνεται σαν χόμπι από πολύ κόσμο, ή η εργασία που κάνουμε εμείς τώρα.
3/29/2009
Επιστήμη και Γνώση:Αντιθέσεις και δυνατότητες της εποχής μας
Στη νέα “τρομοκρατική” φάση του παγκόσμιου συστήματος και εν μέσω μιας τεράστιας έκρηξης της τεχνολογίας και των επιστημονικών ανακαλύψεων, εμφανίζεται ένα νέο κύμα σκοταδισμού, ανορθολογισμού, αγνωστικισμού και παράδοσης σε μεταφυσικές αντιλήψεις και ερμηνίες του κόσμου. Πρόκειται για μια φάση, στην οποία δεν αναβαθμίζεται μόνο η ωμή βία, αλλά και ο ιδεολογικός πόλεμος του “εχθρού”. Κεντρικός είναι ο ρόλος της θρησκείας, που αποτελεί κύρια έκφραση της ταχύτατης εξάπλωσης του εθνικισμού και του ανορθολογισμού, εξάπλωση που αποτελεί μια από τις πιο χαρακτηριστικές εκδηλώσεις του επιθετικού και αντιδραστικού ολοκληρωτικού καπιταλισμού στο ιδεολογικό επίπεδο. Οι πολιτικοί εκπρόσωποι της αστικής τάξης επιδιώκουν συνειδητά να δυναμώσουν το παγκόσμια κυρίαρχο νεοσυντηρητικό ρεύμα, σ’ ένα κλίμα αποδόμησης κάθε είδους κοινωνικής συνοχής και αλληλεγγύης. Αδυνατώντας να ενσωματώσουν την εργατική τάξη και να προσφέρουν κάποιο θετικό κοινωνικό - πολιτικό όραμα προσπαθούν (επιτυχώς ως τώρα, κυρίως στις ΗΠΑ) να τη διασπάσουν και να προσεταιριστούν τα πιο χτυπημένα κομμάτια της με τους εσωτερικούς πολέμους των πολιτισμών (θρησκεία, αμβλώσεις, διδασκαλία του Δαρβίνου, εθνοτικές διαφορές, πατριωτισμός κλπ).
Εστιάζοντας στα ζητήματα της επιστήμης και της τεχνολογίας, η παραπάνω τάση εκφράζεται με την αναβάθμιση της αντιεπιστημονικής δεισιδαιμονίας στη θέση της ως τα χθες τεχνοκρατικής υπεραισιοδοξίας. Η υπόκλιση μπροστά στις δυνάμεις της σημερινής τεχνολογικής και επιστημονικής επανάστασης συνδυάζεται με μια άνοδο των μεταφυσικών ανησυχιών για την αλόγιστη χρήση τους.
Το εν λόγω ζήτημα, θεωρούμε, ότι απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή στο πώς θα το προσεγγίσουμε, χωρίς να εγκλωβιστούμε στα δύο άκρα (που επί της ουσίας είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος): από τη μια στην αποθέωση της επιστήμης και της τεχνολογίας και από την άλλη στην πλήρη απόρριψή τους, υιοθετώντας εν τέλει μια αντιεπιστημονική και ανορθολογική τάση (που σημειωτέον έχει επηρεάσει τη σύγχρονη αριστερά). Ο κοινός παρονομαστής των δύο αυτών αντιλήψεων, δεν είναι άλλος από την άρνηση του κοινωνικού ανθρώπου ως απόλυτου μέτρου της προόδου.
Μιλώντας ειδικότερα για το χώρο του πανεπιστημίου, οι αντιλήψεις που αναπτύσσονται από τις διάφορες πολιτικές δυνάμεις για την επιστήμη κυμαίνονται από την αποδοχή του αστικού οικονομισμού - τεχνοκρατισμού ως και την πλήρη απαξίωση της επιστήμης και της γνώσης.
Καταρχήν, είναι απαραίτητες κάποιες διασαφηνίσεις. Η επιστημονική αλήθεια είναι προϊόν κοινωνικό και ως τέτοιο εκφράζει τις δυνατότητες και τις αντιθέσεις της δοσμένης κοινωνίας. Επομένως, το σχηματισμό μιας επιστήμης δε μπορούμε να τον δούμε έξω από την ιστορία: έξω από τους τεχνολογικούς, τους πολιτικούς και τους ιδεολογικούς όρους του. Με τη διαμόρφωσή της, η επιστημονική γνώση αποκτά τους δικούς της νόμους και μια σχετική αυτοτέλεια. Μέσα από το γίγνεσθαί της, ωστόσο, εκφράζονται οι αντιθέσειςτου κοινωνικού είναι. Η ιδεολογία διαποτίζει το σώμα της επιστήμης και η επιστήμη παράγει ιδεολογία. Έτσι, γίνονται δυνατές οι ιδεαλιστικές αποπλανήσεις, όχι μόνο στο χώρο της φιλοσοφίας, αλλά και στο χώρο των ειδικών επιστημών. Όπως δεν υπάρχει απόλυτη πλάνη, έτσι δεν υπάρχει και απόλυτη αλήθεια έξω από ιστορικούς προσδιορισμούς και δεσμεύσεις και έξω από ιδεολογικές καταβολές. Η εξέλιξη της επιστημονικής γνώσης πραγματώνεται μέσα σε καθορισμένες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες που επηρεάζουν τόσο αυτό το γίγνεσθαι, όσο και την κατανόησή του. Η επιστήμη επαναστατικοποιεί την τεχνολογία, αλλά και οι επιδιώξεις της κυρίαρχης τάξης καθορίζουν την ανάπτυξη της επιστήμης. Η επιστήμη δεν είναι απλά ένας θεσμός δίπλα στην κοινωνία, αλλά μέσα στην κοινωνία. Αποτελεί μέρος των παραγωγικών της δυνάμεων, αλλά και του οικονομικού της εποικοδομήματος. Δεν είναι, λοιπόν, ουδέτερη ούτε στο οικονομικό - παραγωγικό ούτε και στο ιδεολογικό επίπεδο. Έτσι, ενώ η επιστήμη διατυπώνει αλήθειες, δηλαδή προτάσεις που αντιστοιχούν στις δομές, στις σχέσεις και την κίνηση του πραγματικού, παράλληλα, η ιδεολογία επηρεάζει τις εννοιολογικές βάσεις, την κατανόηση και συχνά τη στρατηγική της έρευνας (ιδιαίτερα στις κοινωνικές επιστήμες που είναι επί τις ουσίας ταξικές).
Το σημαντικό είναι ότι δεν είναι η επιστήμη γενικά που δημιούργησε την κεφαλαιοκρατική παραγωγή, αλλά είναι η κεφαλαιοκρατική παραγωγή που καθορίζει τη συγκεκριμένη αστική επιστήμη. Επομένως, υπάρχει αλληλένδετη ιστορική εξέλιξη επιστήμης – τεχνολογιών - τρόπου παραγωγής και ο χαρακτήρας της παρούσας σχέσης τους καθορίζεται από την καπιταλιστική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής. Μ’ αυτόν τον τρόπο, εξηγείται και η σημερινή αντιφατική τους σχέση: αφενός η επιστήμη αποτελεί στοιχείο εξέλιξης της γνώσης μας για τον κόσμο και αφετέρου όργανο ταξικών συμφερόντων. Οι Μαρξ και Ένγκελς, αντίθετα με τις κατηγορίες εναντίον τους για επιστημονισμό και σε διαπάλη με την τεχνοκρατική ιδεολογία της εποχής τους, δεν είδαν την ανάπτυξη του καπιταλισμού αφηρημένα ως “πρόοδο”, αλλά άσκησαν σκληρή κριτική σ’ αυτή. Αντίστοιχα, στο σήμερα, η κριτική μας στάση πρέπει να εκκινεί από το ότι η επιστήμη καταρχήν εξυπηρετεί τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, αλλά και αναπαράγει την κυρίαρχη ιδεολογία.
Ο ρόλος αυτός της επιστήμης, προφανώς έχει συγκεκριμένες συνέπειες στο περιεχόμενο, αλλά και στην κατεύθυνση της επιστήμης και της έρευνας (στοιχεία που διαφαίνονται και στην ανάλυση που προηγήθηκε για τη γνώση και την έρευνα στο επιχειρηματικό πανεπιστήμιο). Την ίδια στιγμή όμως, και παράλληλα μ’ αυτήν την κριτική, η επαναστατική αριστερά δεν πρέπει να αντιμετωπίσει με αμέλεια τη θεωρία και την επιστήμη, διότι μια τέτοια στάση οδηγεί τελικά στη μαζική επίδραση και κυριάρχηση τεχνοφοβικών και αγνωστικιστικών αντιλήψεων.
Έτσι, απαιτείται μια συνολική και διττή αντιμετώπιση του ζητήματος. Αφενός πρέπει να είμαστε ξεκάθαροι στο ότι ο αστικός οικονομισμός - τεχνοκρατισμός εκφράζει την υστερική επιδίωξη ενός γερασμένου συστήματος να στραγγίξει και την τελευταία σταγόνα για την άνοδο της κερδοφορίας του με τη βοήθεια των νεότατων τεχνολογικών και επιστημονικών ανακαλύψεων. Από την άλλη όμως, δεν πρέπει να απολυτοποιείται ο ιδεολογικός καθορισμός και η αντιδραστική έως καταστροφική κοινωνική αξιοποίηση της επιστήμης από το κεφάλαιο και να σχετικοποιούνται τα όρια της άρνησης, η γνωστική της αξία και οι απελευθερωτικές κοινωνικές δυνατότητες που δημιουργεί για τον κόσμο της εργασίας. Άλλωστε, η επιστήμη δεν είναι κάποια αμετακίνητη γνώση, αλλά ένα γίγνεσθαι με τις αντιφάσεις του. Ειδικά το νέο δεν προκύπτει από το τίποτα, αλλά από το ήδη υπάρχον, σαν η άρνηση και η διαλεκτική κατάφασή του. Η γνώση προχωρεί ανοδικά και κάθε νέα περιοχή της γνώσης στηρίζεται στις προηγούμενες, που είναι αναγκαίες για την κατανόησή της.
Η προσπάθεια απάντησης στο αστικό - τεχνοκρατικό ρεύμα, που υποστηρίζει ότι η εξέλιξη της τεχνολογίας μπορεί να ξεπεράσει οριστικά τα κρισιακά φαινόμενα του καπιταλισμού, δεν πρέπει να μας σπρώχνει στο ρεύμα της μικροαστικής τεχνοφοβίας και της αμυντικής οικολογικής ευαισθησίας, που αντιμετωπίζει εχθρικά και αντιδιαλεκτικά την επιστήμη και την τεχνολογία. Η απάντηση δεν είναι η υποτίμηση των αντιφατικών κατακτήσεων της ανθρώπινης πνευματικής και χειρωνακτικής εργασίας και της ταξικής πάλης που τις διαμορφώνει. Μια τέτοια υποτίμηση οδηγεί στην άρνηση του ρόλου των παραγωγικών δυνάμεων και της σύγκρουσής τους με τις παραγωγικές σχέσεις.
Κατ’ επέκταση, η κριτική στο εκπαιδευτικό σύστημα δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στις δομές οτυ πανεπιστημίου ή τα κυβερνητικά μέτρα, αλλά να επεκτείνεται και στο περιεχόμενο της παρεχόμενης γνώσης και έρευνας. Απαιτείται γι’ αυτό να επιδιώκει τη συνολική κριτική στο πρόγραμμα σπουδών και στην κατεύθυνση της έρευνας στα πανεπιστήμια, από τη σκοπιά της ιδιοποίησης της επιστήμης και της τεχνολογίας απ’ την εργατική τάξη και τη νεολαία, από τη σκοπιά της αλλαγής της κατεύθυνσής τους. Να θέσουμε την ανάγκη άλλου περιεχομένου: σύγχρονου, μεθοδικά ανεπτυγμένου, θεμελιωμένου ιστορικά για τις φυσικές επιστήμες στη θέση της στενής ειδίκευσης και του τεχνοκρατισμού. Παράλληλα, ριζική αλλαγή του περιεχομένου και εισαγωγή του επιστημονικού λόγου στις κοινωνικές επιστήμες και στη φιλοσοφία, αντί της θετικιστικής μεθοδολογίας και του εμπειρισμού με ταυτόχρονη απαλοιφή των αντιδραστικών και ιδεαλιστικών φλυαριών. Εν τέλει, σε συνδυασμό και αλληλοδιαπλοκή με τα παραπάνω, η μόνη εργατική - αντικαπιταλιστική απάντηση στη σημερινή κατάσταση είναι ο έλεγχος και η ιδιοποίηση της γνώσης και της έρευνας από την εργατική τάξη, μέσω της απαλλοτρίωσης της ατομικής ιδιοκτησίας και της κοινωνικοποίησης της παραγωγής, αλλά και η επαναστατική σύνδεση εκπαίδευσης - παραγωγής, η έρευνα για τον επιστημονικό σχεδιασμό και την εκπλήρωση των εργατικών και κοινωνικών αναγκών και όχι η υποταγή της στην ανάγκη κερδοφορίας του κεφαλαίου.
Πρέπει επιπλέον, να αναβαθμίσουμε την παρέμβασή μας στον τομέα του πολιτισμού και της θεωρίας. Η επαναστατική αντικαπιταλιστική αριστερά σε κεντρικό πολιτικό επίπεδο, καθώς και τα επιμέρους της μέτωπα (πχ ΕΑΑΚ), πρέπει να πρωτοστατεί στη διάδοση του εργατικού πολιτισμού και στη δημιουργία ενός μαζικού, υλιστικού ρεύματος που θα αντιπαλεύει την αστική ιδεολογία και τον ανταγωνιστικό, ατομικιστικό τρόπο ζωής, προβάλλοντας ως τρόπο ζωής τον πολιτισμό του αγώνα, της αλληλεγγύης και της συνεργασίας.
Εν κατακλείδι, όπως γράφει ο Ευτύχης Μπιτσάκης, «ο Μαρξισμός δεν είναι οικονομισμός, δεν αποβλέπει απλά στην αλλαγή των παραγωγικών σχέσεων και σε μια δίκαιη διανομή των μισθών. Η αντικαπιταλιστική επανάσταση με κομμουνιστική κατεύθυνση, η Εργατική Δημοκρατία και τελικά ο κομμουνισμός, η συνεχής επανάσταση αποβλέπουν στο συνολικό μετασχηματισμό των κοινωνικών σχέσεων, καθώς και των σχέσεων του ανθρώπου με τη φύση. Κινούνται εναντίον του προηγούμενου τρόπου παραγωγικής δραστηριότητας, καταργούν τη μισθωτή εργασία, καταλύουν τη δεσποτεία όλων των τάξεων (και πάνω στη φύση), καταργώντας τις ίδιες τις τάξεις και κάθε μορφή κράτους. Ο μαρξισμός δεν είναι δόγμα μα καθοδήγηση για δράση, έλεγε εύστοχα ο Λένιν. Ο μαρξισμός απαιτεί από εμάς την επιστημονική θεμελίωση της πολιτικής στο σήμερα, σε μια εποχή όπου ο ανορθολογισμός, ο αγνωστικισμός και ο τεχνοκρατισμός κερδίζουν έδαφος.
3/24/2009
ΤΑ ΣΤΑΛΙΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ

Μοιάζει ίσως παράδοξος ο τίτλος και η τοποθέτηση που θα ακολουθήσει, όμως από αυτά που θα εκτεθούν θα γίνει φανερό ότι ο Στάλιν επέστρεψε στο προσκήνιο της ιστορίας και έχει εγκατασταθεί ως νοοτροπία και τρόπος άσκησης εξουσίας, τόσο στο πλέγμα των επιχειρήσεων του αναπτυγμένου καπιταλιστικού κόσμου , όσο και στη πρακτική των καπιταλιστικών κρατών.
Η ειρωνία είναι ότι ο φοβερός αντίπαλος του καπιταλισμού , ο εφιάλτης της Δύσης είναι εκείνος του οποίου την πρακτική ακολούθησε και ακολουθεί σήμερα ο καπιταλισμός, ιδιαίτερα στο τωρινό στάδιο εξέλιξης. Μένει να αποδειχθεί αν αυτό θα συμβεί και κατά τη περίοδο της κρίσης.
Το κύριο στοιχείο του σταλινισμού, αν εξαιρεθεί ο αυταρχικός τρόπος της διακυβέρνησης και της άσκησης της εξουσίας, ήταν η φιλολαική ρητορική την στιγμή που η εξουσία απομακρυνόταν από το λαό. Το προλεταριάτο και ο λαός στο όνομα του οποίου ασκείτο η εξουσία, απουσίαζε όλο και περισσότερο και τη θέση του καταλάμβαναν μηχανισμοί κομματικοί, ή και άλλοι οι οποίοι διοικούσαν τις επιχειρήσεις ,διαμόρφωναν το πολιτικό κλίμα και έπαιρναν τις αποφάσεις . Ετσι η δημοκρατία των σοβιέτ μετατράπηκε σε ένα καταπιεστικό και αδιαφανές καθεστώς με εκμεταλλευτικό μάλιστα χαρακτήρα.
Δημιουργήθηκε η λεγόμενη νομενκλατούρα μια εξωκοινωνική κάστα δηλαδή, η οποία στελεχώθηκε από κομματικά στελέχη, ειδικούς και διανοούμενους ,που σκοπό είχε την διαχείρηση του συστήματος , την διοίκηση των μεγάλων επιχειρήσεων και την λήψη των αποφάσεων. Η τάξη (προλεταριάτο) στο όνομα της οποίας κατελήφθη η εξουσία εξωθήθηκε στη γωνία και η εκμετάλλευση των εργατών έφθασε σε πρωτοφανή για σοσιαλιστική χώρα επίπεδα. Είναι γνωστή η ανάλυση και αποκάλυψη από τον Καστοριάδη της εκμεταλλευτικής φύσης του σοβιετικού συστήματος, όταν υπολόγισε το 1950 ότι ο μισθός ενός διευθυντή μεγάλης επιχείρησης ήταν 250 φορές μεγαλύτερος από τον μισθό του ανειδίκευτου εργάτη. Με την λεξη μισθός δεν εννοούμε μόνο τον ονομαστικό μισθό, αλλά και τις πάσης φύσεως αμοιβές και προνόμια που διαμόρφωναν τις τελικές απολαβές ενός διευθυντικού στελέχους.
Απομάκρυνση λοιπόν από τον λαό και διαχείρηση της εξουσίας από την νομενκλατούρα με αδιαφανή τρόπο εξασφαλίζοντας πάντα τους όρους αναπαραγωγής της. Η εξουσία έφυγε λοιπόν από την κοινωνία και τους παραγωγούς και πήγε στους διαχειριστές και τους διαμεσολαβητές, ανάμεσα στο λαό την πολιτική εξουσία . Και εδώ μιλάμε για πολλαπλά επίπεδα διαμεσολάβησης. Μοιραία έχουμε σκλήρυνση του καθεστώτος και αυταρχική διακυβέρνηση ,αδιαφάνεια και αστυνομικό κράτος.Αυτή εν ολίγοις ήταν η κατάσταση επί σταλινικού καθεστώτος.
Αν τώρα παρατηρήσουμε ορισμένα από τα χαρακτηριστικά του ανεπτυγμένου καπιταλισμού, θα δούμε να αναδύεται μια σταλινική διάρθρωση των επιμέρους στοιχείων του συστήματος που εκπλήσσει.
Εμφανίστηκε στη νεοφιλελεύθερη τουλάχιστον εκδοχή του, ως λαικός καπιταλισμός μέσω του λεγόμενου μετοχικού οράματος. Ολοι θα μπορούσαν να συμμετέχουν , να γίνουν ιδοκτήτες και να μετάσχουν στα κέρδη των επιχειρήσεων μέσω της αγοράς μετοχών. Θα ήταν αρκετό ενα μικρό κεφάλαιο για να είναι κανείς μέτοχος και ιδοκτήτης, δηλαδή ένας μικρός καπιταλιστής.Δόθηκαν μετοχές έναντι αμοιβής στους εργαζόμενους των ιδιωτικών, αλλά και των κρατικών επιχειρήσεων και η ψευδαίσθηση της συμμετοχής στη διοίκηση μέσω των γενικών συνελεύσεων των μετόχων.
Ο παραδοσιακός καπιταλιστής όπως τον ξέραμε παλιότερα έπαψε να υπάρχει , μειώνοντας σε χαμηλά ποσοστά την συμμετοχή του στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας εκχωρώντας την διοίκηση στους πάσης φύσεως Μάνατζερς και την εταιρική λεγόμενη γραφειοκρατεία. Αν δούμε την μετοχική σύνθεση των εταιρειών του καπιταλιστικού κέντρου θα παρατηρήσουμε ότι κατοχή ποσοστών άνω του 5% των μετοχών είναι σπάνια.Αντίθετα υπάρχουν εκατομμύρια μετόχων με πολύ μικρά ποσοστά. Αυτό συμβαίνει τόσο στην παραδοσιακή βιομηχανία όσο και στο χρηματιστικό κεφάλαιο . Στα μεγάλα funds για παράδειγμα συμμετέχουν μέσω των ασφαλιστικών τους ταμείων εκατομμύρια εργαζόμενοι . Οι παλιοί παραδοσιακοί καπιταλιστές διέσπειραν τα κεφάλαια τους σε πολλές επιχειρήσεις διαφόρων τομέων και σε διάφορα funds, μειώνοντας το ρίσκο και αυξάνοντας την απόδοση των κεφαλαίων τους . Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να χαθεί από το προσκήνιο ο παραδοσιακός κεφαλαιούχος όπως τον ξέραμε και να αναδυθεί η εξουσία των μάνατζερς , των διαμεσολαβητών και των διαχειριστών που αποτελούν την νέα νομενκλατούρα του συστήματος. Αυτό που ενδιέφερε πλέον ήταν η μεγιστοποίηση της απόδοσης των επενδεδυμένων κεφαλαίων και οι διαχειριστές ήταν οι ειδικοί. Ετσι από τον ηρωικό καπιταλισμό της συσσώρευσης και της δημιουργίας περάσαμε στον παρασιτικό καπιταλισμό, όπου το πρωτεύον ήταν οι μεγάλες αποδόσεις, οι οποίες προέκυπταν από μη παραγωγικές συνήθως επενδύσεις . Οι ήρωες του συστήματος έπαψαν να είναι ο Ford και ο Rockfeller του καπιταλισμού της παραγωγικής ανάπτυξης , και έγιναν ο Σόρος και ο Madoff.
Αυτή λοιπόν είναι η διαφορά του νέου από τον παλιό καπιταλισμό, όπου η εξουσία της παλιάς αστικής τάξης εκχωρήθηκε στους διαχειριστές μικρούς και μεγάλους οι οποίοι αποτελούν την νέα ιδιότυπη νομενκλατούρα που έχει σταλινικά χαρακτηριστικά. Διοικεί με αδιαφάνεια διαλύοντας τις συλλογικότητες, είναι απρόσωπη μέσα από τη εταιρική γραφειοκρατία και έχει τεράστια εξουσία και ευθεία σχέση με το κράτος ,αφού στελέχη της μεταπηδούν από ιδιωτικές σε κρατικές επιχειρήσεις και τούμπαλιν. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι στις ΗΠΑ στελέχη και μάνατζερς του ιδιωτικού τομέα κλήθηκαν από το κράτος να δώσουν λύση για την αντιμετώπιση της κρίσης. Αναφέρω τηνπερίπτωση Πόλσον αλλά και πολλών στελεχών της κυβέρνησης Ομπάμα κλπ.
Εξαιρετική η ομοιότητα συνεπώς του νέου λεγόμενου καπιταλισμού με το σταλινικό μοντέλο και την νομενκλατούρα του ,την αδιαφάνειά του, την υπερεκμετάλλευση και την τεράστια διαφορά μισθού μεταξύ των επικεφαλής διαχειριστών και των απλών εργαζομένων. Κατά μέσο όρο και κατά μετριοπαθείς υπολογισμούς τα στελέχη αυτά στις ΗΠΑ αμείβονταν μέχρι και 400 φορές πάνω από τον μισθό του εργάτη.
Θύματά τους δε δεν ήταν μόνο οι εργαζόμενοι αλλά και πολλοί παλιοί καπιταλιστές που είδαν να χάνονται ή να απομειώνονται οι τεράστιες περιουσίες τους.
Αυτό που πρέπει να πολεμηθεί σήμερα δεν διαφέρει από αυτό που έπρεπε να πολεμηθεί κατά την περίοδο του σταλινικού καθεστώτος και δεν είναι άλλο από το κρατικοεταιρικό κατεστημένο και ων εκπροσώπων του σε πολιτικό και διαχειριστικό επίπεδο, που σε περίοδο μάλιστα κρίσης γίνεται ιδιαίτερα επιθετικό.
Θα έχουμε την ίδια σκλήρυνση του κρατικού μηχανισμού, την ίδια καταστολή, τηνπεριστολή ατομικών δικαιωμάτων ,την αδιαφάνεια και την αδυναμία κοινωνικού ελέγχου και την επιβολή των υπερκρατικών μηχανισμών όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Παγκόσμια τράπεζα, όταν το κράτος αδυνατεί να επιβληθεί. Η κρατικοεταιρική γραφειοκρατία θα δίνει σε έκτακτες περιπτώσεις την θέση της στην υπερκρατική γραφειοκρατία των διεθνών οργανισμών και τραπεζών που βρίσκονται εντελώς εκτός δημοκρατικού ελέγχου. Εκείνο που πρέπει να γίνει αντιληπτό είναι ότι στη σύγκουση το κράτος δεν είναι ουδέτερο. Η κρατικοεταιρική γραφειοκρατία είναι όπως και επί Στάλιν εξίσου ισχυρή.
3/16/2009
Για το μεταμοντέρνο
Κώστας Παλούκης, εφημ. Πριν
Από τη μόδα του «μετά + κάτι» που κατέκλυσε τις κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες στις αρχές της δεκαετίας του 1990 φαίνεται ότι μόνο μια έννοια, το μεταμοντέρνο, κατάφερε να αντέξει στο χρόνο. Ουσιαστικά, κατάφερε να ηγεμονεύσει σε όλα τα άλλα «μετά + κάτι» και να τα ενσωματώσει σε ένα ενιαίο φιλοσοφικό και κοινωνιολογικό όρο. Αυτή η εσωτερική νίκη του «μεταμοντέρνου» θα συνδυαστεί με μια επικέντρωση και όξυνση των αντιπαραθέσεων.
Στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στο πεδίο της ιστοριογραφίας, οι οξείς αφορισμοί εναντίον του δίνουν την εντύπωση ότι το μεταμοντέρνο έχει κατακλύσει τον χώρο. Στα στρατόπεδα που αντιπαρατάχθηκαν από τη μία κυριαρχεί ένας σχεδόν φοβικός «αντιμεταμοντερνισμός», ο οποίος βρίσκει παντού το δάχτυλο του τρισκατάρατου και αρνείται κάθε συζήτηση και διαπραγμάτευση στο όνομα της υπεράσπισης ενός παλιού, καθαρού και άγιου μαρξισμού. Από την άλλη όμως δεν εμφανίζεται κανένας απολογητής του μεταμοντερνισμού, που να εντάσσεται διακηρυχτηκά σε αυτό το ρεύμα και να το προσδιορίζει με σαφήνεια. Στις περισσότερες περιπτώσεις δεν αναγνωρίζεται καν η ύπαρξή του στην Ελλάδα. Επαγγέλεται η ανανέωση, ο εκσυγχρονισμός του ιστορικού παραδείγματος, η δημιουργία μιας «νέας ιστορίας». Μάλιστα, αυτή η ανανεωτική επαγγελία εντοπίζεται με όλα σχεδόν τα πολιτικά πρόσημα.
Γενικά, όμως το κίνημα της «νέας ιστορίας» μπορεί να διαχωριστεί σε δύο γενικές ανανεωτικές τάσεις με κριτήρια τόσο τη μεθοδολογία, όσο και τη στοχοθεσία και τα συμπεράσματα. Μία τάση επιχειρεί να αναθεωρήσει την κυρίαρχη ιστοριογραφική άποψη για το χαρακτήρα του αντιστασιακού κινήματος. Αυτή συγκροτεί μια αρκετά συνεκτική ομάδα γύρω από τον Ν. Μαρατζίδη και τον Στ. Καλύβα. Οραματιζόμενοι ένα «νέο ιστορικό κύμα» επιμένουν σε εμπειρικά δεδομένα στηριγμένα σε ποσοτικές καταμετρήσεις. Μέσω μιας κατά ένα τρόπο τεχνοκρατικής επανάστασης στην προσέγγιση των πηγών, υπερθεματίζουν υπέρ της αντικειμενικοποίησης, ουδετεροποίησης και ιδεολογικής απεξάρτησης της μεθοδολογίας. Συγκεκριμένα, περιστρέφουν το ενδιαφέρον τους κυρίως γύρω από ζητήματα βίας και την ποσοτικοποιούν. Π.χ. τόσοι σκοτώθηκαν από τον ΕΛΑΣ στην Αργολίδα, αλλού οι εκτελέσει πυκνώνουν, αλλού αραιώνουν× αποξενώνουν τις ένοπλες συγκρούσεις από τα πολιτικά οράματα και τους πολιτικούς υλικούς όρους γένεσής τους× και κυρίως επιμένουν σε αιτίες που συνδέονται με οικογενειακές, τοπικές, φυλετικές αντιπαραθέσεις. Το αποτέλεσμα είναι βέβαια άκρως πολιτικό: το ΕΑΜ, ο ΕΛΑΣ, ο ΔΣΕ, το ΚΚΕ εμφανίζονται να διακατέχονται από έναν ενδογενή πολιτικό δολοφονικό φανατισμό. Αυτό το «νέο κύμα» συντονίζεται καθαρά με τα ρεύματα αναθεωρητισμού της ιστορίας που κυριαρχούν στην Ευρώπη και που τελικά αποσκοπούν στον ιδεολογικό στιγματισμό του «κομμουνισμού».
Η άλλη τάση επιχειρεί να εντάξει στις προβληματικές της ελληνικής κοινωνικής ιστορίας νέα ερωτήματα μετατοπίζοντας την οπτική από την αντικειμενική υλική θέση των δρώντων υποκειμένων στην υποκειμενική εξατομικευμένη διάστασή τους. Δεν είναι τα κόμματα, οι οργανώσεις, τα σωματεία, οι εφημερίδες, οι τάξεις, αλλά τα πρόσωπα που ενδιαφέρουν και η δική τους βιωμένη πραγματικότητα. Η προφορική ιστορία, η πολιτισμική ιστορία, η ιστορική ανθρωπολογία, η ιστορία του φύλου ή της γυναίκας συγκροτούν τα καινούρια ιστορικά πεδία. Σε αυτό το παιχνίδι της αποδόμησης και των ταυτοτήτων η οξύτερη αντιπαράθεση αφορά κυρίως το ζήτημα του έθνους και διεξάγεται μεταξύ των Χρ. Χατζηιωσήφ και Αντ. Λιάκο. Δεν αποσκοπούν όλοι οι εκφραστές του στην Ελλάδα όμως να αποκοπούν εντελώς από τα μαρξιστικά αναλυτικά εργαλεία, αλλά στην πραγματική ανανέωση του μαρξιστικού παραδείγματος. Για παράδειγμα το έργο της Ρίκη Μπουσχότεν, Ανάποδα χρόνια: συλλογική μνήμη και ιστορία στο Ζιάκα Γρεβενών (1900-1950), αποτελεί πρότυπη εργασία όπου εντάσσει με επιτυχία τα συμπεράσματα της αντλούμενης υποκειμενικής εμπειρίας στα κοινωνικά συμφραζόμενα και την ταξική αντιπαράθεση (και όχι μόνο ταξική διαστρωμάτωση). Ο βασικός αντίπαλος στην περίπτωση αυτή είναι ο δογματικός μαρξισμός που αδυνατεί να ενσωματώσει τις νέες προβληματικές και ο «ολοκληρωτικός κομμουνισμός», δηλαδή ο «σταλινισμός». Βέβαια υπάρχει στην Ελλάδα και αναπαράγεται μία οπτική, κυρίως εκφρασμένη από έλληνες υπ. διδάκτορες του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου της Φλωρεντίας, που σταματάει να συνομιλεί εντελώς με τα μαρξιστικά παραδείγματα και στέκεται τελικά εχθρικά στο κομμουνιστικό πρόταγμα. Το έργο της ιταλίδας Λουίζας Πασσερίνι «Σπαράγματα Ιστορίας» συνιστά το αντιπροσωπευτικότερο σε μια τέτοια προφορική ιστορία. Το άτομο, η γυναίκα, ο εργάτης, το θύμα του φασιστικού ή σταλινικού ολοκληρωτισμού κινεί την ιστορία μόνο του με τις δικές του αποκλειστικά δυνάμεις× πετυχαίνει μικρές ανατροπές που αλλάζουν τη ζωή του και μόνο σε τελική ανάλυση σε ένα ανώτερο αφαιρετικό επίπεδο την κοινωνία.
Ποια στοιχεία συνέχουν αυτές τις δύο διαφορετικές ανανεωτικές απόπειρες και πως εκφράζεται το «μεταμοντέρνο» μέσα από αυτές; Η δεύτερη περίπτωση είναι σαφώς η κλασσική «μεταμοντέρνα». Χάνονται οι δομές, οι σχέσεις των ανθρώπων, οι συλλογικότητες και οι νόμοι που κινούν την ιστορία και εμφανίζεται το άτομο ως ο κεντρικός κινητήριος μοχλός της ιστορίας. Τα πρόσωπα και τα συμβάντα, μικρά ή μεγάλα, τα συναισθήματα και η βιωμένη εμπειρία συνιστούν το κεντρικό αφήγημα. Αναδεικνύεται ένας «νέος ιστορικισμός». Οι ιδέες και η συνείδηση υποβιβάζονται στο πεδίο των ταυτοτήτων. Ο λόγος και το κείμενο αυτονομούνται και απολυτοποιούνται. Ο αισθητικός φορμαλισμός κυριαρχεί, η λογοτεχνία και η ιστορία συναντιούνται ξανά. Ο λόγος για το λογο, η τέχνη για την τέχνη, η δράση για τη δράση, η ιστορία για την ιστορία. Ο ορθολογισμός, η αιτιοκρατία, οι νομοτέλειες ορθώνονται ως το αντίπαλο δέος που οδηγούν στον ολοκληρωτισμό.
Η άλλη όψη αυτού του απολίτικου, ουδετεροποιημένου, εξατομικευμένου, χωρίς πολιτικό πρόσημο αισθητισμού είναι ο τεχνοκρατισμός. Η υποταγή στα εμπειρικά δεδομένα και στους αριθμούς, στην αυστηρή καταμέτρηση όλων των υποπεριπτώσεων και στην αφαιρετική συνολικοποίησή τους. Αυτοί οι αριθμοί μπορούν και ορθώνουν από μόνοι τους την πραγματική αλήθεια.
Και στις δύο περιπτώσεις αποθεώνεται το ατομικό υπερεγώ και οι πράξεις του χωρίς σοβαρή συναρμογή με τα κοινωνικά συμφραζόμενα, αποθεώνεται ο βιωμένος εμπειρισμός. Αναδεικνύεται από κοινού μια διαχειριστική προσέγγιση των πηγών είτε αισθητικιστική είτε τεχνοκρατική. Αυτό που εμφανίζεται είναι από τη μία ο κατακλυσμός του θυμικού και από την άλλη ο κατακλυσμός της τεχνοκρατίας, δηλαδή οι αυτονομημένες εκδοχές της χαμένης πολιτικής ολότητας. Και αυτό είναι το μεταμοντέρνο. Ένας νέος συντηρητισμός που «βασίζεται στην αβασάνιστη υπόθεση ότι η πολιτική ενόραση μιας ριζικά διαφορετικής κοινωνίας ήταν προβολή της προσωπικής μεταφυσικής της ταυτότητας» (Frederic Jameson). Η πολιτική εξαφανίζεται γιατί ακριβώς εξαφανίζεται η ταξική πολιτική. Το «νέο» της νεωτερικότητας έχει ολοκληρωθεί. Ο καπιταλισμός έχει καταπιεί προ πολλού το παλιό. Τώρα τα πάντα είναι «νέα» και εξαστισμένα, οπότε η αντιπαράθεση νέου και παλιού, προμοντέρνου και μοντέρνου χάνει το νόημά της. Οι καπιταλιστικές αξίες του εξατομικευμένου εμπειρισμού κυριαρχούν. Ενώ εμφανίζονται ουδέτερες, αποκτούν ένα ιδεολογικό και υλικό πρόσημο στη ταξική αντιπαράθεση καθώς αρνούνται φοβιστικά τη συλλογική δράση, τη στράτευση σε ένα όραμα, ενώ τελικά υπηρετούν βέβαια ένα.
Η απάντηση σε αυτό το «μεταμοντέρνο» δεν μπορεί να είναι η φοβιστική καταγγελία, η απομόνωση και η οχύρωση πίσω από τις παλιές αλήθειες. Αυτός ο δρόμος οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην ήττα. Ο μαρξισμός δεν είναι μια αυτιστική θεωρία που αναπτύσσεται μόνη της σε μια δική της νησίδα αλήθειας. Είναι η άλλη όψη αυτού του κόσμου. Ο κομμουνισμός πάντα εξελισσόταν συνομιλώντας με τον αστισμό, έπαιρνε τα όπλα του και τα υπέτασσε στο όραμα της κομμουνιστικής απελευθέρωσης. Οι μαρξιστικές θεωρίες ήταν πρώτα και κύρια κριτική υιοθέτηση μέσα από ένα μετασχηματισμό της οπτικής των αστικών ιδεων. Δε θα μπορούσε να νικήσει ο Λένιν εάν δεν έφτιαχνε μια δική του επαναστατική θεωρία για το ιμπεριαλισμό, όταν όλοι οι αστοί και οι ρεφορμιστές μιλούσαν και αναγνώριζαν ένα νέο ιμπεριαλιστικό στάδιο. Το «μεταμοντέρνο» είναι μια πραγματικότητα, η ιδεολογία και η πρακτική του ολοκληρωτικού καπιταλισμού. Ας φτιάξουμε το μαρξισμό, την ιστορία και το επαναστατικό πολιτικό υποκείμενο που θα απαντήσει σε αυτή την εποχή.
Ένα νέο αριστερό ιστορικό ρεύμα οφείλει, λοιπόν, να εκσυγχρονίσει τη φαρέτρα του και να χρησιμοποιήσει να καινούρια αυτά όπλα τόσο της «ποιοτικής» όσο και της «ποσοτικής» ιστορίας. Οι έννοιες του φύλου, των ταυτοτήτων, η αποδόμηση του έθνους, η προφορική ιστορία δεν είναι a priori εχθρικά σε μια υλιστική προσέγγιση. Ακριβώς το αντίθετο από ό,τι δείχνουν κάποιες εργασίες. Επίσης, ο τεράστιος αυτός όγκος δουλειάς που έγινε για να αποδειχθεί ότι ο ΕΛΑΣ σκότωνε, δηλαδή να αποδειχθεί το αυτονόητο σε έναν πόλεμο, μπορεί να χρησιμεύσει και διαφορετικά. Τα ποσοτικά στοιχεία και η γνώση της ποσοτικής έρευνας μπορεί και αυτή να υπαχθεί σε μια άλλη προοπτική. Αυτή μπορεί και πρέπει να είναι η δική μας απάντηση
2/08/2009
Alain Badiou: “Ο κομουνισμός είναι μια νέα ιδέα στην Ευρώπη”
“Ο κομουνισμός είναι μια νέα ιδέα στην Ευρώπη”
του Alain Badiou
Συζήτηση στην Libération, 26 Ιανουαρίου 2009.
Kangourou. Γίνεται όλο και πιο φανερό ότι είναι πάντοτε οι πολίτες αυτοί που χάνουν, όπως έδειξε διάπλατα η κρίση. Γιατί η κοινωνία δίνει την εντύπωση ότι είναι αδύναμη, ανίκανη να αντιδράσει και, γι’ αυτό, χρειάζεται ένα νέο μοντέλο;
Alain Badiou. Η πραγματική δυσκολία είναι ότι η αντίσταση κι η αντίδραση μέσα στο υπάρχον πολιτικό και θεσμικό πλαίσιο είναι κάτι το πολύ δύσκολο. Θα χρειαζόμασταν να ανακαλύψουμε αφενός με ποια μέσα πρέπει να αντιδράσουμε κι αφετέρου ποιο περιεχόμενο πρέπει να έχει μια τέτοια αντίδραση. Κάτι τέτοιο θα πάρει χρόνο, αλλά παραμένω πεπεισμένος ότι είναι δυνατό να συμβεί.
Senso69. Νομίζετε, όπως χθες βράδυ ισχυρίσθηκε ο Jean-Luc Mélenchon στην εκπομπή του Serge Moati, ότι αυτούς τους τελευταίους μήνες είναι “σάπια” η ατμόσφαιρα στο επίπεδο των δημόσιων ελευθεριών, κάτω από τις ενέργειες της κυβέρνησης και του Προέδρου;
Αναμφίβολα. Ένα κύριο τμήμα των πολιτικών του Σαρκοζύ παράγουν μια υποβάθμιση των δημόσιων ελευθεριών. Υπάρχει ένας πολλαπλασιασμός των ελέγχων, μια χειροτέρευση των δεινών, όπως και ανοικτές επιθέσεις εναντίον των θεσμών που επιφορτίζονται την υπεράσπιση των ελευθεριών αυτών. Δεν υπάρχει πια καμιά αμφιβολία ότι η έννοια με την οποίαν καταλαβαίνει ο Σαρκοζύ ότι πρέπει να κάνει τη διακυβέρνηση του κράτους είναι κυρίως μια αυταρχική και καταπιεστική έννοια.
Hugues. Το Σοσιαλιστικό Κόμμα κάλεσε για μια “κοινωνική και πολιτική” κινητοποίηση την Πέμπτη. Έχει επιτέλους έρθει η ώρα των κινητοποιήσεων εναντίον των πολιτικών του Σαρκοζύ;
Δεν πιστεύω ότι το Σοσιαλιστικό Κόμμα έχει επιδείξει, την τελευταία περίοδο, καμιά ιδιαίτερη κλίση να γίνει η κινητήρια δύναμη των κινητοποιήσεων. Μάλλον φαίνεται να ακολουθεί τις πρωτοβουλίες που αναλαμβάνονται από άλλους προς αυτήν την κατεύθυνση. Η κινητοποίηση αυτή λοιπόν αναμενόταν για πολύ καιρό. Το κύριο ερώτημα είναι αν τελικά θα αποτελέσει μια ευκαιρία για ενοποίηση και ενίσχυση του δυναμικού της.
Equalbeings.net. Κατά τη διάρκεια του πρώτου τρίτου της πενταετίας του, υπήρχαν κάποια πράγματα που δεν τα περιμένατε στις πολιτικές που εφάρμοσε ο Σαρκοζύ μαζί με τους υπουργούς του και τους καπιταλιστικο-κοινοβουλευτικούς συνεργούς τους; Εκπλαγήκατε από κάτι ή, αντίθετα, ήσαν όλα στο ύψος των “προσδοκιών” σας;
Ένα μέρος των κατασταλτικών ενεργειών του Σαρκοζύ ήταν πέρα από αυτά που μπορούσα να φαντασθώ. Ειδικότερα αναφέρομαι στους διοικητικούς ελέγχους που αφορούν τους ψυχασθενείς και τις επαναλαμβανόμενες προσπάθειες, με μια χωρίς όρια σκληρότητα, για την καταστολή των ανηλίκων. Από μια άλλη πλευρά, μπορεί κανείς να μείνει έκπληκτος με τις συστηματικές παρεμβάσεις του κράτους να στηρίξει τις τράπεζες, τη στιγμή που το φιλελεύθερο δόγμα ήθελε να συμπιέζει, σχεδόν χωρίς κανένα όριο, τις δημόσιες δαπάνες.
Prataine. Αναμφίβολα πολλοί από μας περιμένουμε τους “διανοούμενους,” αν ακόμη υπάρχουν, να σπάσουν τη σιωπή τους, να υψώσουν τις λαλίστατες φωνές τους, όλοι μαζί και με τόνο δυνατό, ώστε να μην αφήνουμε τους γενναίους δάσκαλούς μας να “αντιστέκονται” και να δείχνουν “ανυπακοή” μόνοι τους.
Μου φαίνεται άδικο να λέμε ότι σήμερα κανένας διανοούμενος δεν μιλά εναντίον της κυρίαρχης κατάστασης των πραγμάτων. Είναι αλήθεια ότι κοπιάζουμε να βγούμε από μια περίοδο κατά την οποίαν ένας σημαντικός αριθμός διανοούμενων εμφανίζονται να συμβιβάζονται με την καθεστηκυία τάξη. Αλλά πιστεύω και πολύ περισσότερο επιθυμώ να αλλάξει η κατάσταση αυτή. Σ’ οποιαδήποτε περίπτωση αφορά εμένα, το καινούργιο γεγονός δεν είναι τόσο να μιλώ, όσο να ακούγομαι περισσότερο από πριν.
Soussou. Τι νομίζετε για τον τρόπο που τα νέα κι οι ειδήσεις στην Γαλλία χειρίζονται το θέμα της επίθεσης του Ισραήλ στην Γάζα;
Θα ήθελα να παρέμβω σ’ ένα φαινομενικά δευτερεύον σημείο, το οποίο όμως για μένα έχει μεγαλύτερη σημασία: θα έπρεπε να ήταν πιο επουσιώδες να είχαμε περισσότερες ειδήσεις και μαρτυρίες για τις διαδηλώσεις που αντιπαρατίθενται στον πόλεμο, μέσα στο ίδιο το Ισραήλ. Όπως θα περίμενε κανείς, ένα τέτοιο ρεύμα, βέβαια, είναι μειοψηφικό, αλλά υπάρχει, είναι γεμάτο τόλμη κι αποφασιστικότητα κι, αν το μέλλον ανήκει στην ειρήνη, είναι αυτό το ρεύμα που ενσαρκώνει το μέλλον.
Simone. Είσθε άθεος. Θα λέγατε ότι οι θρησκείες δεν είναι τίποτε άλλο παρά οι αρχαϊκές και τοτεμικές μορφές της πολιτικής; Και με την πολιτική εννοώ την αποπομπή του υπερβατικού ως κανόνα του συλλογικού πεπρωμένου;
Η θέση μου πάνω στο σημείο αυτό, όπως ενισχύθηκε από ένα πρόσφατο ταξίδι στην Παλαιστίνη, είναι ότι σήμερα υπάρχει μια απολύτως επιτακτική ανάγκη να διαχωρίσουμε την πολιτική από την θρησκεία. Ακριβώς όπως θα έπρεπε να διαχωρίσουμε, για παράδειγμα, τα φυλετικά ζητήματα από τα ζητήματα της ταυτότητας. Οι θρησκείες μπορούν και πρέπει να συνυπάρχουν μέσα στην ίδια χώρα, αλλά μόνον αν κι εφόσον η πολιτική και το κράτος είναι διαχωρισμένα απ’ αυτές.
Spartacus2. Νομίζετε ότι οι Γάλλοι θα ξυπνήσουν πριν το τέλος αυτής της πενταετούς θητείας του Σαρκοζύ; Γιατί αν αναλογιστούμε ποιος εκλέχθηκε το 2007, αυτό μας λεει πολλά πράγματα για την κατάσταση του εγκεφαλικού ξεπεσμού πολλών από τους συμπολίτες μας..
Η εκλογή του Σαρκοζύ είναι το προϊόν δυο διαδικασιών. Πρώτον, της ιδιοποίησης των ψήφων του Εθνικού Μετώπου από την κλασική δεξιά. Και δεύτερο, του δυσανάγνωστου του χαρακτήρα της πολιτικής της αριστεράς. Μόνο από αυτή την άποψη, μπόρεσε να επέλθει κάποια εγκεφαλική μαλάκυνση.
Xalatparis. Γιατί το Όχι στο Ευρωπαϊκό δημοψήφισμα δεν προκάλεσε μια ανάταση του Σοσιαλιστικού Κόμματος και, με τον τρόπο αυτό, μια συγκροτημένη ανοικοδόμηση της αριστεράς;
Αυτό που συνέβη μας έχει δείξει ότι, σ’ ένα μεγάλο βαθμό, η στράτευση από ορισμένους ηγέτες του Σοσιαλιστικού Κόμματος κάτω από το Όχι του δημοψηφίσματος αντιστοιχούσε περισσότερο σε μια επιλογή τακτικής, στο εσωτερικό του κόμματος, παρά σε μια ειλικρινή επιθυμία να δημιουργηθεί μια νέα αριστερά. Στην πραγματικότητα, η ψήφος αυτή χρησιμοποιήθηκε, παρά βρήκε την πολιτική έκφρασή της.
Dodcoquelicot. Η φιλοσοφία που καλείται δίπλα στην πολιτική, είναι κάτι το καινούργιο; Πιστεύετε ότι ο Νικολά Σαρκοζύ αξίζει να μας ανησυχεί και του δίνουμε τόση μεγάλη σημασία;
Οι πολιτικές δεσμεύσεις της φιλοσοφίας ανήκουν σε μια Γαλλική παράδοση, από τον 18ο αιώνα, και, γι’ αυτό, δεν ήμουν εγώ αυτός που τις ανακάλυψε. Όσο για τον Σαρκοζύ, για μένα, λειτουργεί σαν ένα σύμπτωμα της κατάστασης της τρέχουσας πολιτικής και, γι’ αυτό το λόγο, μίλησα για εκείνο, του οποίου “είναι το όνομα,” κι όχι για το πρόσωπό του.
Albanulle. Οι διανοούμενοι έχουν ένα μικρό μεγάφωνο, ενώ οι κυβερνήσεις και οι θεσμοί έχουν πρόσβαση σ’ ένα πολύ δυνατό μικρόφωνο και σ’ εκατομμύρια συσκευών τηλεόρασης. Θεωρείτε όπως ο Chomsky ότι τα μήντια μαζικής επικοινωνίας διαχειρίζονται τη βιομηχανία της συναίνεσης έτσι ώστε να στρέφουν την πολιτική οικονομία προς όφελός τους; Δεν είναι αυτό μια υπεξαίρεση της δημοκρατίας;
Το κράτος κι αυτοί που έχουν την εξουσία πάντοτε κατείχαν περισσότερα μέσα, προπαγάνδα και πρόσβαση στην πληροφορία από ό,τι οι φτωχοί κι οι εξεγειρόμενοι. Ας θεωρήσουμε, για παράδειγμα, τους προπαγανδιστικούς μηχανισμούς της Εκκλησίας το Μεσαίωνα, όταν υπήρχε μια εκκλησία σε κάθε χωριό. Δεν κυκλοφορούσε τότε τίποτε το νέο, καμιά πληροφορία. Η επιτυχία των λαϊκών κινημάτων ή των επαναστάσεων έπρεπε πάντοτε να νικήσει τις κυρίαρχες γνώμες. Και γνωρίζουμε ότι αυτό είναι δυνατό να γίνει, μέσα από τη χρήση των νέων μέσων που είναι διαθέσιμα, όπως του τύπου, του ραδιόφωνου, της τηλεόρασης και σήμερα του Ίντερνετ.
Gogol. Δεν νομίζετε ότι μπορεί να γίνει κάποια σύγκριση μεταξύ του ακατάσχετου καπιταλισμού του Σαρκοζύ και της δικής σας αρχαϊκής ριζοσπαστικής γραμμής;
Έχοντας αρχίσει την πορεία του πριν τέσσερις αιώνες, ο καπιταλισμός, ακόμη και χωρίς φραγμούς, είναι πολύ πιο αρχαίος από όλες τις ριζοσπαστικές γραμμές που του αντιπαρατίθενται. Ας σταματήσουμε να θεωρούμε ότι ο φιλελευθερισμός, που ήταν της μόδας το 1840, ενσαρκώνει τη νεωτερικότητα και τη μεταρρύθμιση. Είναι ο κομουνισμός αυτός που φέρνει μια νέα ιδέα στην Ευρώπη.
Simone. Ποια είναι τα πολιτικά όρια των εξεγέρσεων της νεολαίας στη Γαλλία;
Το πρόβλημα αφορά την ενότητα της νεολαίας και μετά την ενότητα μεταξύ της νεολαίας και της μάζας των σύνηθων εργατών. Κατά πρώτο λόγο, το όριο είναι ότι δεν υπάρχει, επί του παρόντος, καμιά πραγματική σύγκλιση μεταξύ των λαϊκών νεολαιίστικων εξεγέρσεων και των διαδηλώσεων διαμαρτυρίας των μαθητών λυκείου και των φοιτητών. Κατά δεύτερο λόγο, το όριο είναι η απουσία ενός ενοποιητικού καλέσματος, το οποίο θα ήταν κοινό και ως προς την απογοήτευση της νεολαίας και ως προς τις σοβαρές δυσκολίες που αντιμετωπίζει η ζωή των ενηλίκων.
1/02/2009
Αποσπάσματα από την ‘Κριτική της Βίας’ του Walter Benjamin
Αποσπάσματα από την ‘Κριτική της Βίας’
του Walter Benjamin
Walter Benjamin, ‘Critique of Violence,’ στα Selected Writings, Vol. 1, 1913-1926, Cambridge, MA: Harvard University Press, 1996, σελ. 249-51.
Όπως σ’ όλες τις σφαίρες ο Θεός αντιτάσσεται στο μύθο, η μυθική βία έρχεται αντιμέτωπη προς την θεϊκή βία. Κι η δεύτερη αποτελεί το αντίθετο της πρώτης από κάθε άποψη. Αν η μυθική βία είναι η θέσπιση του νόμου, η θεϊκή βία είναι η καταστροφή του νόμου. Αν η πρώτη θέτει όρια, η δεύτερη τα καταστρέφει απεριόριστα. Αν η μυθική βία φέρνει ταυτόχρονα την ενοχή και την ανταπόδοση, η θεϊκή βία μόνο εξιλεώνει. Αν η πρώτη απειλεί, η δεύτερη χτυπά. Αν η πρώτη είναι αιματηρή, η δεύτερη είναι φονική ακόμη κι όταν δεν χύνει αίμα. [...] Γιατί το αίμα είναι το σύμβολο της ίδιας της ζωής. Η διάλυση της βίας του νόμου πηγάζει [...] από την ενοχή της ίδιας της φυσικής ζωής, όταν εμπιστεύεται το ζωντανό, το αθώο και το δύστυχο σε μια ανταπόδοση, που ‘εξιλεώνει’ την ενοχή της ίδιας της ζωής – κι αναμφίβολα επίσης εξαγνίζει τον ένοχο, όχι όμως από την ενοχή, αλλά από το νόμο. Γιατί με την ίδια τη ζωή, η ισχύς του νόμου πάνω στο ζωντανό τερματίζεται. Η μυθική βία είναι μια ματωμένη δύναμη πάνω στην ίδια τη ζωή για χάρη του εαυτού της (της ίδιας της μυθικής βίας), η θεϊκή βία είναι μια καθαρή δύναμη πάνω σ’ όλη τη ζωή για χάρη του ζωντανού. Η πρώτη απαιτεί τη θυσία, η δεύτερη την αποδέχεται.
[...] το ερώτημα ‘Μπορώ να σκοτώσω;’ δέχεται μια πλήρη απάντηση από την εντολή ‘Ου φονεύσεις.’ Η εντολή αυτή προηγείται της πράξης, όπως ο Θεός θα μπορούσε να ‘αποτρέψει’ την πράξη. Επειδή όμως μπορεί να μην είναι ο φόβος της τιμωρίας που επιβάλλει την υπακοή, το πρόσταγμα γίνεται ανεφάρμοστο, ασύμβατο, όταν η πράξη υλοποιηθεί. Καμιά κρίση της πράξης δεν μπορεί να εξαχθεί από την εντολή. Κι, επομένως, ούτε η θεϊκή κρίση ούτε η αιτιολόγηση αυτής της κρίσης μπορεί να είναι γνωστές εκ των προτέρων. Εκείνοι που στηρίζουν την καταδίκη κάθε βίαιου φόνου ενός ατόμου από ένα άλλο πάνω στην εντολή κάνουν, επομένως, λάθος. Η εντολή αυτή υπάρχει όχι σαν κριτήριο κρίσης, αλλά σαν κατευθυντήρια οδηγία για τις πράξεις των ατόμων ή των κοινότητων, τα οποία πρέπει να παλεύουν μαζί της μέσα στη μοναξιά τους και, σ’ εξαιρετικές περιπτώσεις, να παίρνουν πάνω τους την ευθύνη της αγνόησής της.
[...] Όμως, λιγότερο δυνατές κι επίσης λιγότερο επιβεβλημένες για την ανθρωπότητα είναι όταν κρίνονται οι ιδιαίτερες περιπτώσεις, στις οποίες ασκείται μια πράξη καθαρής βίας. Γιατί, σ’ αυτές, μόνο η μυθική βία, όχι η θεϊκή, μπορεί να αναγνωρισθεί σαν τέτοια με βεβαιότητα, εκτός αν πρόκειται για ιδιόμορφες ενέργειες, επειδή η εξιλαστήρια δύναμη της βίας είναι αόρατη στους άνθρωπους. [...] Η θεϊκή βία μπορεί να εκδηλωθεί μέσα σ’ ένα αληθινό πόλεμο, όπως και μέσα στη θεϊκή κρίση του όχλου για έναν εγκληματία. [...] Η θεϊκή βία, η οποία αποτελεί το σημάδι και τη σφραγίδα, αλλά ποτέ το μέσο, της θεϊκής αποστολής, μπορεί επίσης να ονομασθεί και ‘υπέρτατη βία.’
Εξουσία, βία και Αριστερά
Λίγο-πολύ, αυτό που καταγγέλλει ο Στάθης Γουργουρής, γράφηκε σε ένα άρθρο στα Ενθέματα της Αυγής της 14/12/2008, όπου, με αφορμή τις εκρήξεις βίας των τελευταίων εβδομάδων, ο Κώστας Σταμάτης καλούσε την Αριστερά να αντιπαρατεθεί στο “μπάχαλο” της “ανορθολογικής, μεταμοντέρνας μεταφυσικής περί της Εξουσίας.” Κι ο λόγος; Η αντίληψη για την εξουσία, που “εκκρίνεται από κάθε πόρο του κοινωνικού σώματος” και διαποτίζει τα πάντα αδιαχωρίστως. Γι’ αυτό, αφού τη βλέπουν πανταχού παρούσα, οι αντι-εξουσιαστές (με την κυριολεκτική έννοια, δηλαδή, όσοι αντιτίθενται στην εξουσία) αντιστέκονται με τη “σωματικότητά τους,” σπάζουν και καταστρέφουν αδιακρίτως τα πάντα, από “τράπεζες και καταστήματα [ως] σχολεία, πανεπιστήμια και κοινόχρηστα πράγματα.” Σαν υπόθεση εμπειρικής έρευνας, το σενάριο αυτό δεν είναι άσχημο. Το πρόβλημα βρίσκεται αλλού – να, για παράδειγμα, τρία ερωτήματα που αξίζει να μας προβληματίσουν:
- Είναι αυτή άποψη της “μεταμοντέρνας μεταφυσικής”;
- Τίνων ακριβώς άποψη είναι (εννοείται, πέρα του συγγραφέα του εν λόγω άρθρου);
- Στο όνομα ποιας ορθολογικότητας ή ποιας μεταφυσικής μπορεί η Αριστερά να αγωνίζεται ή να οραματίζεται;
Σ’ ένα από τα τελευταία κείμενά του, “Το Υποκείμενο και η Εξουσία” (1982), ο Φουκώ διασαφηνίζει ότι η εξουσία δεν αποτελεί κάποια ουσία ή πράγμα, αλλά είναι μια σχέση. Οπωσδήποτε, όχι ασύμμετρη ή ιεραρχική (από πάνω προς τα κάτω), αλλά σχέση που αναγνωρίζει την ατομικότητα του άλλου και του αφήνει ανοιχτές ευκαιρίες για αντίσταση. Σχέση που καθορίζεται στο επίπεδο των ατομικών δράσεων-αντιδράσεων: η εξουσία είναι η δράση που αποσκοπεί να επηρεάσει και να αλλάξει τις αντιδράσεις των άλλων, ωστόσο επιτρέποντάς τους να μπορούν οι ίδιοι να τις επιλέξουν αυτόνομα. Σχέση που προϋποθέτει ότι οι σχετιζόμενοι έχουν προθέσεις και στόχους, ανάλογα με τους οποίους υπολογίζουν τις δράσεις και τις αντιδράσεις τους, αλλά στο τελικό αποτέλεσμα μετρούν οι συνολικές συνέπειες που έχουν οι δράσεις στις αντιδράσεις.
Με την έννοια αυτή, η εξουσία υποτάσσει την ατομική ελευθερία και βούληση μέσα σε μια εξω-ατομική, συλλογική –ή, καλύτερα, συναθροιστική– δυναμική. Ωστόσο, το αποτέλεσμα της εξουσίας, προφανώς, δεν είναι κανένας δημοκρατικός καταμερισμός, ο οποίος υπόκειται στη λογική κάποιων αρχών ή αξιών ανεξάρτητων από τη βούληση ή τις προδιαθέσεις των σχετιζόμενων. Όμως, η ελευθερία πρέπει να προϋπάρχει, για να μπορεί να ασκηθεί η εξουσία, γιατί, όπως έλεγε ο Φουκώ, χωρίς την ανυπακοή, η εξουσία αναγάγεται σ’ έναν αιτιοκρατικό, φυσικό προσδιορισμό. Από την άλλη μεριά, η εξουσία δεν είναι σχέση κάθετου ή αμετάκλητου ανταγωνισμού, αλλά ζήτημα κυβερνητικότητας (governmentality) των δράσεων που ενώνουν ή διαχωρίζουν τους σχετιζόμενους.
Παρόμοια, κι η πραγματική βία είναι μια σχέση εξουσίας –ή, καλύτερα, σχέση εξάσκησης δύναμης– με τη διαφορά όμως ότι τώρα η δράση της δύναμης στοχεύει στο σώμα ή στα περιβάλλοντα πράγματα, έχοντας αποκλειστικό σκοπό την εξάντληση κάθε δυνατότητας για ενεργητική αντίδραση. Επομένως, για τον Φουκώ, η εξουσία δεν είναι κάτι που εκκρίνεται ή διαχέεται, αλλά μια σχέση στην οποία όλοι (ή όλα, διαμεσολαβητικά) μπορούν να μπουν, στο βαθμό που είναι αλληλο-συνδεδεμένες οι δράσεις κι αντιδράσεις τους. Κι η βία, δεν μετριέται από τις φαινομενικές καταστροφές, αλλά από την αποτελεσματικότητα της επιβολής της παθητικότητας: γι’ αυτό, δεν έχει νόημα, η εξίσωση της βίας των αναρχικών με τη βία της κρατικής καταστολής.
Επιπλέον, αν είναι έτσι –για να απαντήσω το τρίτο ερώτημα– η Αριστερά (σε όλα τα επίπεδα) σαν πολιτικός συνασπισμός που σχετίζεται με άλλα υποκείμενα, είτε συνεργατικά ή ανταγωνιστικά, δεν μπορεί παρά να σέβεται την αυτονομία των συμμάχων και να τολμά τη σύγκρουση με τους αντίπαλους. Κι αυτό δεν αποτελεί καμιά μορφή σχετικισμού –είναι καιρός κάποιοι να καταλάβουν τη διαφορά σχέσης-σχετικού. Αλλά είναι η στρατηγική της αξιοποίησης των δυνατοτήτων με ο,τιδήποτε τη συνδέει και της ηγεμονικής υπέρβασης των ορίων με ο,τιδήποτε την περιορίζει.
Σ’ οποιαδήποτε περίπτωση, θα ήταν σφάλμα η Αριστερά να αποσυνδεθεί από την πολλαπλότητα, την ποικιλότητα, την πολυσημία του “πλήθους,” των αγώνων των αυθόρμητων κινητοποιήσεων και των κοινωνικών κινημάτων. Ηθική είναι η στάση της δέσμευσης και της πιστότητας στην αλήθεια των συμβάντων (Μπαντιού) μέσα σε σχέσεις, στις οποίες εμπλέκονται μια σειρά από ενδεχομενικούς, απρόβλεπτους, ανεξέλεγκτους κι απρογραμμάτιστους παράγοντες κι αποτυπώνονται οι πηγαίες συλλογικές δράσεις. Κι είναι η ίδια η ευρηματικότητα του γενικού νου (με τη Μαρξιστική έννοια) που κάνει το “ξεδιάλεγμα” της σχεσιακής πολυμορφίας. Ούτε η καρικατούρα της πεφωτισμένης ορθολογικής ουσιοκρατίας, ούτε το αποδιοπομπαίο σκιάχτρο του πλασματικού μεταμοντερνισμού.
12/01/2008
Κρίση υπερπαραγωγής: απόλυτη ή σχετική;
Στη Μαρξιστική σχολή σκέψης, η συζήτηση για τις αιτίες και τα φαινόμενα των οικονομικών κρίσεων έχει μακρά ιστορία, κατά την οποία έχουν αντιπαρατεθεί πολλές απόψεις οι οποίες ανήκουν σε διαφορετικά ρεύματα. Ένα από τα σημεία που σε θεωρητικό επίπεδο είναι από τα πλέον αμφιλεγόμενα, αφορά το χαρακτήρα της καπιταλιστικής κρίσης υπερπαραγωγής κεφαλαίου, και αν αυτή είναι απόλυτη ή σχετική.
Η πολεμική για ένα τέτοιο ζήτημα, ασφαλώς, δεν έχει τόση ένταση όσο εκείνο για τις θεωρίες «υποκατανάλωσης» εξαιτίας της κρίσης, ωστόσο, έχει μια σχετική σημασία, καθώς, ανάλογα με την ερμηνεία που δίδεται, προκύπτουν πολιτικές γραμμές, θέσεις, αλλά και κοινωνικές πρακτικές διαφορετικές. Γι’ αυτό θα επιθυμούσαμε με την παρούσα παρέμβασή μας να διασαφηνίσουμε τη θέση μας επ’ αυτού του θέματος.
Η ερμηνεία του απόλυτου χαρακτήρα της κρίσης υπερπαραγωγής κεφαλαίου είναι ευρέως διαδεδομένη στην Ιταλία, σε τέτοιο βαθμό που εμφανίζεται ένας κοινός προσανατολισμός σε διάφορα τμήματα της επαναστατικής αριστεράς. Όπως προκύπτει ρητά την ασπάζονται: το περιοδικό “Rapporti Sociali” , οι CARC, η Linearossa, το Centro di Documentazione e Lotta "Rosso 16", η συντακτική ομάδα της ιστοσελίδας "Lavoro Politico", η ομάδα LineaRossa της Γένοβας, διάφορα κοινωνικά κέντρα, πολλοί οικονομολόγοι του ΚΚΕ (Κόμματος Κομμουνιστικής Επανίδρυσης), αλλά και διάφορες ομάδες που ασπάζονται τον αυθορμητισμό, αλλά και άλλες, ένοπλης βίας. Οι τελευταίες είναι που πρώτες την εισήγαγαν στη δεκαετία του ’70 και ακόμα και σήμερα ο ορισμός της κρίσης ως απόλυτης εμφανίζεται στις προκηρύξεις τους, οι οποίες- όπως και η πρακτική τους – είναι η πιο χονδροειδής άρνηση του προλεταριακού σοσιαλισμού.
Η συντακτική ομάδα της “TeoriaePrassi” υποστηρίζει αντιθέτως την δεύτερη ερμηνεία, αυτή του σχετικού χαρακτήρα της κρίσης υπερπαραγωγής κεφαλαίου, όπως και η πλειοψηφία των μαρξιστικών- λενινιστικών κομμάτων και οργανώσεων του κόσμου.
Για να συμμετέχουμε σε αυτή τη συζήτηση, οφείλουμε καταρχάς να γνωρίσουμε το μαρξιστικό έργο, και συγκεκριμένα τις ιδέες που ανέπτυξε και τις κατηγορίες που διέκρινε ο Καρλ Μαρξ στο Κεφάλαιο, οι οποίες παραμένουν ακόμα και σήμερα το κλειδί για τη σωστή κατανόηση των κρίσεων και για το οριστικό τους ξεπέρασμα.
Ας απαλλαγούμε από διάφορες «παρεξηγήσεις»
Το 15ο κεφάλαιο του 3ου τόμου του «Κεφαλαίου» είναι σίγουρα ένα από τα βασικότερα κείμενα, στο οποίο παρουσιάζεται η θεωρία για την κρίση υπερπαραγωγής. Σε αυτό το κείμενο αναπτύσσεται η θεμελιώδης έννοια περί υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου, με την οποία ο Μαρξ ερμηνεύει τις κυκλικές οικονομικές κρίσεις, αναδεικνύει τον αναπόφευκτο χαρακτήρα τους και αποδίδει στο ίδιο το κεφάλαιο τα όρια του καπιταλισμού. Εφιστούμε, για αυτό το λόγο, στους συντρόφους την προσοχή σε αυτό το βασικό κεφάλαιο, για να κατανοήσουν καλύτερα το περιεχόμενο του παρόντος άρθρου.
Για να συμμετέχουμε ενεργά στη συζήτηση οφείλουμε να απαλλαγούμε από διάφορες «παρεξηγήσεις» εξαιτίας των οποίων αναπτύχθηκε μια συζήτηση χωρίς καμία επιστημονική τεκμηρίωση. Ένα πρώτο συμπέρασμα που προκύπτει υπό το φως της μαρξιστικής θεωρίας, είναι ότι οι τόμοι που έχουν γραφτεί σχετικά με το αν μια κρίση υπερπαραγωγής είναι πρώτα από όλα μια κρίση υπερπαραγωγής εμπορευμάτων, μέσων παραγωγής ή χρηματικού κεφαλαίου στερείται πλήρως νοήματος.
Στην πραγματικότητα, για το Μαρξ, οι επαναλαμβανόμενες οικονομικές κρίσεις χαρακτηρίζονται από πλεόνασμα κεφαλαίου είτε σε μορφή υπεράφθονων παραγωγικών ικανοτήτων, είτε σε μορφή απούλητων εμπορευμάτων, πλεονάζοντος εργατικού δυναμικού, πρώτων υλών, πλεονάζοντος χρηματικού κεφαλαίου κλπ. Το πλεονάζον κεφάλαιο που περιοδικά πρέπει να καταστρέφεται για να αναδημιουργεί τις συνθήκες ενός νέου κύκλου επέκτασης (κάτι το οποίο προϋποθέτει είτε μια πάλη μεταξύ «αδελφικών εχθρών», ώστε να καταστραφεί ή να παραμείνει ανενεργό το κεφάλαιο των άλλων, είτε μια κήρυξη πολέμου στην εργατική τάξη, στις μορφές οργάνωσής της, τις κατακτήσεις της, για να επιστρέψουμε σε ικανοποιητικά επίπεδα κερδοφορίας)
Από αυτή την άποψη, η μάζα των εμπορευμάτων, τα εργοστάσια, οι χρηματιστηριακοί τίτλοι, το χρήμα, το πλεόνασμα εργατικών χεριών, δεν είναι παρά παρόμοιες μορφές που λαμβάνει το κεφάλαιο: ταυτόχρονα, το κεφάλαιο δεν έχει την «γνήσια» του μορφή (ούτε ακόμα και υπό τη μορφή των πλέον εξελιγμένων παραγώγων), παρότι αποτελείται από συγκεκριμένες μορφές οι οποίες αντιστοιχούν σε μια ιστορικά συγκεκριμένη κοινωνική σχέση.
Όπως παρατηρεί ο Μαρξ «η υπερπαραγωγή κεφαλαίου δεν είναι τίποτε άλλο από υπερπαραγωγή μέσων παραγωγής- μέσων εργασίας και επιβίωσης- που μπορούν να λειτουργήσουν ως κεφάλαιο, δηλαδή να απασχοληθούν για την εκμετάλλευση των εργαζομένων σε έναν βαθμό συγκεκριμένο».
Η προσέγγιση αυτή του Μαρξ μάς ωθεί, συνεπώς, να προβούμε σε μια δεύτερη σημαντική διαπίστωση: αν και τις περισσότερες φορές η κρίση υπερπαραγωγής έχει τις πρώτες της συνέπειες στην αγορά εμπορευμάτων (π.χ. υπό τη μορφή πτώσης των τιμών), αυτή μπορεί να εκδηλωθεί σε οποιοδήποτε κρίκο της αλυσίδας της καπιταλιστικής οικονομίας.
Δεν είναι αναγκαίο, συνεπώς, να διακρίνουμε, τις κρίσεις υπερπαραγωγής ανάλογα με το γεγονός ότι αυτές εκδηλώνονται πρώτα στη σφαίρα της παραγωγής ή σε εκείνη της κυκλοφορίας, αν, αφού πρώτα υπάρξουν σε λανθάνουσα μορφή, καθίστανται έκδηλες στο τμήμα εκείνο του κεφαλαίου που απασχολείται σε κερδοσκοπικές δραστηριότητες (χρηματιστηριακά κραχ) ή στο βιομηχανικό τομέα (υπό τη μορφή ύφεσης). Τέτοιες πτυχές είναι σημαντικές για σκοπούς ανάλυσης του σχηματισμού της μάζας του πλεονάζοντος κεφαλαίου και των μηχανισμών μετάδοσης της κρίσης, μα δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως επιχειρήματα για να αποφασίσουμε αν πρόκειται περί υπερπαραγωγής εμπορευμάτων ή ρευστού κεφαλαίου κλπ.
Η κρίση είναι πάντοτε μια αποκάλυψη των εσωτερικών αντιθέσεων της αναπαραγωγής του κοινωνικού κεφαλαίου στο σύνολό του η οποία αντιπαρατίθεται στο άμεσο προτσές της παραγωγής και εκείνο της κυκλοφορίας, ένα προτσές εξαρτώμενο από εξωτερικές προϋποθέσεις. Η καθυστέρηση με την οποία συνήθως η υπερπαραγωγή κεφαλαίου- τα συμπτώματα της οποίας εκδηλώνονται πρώτα στη σφαίρα της κυκλοφορίας και σε αυτή τη σφαίρα συχνά διαρκεί καιρό υπό λανθάνουσα μορφή- φτάνει στο τέλος στην καρδιά της παραγωγής (εκεί από όπου έλκει την καταγωγή της), η διεύρυνση των φαινομένων της κρίσης της υπερπαραγωγής στη σφαίρα του τοκοφόρου κεφαλαίου το οποίο λαμβάνει παράλογα μεγάλες διαστάσεις (αφού το κεφάλαιο δεν μπορεί να αξιοποιηθεί κατάλληλα στην παραγωγική σφαίρα) δεν καθορίζουν από μόνα τους τη φύση της κρίσης αλλά περιγράφουν μονάχα διάφορες στιγμές της ανάπτυξης αυτής της φάσης του οικονομικού κύκλου.
Μια ακόμα επισήμανση πριν μπούμε στην καρδιά της συζήτησης. Σε αυτό το άρθρο κάνουμε λόγο για κρίση υπερπαραγωγής και όχι για κρίση εξαιτίας της υπερπαραγωγής. Γιατί; Αντίθετα από ό,τι συνήθως πιστεύεται, η υπερπαραγωγή δεν είναι η αιτία των κρίσεων, μα ένα φαινόμενο εξωτερικό, ένα σύμπτωμα, και πιο συγκεκριμένα, το κυριότερο σύμπτωμα. Η υπερπαραγωγή κεφαλαίου είναι μια περιγραφή ενός γεγονότος αλλά όχι μια εξήγηση της κρίσης. Η πραγματική αιτία των κρίσεων, που πολλοί θεωρητικοί μαρξιστές ξεχνούν να δουν, έγκειται στην ανεπίλυτη αντίθεση μεταξύ της ανάπτυξης των κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων και των αστικών σχέσεων παραγωγής, που στην παρούσα φάση του καπιταλισμού έχει φτάσει ένα οξύτατο και χωρίς προηγούμενο επίπεδο, δεδομένου ότι οι παραγωγικές δυνάμεις έχουν γίνει εξαιρετικά ισχυρές και συλλογικές για να είναι περιορισμένες στο καθεστώς της ατομικής ιδιοκτησίας. Αυτή η αντίθεση, ωστόσο, δεν καθίσταται έντονη από μόνη της στην καπιταλιστική κοινωνία, αλλά γίνεται εμφανής μέσω των συγκεκριμένων αντιθέσεων μέσω των οποίων εκδηλώνονται οι κρίσεις.
Η υπερπαραγωγή κεφαλαίου είναι απόλυτη ή σχετική;
Από την ανάλυση της κυκλικής πορείας αξιοποίησης του κεφαλαίου και στη βάση της εισαγωγικής περιγραφής από το Μαρξ για την εξήγηση του χαρακτήρα των επιδημιών υπερπαραγωγής, πολλοί σύντροφοι συνάγουν τον απόλυτο χαρακτήρα των ίδιων των κρίσεων, καταλήγοντας στο να συγχέουν, στο να ταυτίζουν την απόλυτη κρίση υπερπαραγωγής με τη γενική κρίση του καπιταλισμού, η οποία έχει μια άλλη φύση (δες το άρθρο «για τη γενική κρίση του καπιταλισμού» στο ν.8 του TeoriaePrassi-σημ.N μετάφρ.: σύντομα θα μεταφραστεί και αυτό το άρθρο)
Σε αντίθεση με αυτούς τους συντρόφους έχουμε πρόθεση να αποδείξουμε ότι στην πραγματικότητα, οι κρίσεις υπερπαραγωγής κεφαλαίου δεν είναι απόλυτες, αλλά σχετικές, αφήνοντας στο μέλλον το καθήκον να εξηγήσουμε τις διαφορές της πορείας της κρίσης και του οικονομικού κύκλου που καταγράφτηκαν στην προ-μονοπωλιακή περίοδο και στην ιμπεριαλιστική, με ειδικότερη αναφορά στις τελευταίες δεκαετίες.
Οι βασικοί λόγοι για τους οποίους θεωρούμε ότι η κρίση υπερπαραγωγής κεφαλαίου είναι σχετική είναι οι ακόλουθοι.
1) Καταρχάς, οφείλουμε να κατανοήσουμε ότι ακόμα και στην περίπτωση που ο Μαρξ περιέγραφε για να εισάγει την έννοια της υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου, η υπερπαραγωγή είναι πάντοτε σχετική αφού πρέπει να συσχετίζεται πάντα με την ανεπαρκή ικανότητα αυτοαξιοποίησης του ίδιου του κεφαλαίου. Οι κρίσεις υπερπαραγωγής προκύπτουν, στην πραγματικότητα, απευθείας από την καπιταλιστική συσσώρευση, η οποία καθορίζεται από το νόμο της αξίας, και μπορούν να ξεπεραστούν μόνο με μια καταστροφή της αξίας που επιτρέπει τον επανακαθορισμό του κατάλληλου ποσοστού κέρδους για μια περαιτέρω συσσώρευση.
Αυτό σημαίνει- σε αντιπαράθεση με όλες τις ρεφορμιστικές και αστικές θεωρίες περί υποκατανάλωσης ή δυσαναλογίας- ότι η ίδια η καπιταλιστική παραγωγή είναι που δεν συντρέχει, που δεν ταιριάζει με την αξιοποίηση: ότι υπάρχει μια μόνιμη και αξεπέραστη αντίθεση μεταξύ δύο συνθετικών πτυχών του κεφαλαίου, την παραγωγή και την αξιοποίηση.
Από αυτό πρέπει να συνάγουμε ότι δεν παράγεται υπερβολικά πολύ κεφάλαιο σε απόλυτους όρους, αλλά υπερβολικά πολύ κεφάλαιο βάσει των ορίων που τίθενται από την αξιοποίησή του. Όπως εξηγεί ο Μαρξ: «Μα ακόμα και στην ακραία υπόθεση που μόλις κάναμε, η απόλυτη υπερπαραγωγή κεφαλαίου δεν είναι μια απόλυτη υπερπαραγωγή γενικά, αλλά μόνο μια υπερπαραγωγή μέσων παραγωγής τα οποία λειτουργούν ως κεφάλαιο και οφείλουν, εξ’ αυτού, σε αναλογία με την αυξημένη αξία η οποία προκύπτει από την αύξηση της μάζας τους,, να αξιοποιήσουν αυτή την αξία, να δημιουργήσουν μια συμπληρωματική αξία»(Μαρξ, Κεφάλαιο, 3ος τόμος)
Προφανώς το όριο είναι οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής οι οποίες εμποδίζουν την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, εμποδίζουν την απόλυτη παραγωγική και καταναλωτική δυνατότητα της κοινωνίας.
Κατ’ αυτό τον τρόπο αποκαλύπτεται απευθείας ο μη απόλυτος, αλλά ο ιστορικός, περιορισμένος, οριοθετημένος χαρακτήρας της καπιταλιστικής παραγωγής στον οποίο η τάση ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων έρχεται σε σύγκρουση μετις αποπνικτικές συνθήκες αξιοποίησης που υπάρχουν και προετοιμάζει κρίσεις όλο και πιο βίαιες και ευρείες.
Ως εκ τούτου «αν με αυτό θέλει κανείς να πει ότι η υπερπαραγωγή είναι αποκλειστικά σχετική, αυτό είναι ολότελα σωστό, αλλά όλος ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής είναι μόνο ένας σχετικός τρόπος παραγωγής, του οποίου τα όρια δεν είναι απόλυτα αλλά καθίστανται τέτοια εξαιτίας του ίδιου του τρόπουπαραγωγής» (Μαρξ, στο ίδιο, υπογράμμιση δική μας).
2) Δεύτερο, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι η υπερπαραγωγή κεφαλαίου, στις μορφές που αυτό παίρνει, δεν είναι ποτέ απόλυτη σε σχέση με τις βασικές κοινωνικές ανάγκες.
Δεν πρόκειται, για να φέρουμε ένα παράδειγμα σχετικό με το εμπορευματικό κεφάλαιο, περί ενός απόλυτου πλεονάσματος στην παραγωγή, δηλαδή ανεξάρτητου από τα εμπόδια που θέτει η αστική τάξη, η οποία βρίσκεται στην εξουσία, στην αγοραστική δυνατότητα των μεγάλων μαζών. Δεν πρόκειται περί μιας μάζας αξιών χρήσης που θα μπορούσαν να καταναλωθούν χωρίς προϋποθέσεις (μια μάζα που αυξάνεται στο μέτρο κατά το οποίο εξαπλώνεται η καπιταλιστική αγορά και πέφτει η τιμή των εμπορευμάτων, ακόμα και αν η συνολική ανάγκη για αντικείμενα ανταλλαγής- η οποία συντίθεται από τις ανάγκες των συγκεκριμένων παραγωγών- έχει όρια). Πρόκειται, αντιθέτως, περί πραγματικών ορίων που τίθενται στην κοινωνική κατανάλωση- και συγκεκριμένα στην εργατική κατανάλωση- στις συνθήκες του καπιταλισμού. Η υπερπαραγωγή, λοιπόν, αναφέρεται στην ικανότητα απορρόφησης των μέσων εργασίας και επιβίωσης, σχετικής με μια συγκεκριμένη καπιταλιστική κοινωνία, δηλαδή με το εύρος της υπάρχουσας κατανάλωσης.
Στο παράδειγμα του εμπορευματικού κεφαλαίου, εκ των ων ουκ άνευ για την πραγματοποίηση της υπεραξίας, το πλεόνασμα εμπορευματικού κεφαλαίου υφίσταται μόνο σε σχέση με την αγοραστική δύναμη των εργαζομένων και όχι σε σχέση με την ικανοποίηση των αναγκών μιας κοινωνίας στην οποία η μεγάλη πλειοψηφία πρέπει να παραμείνει φτωχή. Εδώ υπάρχει μια αναπόφευκτη αντίθεση του καπιταλισμού: οι εργάτες είναι σημαντικοί για την καπιταλιστική αγορά, αλλά η αστική τάξη έχει την τάση να μειώνει την τιμή της αξίας τους ως πωλητών εργατικής δύναμης, το μισθό, και αυτό καθορίζει μια ελλιπή Ζήτηση. Εξάλλου, στις περιόδους κρίσης, οι εργάτες που παραμένουν στην παραγωγή εργάζονται περισσότερο από πριν, αλλά οι ανάγκες τους- ίδιες με εκείνες των ανέργων- ικανοποιούνται σε μικρότερο βαθμό από πριν γιατί περικόπτονται οι μισθοί. Αυτό παραλύει περαιτέρω την κατανάλωση.
Η παραδοξότητα του καπιταλισμού έγκειται στο ότι δεν παράγονται υπερβολικά πολλά προϊόντα, αλλά υπερβολικά πολλά εμπορεύματα σε σχέση με την αγοραστική δύναμη των εργαζομένων. Στην πραγματικότητα είναι τα σύνορα που το κεφάλαιο θέτει στην ικανότητά του να παράγει πλούτο που είναι απόλυτα (αφού το κεφάλαιο δεν παράγει για την ευημερία της κοινωνίας αλλά για το κέρδος), όχι η υπερπαραγωγή.
Για αυτό και οφείλουμε να υπογραμμίσουμε ότι σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται περί μιας απόλυτης ή καθολικής υπερπαραγωγής κεφαλαίου, δηλαδή συνδεδεμένης με τις αυξανόμενες υλικές και πνευματικές απαιτήσεις της κοινωνίας, αλλά για μια αναπόφευκτη υπερπαραγωγή σχετική ως προς το ότι η προσπάθεια να ωθηθεί η παραγωγή πέρα από τα όρια της καπιταλιστικής αξιοποίησης και αγοράς- ειδικά σε μια κοινωνία που δεν είναι σχεδιασμένη, και στην οποία ισχύει ο αναρχικός χαρακτήρας της παραγωγής- συγκρούεται συνεχώς με την αντίθετη φύση των υφιστάμενων κοινωνικών σχέσεων.
3) Τρίτον, πρέπει να σημειωθεί ότι στην ανάλυση του Μαρξ ο ορισμός της απόλυτης υπερπαραγωγής πρέπει να ειδωθεί ως ένα είδος προκαταρκτικού ορισμού, ενός παραδείγματος το οποίο χρησιμεύει ακριβώς τη σταδιακή προσέγγιση του πραγματικού ορισμού της σχετικής υπερπαραγωγής. Η απόλυτη υπερπαραγωγή αναφέρεται, επομένως, σε μια περιορισμένη υπόθεση, «ακραία», όπως λέει και ο Μαρξ, η οποία του επιτρέπει να διατυπώσει έναν ξεκάθαρο ορισμό ο οποίος να καθιστά κατανοητό το συγκεκριμένο οικονομικό φαινόμενο που είναι η υπερπαραγωγή.
Από αυτή την οπτική γωνία ο Μαρξ υιοθετεί μια μεθοδολογία που είναι τυπική των φυσικών επιστημών, όπως παραδείγματος χάρη εκείνη τη σχετική με το ιδεατό αέριο στη φυσική, του ορίου που τείνει στο μηδέν ή το άπειρο, στα μαθηματικά, την δια της εις άτοπον απαγωγή κλπ.
Μια μέθοδο την οποία ο Μαρξ, θεμελιωτής μαζί με τον Ένγκελς του επιστημονικού σοσιαλισμού, υιοθετεί συχνά, κάτι οποίο συχνά ξεφεύγει από την προσοχή αρκετών μαρξιστών, μολονότι ο ίδιος το επεσήμαινε πολλές φορές, όπως για παράδειγμα στον ίδιο τον πρόλογο του Κεφαλαίου. Ας δώσουμε άλλο ένα παράδειγμα που αντλήσαμε από τις ίδιες σελίδες.
Αν ξαναδιαβάσουμε τις σελίδες στις οποίες ο Μαρξ εισάγει τον προκαταρκτικό ορισμό της απόλυτης υπερπαραγωγής, αναδεικνύεται ξεκάθαρα ότι ο ίδιος αναφέρεται σε μια πτώση του γενικού ποσοστού κέρδους η οποία ορίζεται από παράγοντες διαφορετικούς από εκείνους που υπάρχουν στην περίπτωση της τάσης του ποσοστού κέρδους να πέφτει.
Σε αυτή την περίπτωση είναι η μείωση της αναλογίας μεταξύ υπερεργασίας και απαραίτητης εργασίας ο παράγοντας που καθορίζει την πτώση του ποσοστού κέρδους, και όχι η αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου (ή η σχετική μείωση του μεταβλητού κεφαλαίου σε σχέση με το σταθερό), η οποία έχει εξεταστεί από το Μαρξ σε προηγούμενο κεφάλαιο (13ο, του 3ου τόμου του Κεφαλαίου).
Με άλλα λόγια, ο Μαρξ εισάγει την έννοια της κρίσης υπερπαραγωγής αναφερόμενος σε μια πτώση της ποσότητας υπεραξίας που αντλείται από την εργατική τάξη και εξηγεί ότι αυτή η κρίση αναδεικνύει τη στιγμιαία ανικανότητα της τάξης των καπιταλιστών να εκμεταλλευτούν το προλεταριάτο σε ένα δεδομένο βαθμό.
Είναι επομένως προφανές ότι το ποσοστό κέρδους εξαρτάται από δύο «μεταβλητές»: την οργανική σύνθεση του κεφαλαίου, από τη μια πλευρά, και το ποσοστό υπεραξίας, από την άλλη. Ο «μονομερής» ορισμός που δίνει ο Μαρξ στο 15ο κεφάλαιο δεν οφείλεται σε ένα θεωρητικό λάθος ή μια παράλειψη. Είναι συνδεδεμένος με την εφαρμογή μιας αναλυτικής μεθόδου η οποία ευρέως χρησιμοποιείται στις φυσικές επιστήμες και γνώριζε καλά ο Μαρξ. Είναι η μέθοδος που χρησιμοποιείται για τη μελέτη των αλλαγών μιας συγκεκριμένης ποσότητας υπό την επίδραση αλλαγών μιας άλλης ποσότητας, γνωστή και ως ceterisparibus. Ο ορισμός της υπερπαραγωγής κεφαλαίου επιτρέπει έτσι στο Μαρξ να μελετήσει την επίδραση αλλαγών στο ποσοστό υπεραξίας στο ποσοστό κέρδους, καθώς οι άλλοι παράγοντες παραμένουν σταθεροί.
Είναι ξεκάθαρο ότι αν ο Μαρξ είχε στη διάθεσή του τις μεταγενέστερες από αυτόν μεθόδους υπολογισμού της λειτουργίας πολυπαραγοντικών μοντέλων ή πίνακες, το πρόβλημα δεν θα υπήρχε καν.
4) Τέταρτον, πρέπει να παρατηρήσουμε ότι η αρχική υπόθεση περί απόλυτης υπερπαραγωγής παραμένει μια απλή υπόθεση γιατί «στην πραγματικότητα τα πράγματα θα εξελίσσονταν με τέτοιο τρόπο ώστε ένα μέρος του κεφαλαίου θα παρέμενε μερικώς ή πλήρως ανενεργό». Με άλλα λόγια, δεδομένης της απώλειας για την καπιταλιστική τάξη στο σύνολό της, καθορίζεται, στη βάση νέων συσχετισμών δυνάμεων, μια νέα ισορροπία που χρησιμεύει στη δημιουργία νέας αξιοποίησης. Η κρίση ήδη δεν είναι πια απόλυτη την ίδια στιγμή κατά την οποία το κεφάλαιο αρχίζει αναπροσαρμόζει την παραγωγή στη Ζήτηση που μπορεί να καλυφθεί, αφήνοντας ανενεργό ένα τμήμα του, αφήνοντας να καταστραφούν μια σειρά από επιχειρήσεις και καταστρέφοντας ένα μέρος των παραγωγικών δυνάμεων.
Συνεπώς, η χρήση του όρου «απόλυτος» για την υπερπαραγωγή κεφαλαίου στη μαρξιστική ορολογία χρησιμεύει μόνο για μια επιστημονική υπόθεση, η οποία εισάγεται με σκοπό την επεξήγηση της φυσικής προδιάθεσης του κεφαλαίου σε αυτό το είδος της κρίσης και, μαζί της, της σημασίας και του εύρους της κρίσης υπερπαραγωγής σε όλους τους κλάδους υπερπαραγωγής. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο Μαρξ έγραφε «για να καταλάβουμε τι πράγμα είναι αυτή η υπερσυσσώρευση αρκεί να υποθέσουμε ότι είναι απόλυτη», αποφεύγοντας την ανάπτυξη μιας πιο χαλαρής ανάλυσης των κρίσεων στη βάση της μελέτης της πραγματικής κίνησης του κεφαλαίου. Η εισαγωγική διατύπωση του Μαρξ δεν δικαιολογεί σε καμία περίπτωση τη χρήση της για την συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης πραγματικότητας.
Με βάση όσα έχουμε ήδη πει δεν είναι ούτε σωστό να κάνουμε λόγο για «σχετικό χαρακτήρα της απόλυτης υπερπαραγωγής κεφαλαίου», βασιζόμενοι στο γεγονός ότι ο περιορισμός της καπιταλιστικής εξάπλωσης είναι σε κάθε περίπτωση σχετικός με τις συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες της αστικής κοινωνίας. Αν συμφωνούμε σε αυτό θα πρέπει ωστόσο να εξαλείψουμε τον χαρακτηρισμό της ως «απόλυτης» αφού η υπερπαραγωγή κεφαλαίου δεν θα είναι πραγματικά τέτοια. Ταυτόχρονα, και προς αποφυγή παρεξηγήσεων δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούμε την έννοια «απόλυτη υπερπαραγωγή» για να περιγράψουμε την επέκταση της κρίσης σε κάθε σκέλος της παραγωγής, αφού η σωστή έκφραση σε αυτή την περίπτωση είναι : γενικές οικονομικές κρίσεις.
Επιχειρήματα που δεν στέκουν
Με βάση τα τέσσερα παραπάνω επιχειρήματα για τη σχετικότητα της υπερπαραγωγής, ας δούμε για λίγο το σκεπτικό των υποστηρικτών του «απόλυτου» χαρακτήρα. Σύμφωνα με διάφορες οργανώσεις (π.χ. τις CARC που έχουν αναπτύξει και μελετήσει καλύτερα από άλλους την έννοια της κρίσης εξαιτίας της απόλυτης υπερπαραγωγής κεφαλαίου) έχουν επαληθευτεί ιστορικά δύο φορές οι προϋποθέσεις που έθετε ο Μαρξ ως περιορισμό του καπιταλισμού. Και αυτό θα έπρεπε να έχει ως συνέπεια δύο γενικές κρίσεις εξαιτίας της απόλυτης υπερπαραγωγής κεφαλαίου: η πρώτη στις αρχές του 1900 και η δεύτερη τη δεκαετία του ’70, η οποία διαρκεί ακόμα.
Τι διακρίνει, κατ’ αυτούς, μια κρίση απόλυτης υπερπαραγωγής;
«Απόλυτη υπερπαραγωγή κεφαλαίου σημαίνει ότι το συσσωρευμένο κεφάλαιο δεν μπορεί να απασχοληθεί στην εξαγωγή υπεραξίας με τη διεύρυνση του πραγματικού προτσές καπιταλιστικής παραγωγής μέχρι την απορρόφησή του σε αυτό όλου του διαθέσιμου προλεταριάτου. Στις δεδομένες συνθήκεςαπό το πρώτο κύμα της προλεταριακής επανάστασης και των FormeAntitetichedell’Unità Sociale(FAUS) οι οποίες είχαν ήδη αναπτυχθεί, μια διεύρυνση της πραγματικά καπιταλιστικής παραγωγής στο μέτρο που επέτρεπε το ήδη συσσωρευμένο κεφάλαιο θα είχε επιφέρει την άντληση υπεραξίας ίσης ή μικρότερης από εκείνη που οι καπιταλιστές αντλούν με ένα μικρότερο κεφάλαιο» (Η κρίση του καπιταλισμού, στο “RapportiSociali”, n.31/32).
Ένα καλό συμπύκνωμα απόλυτων ανοησιών. Προσπαθώντας να ερμηνεύσουν το Μαρξ- ο οποίος όπως είδαμε εισήγαγε την έννοια της απόλυτης υπερπαραγωγής για να φτάσει σε εκείνη της σχετικής υπερπαραγωγής- οι CARC καταλήγουν σε συμπεράσματα πραγματικά αντιφατικά. Ας τα δούμε:
- στον καπιταλισμό, όλο το συσσωρευμένο κεφάλαιο είναι απασχολημένο με την άντληση υπεραξίας, δηλαδή απασχολείται ως παραγωγικό κεφάλαιο, αλλιώς το σύστημα εισέρχεται σε κρίση απόλυτης υπερπαραγωγής. Έτσι οι σύντροφοι αυτοί παραλείπουν να πουν ότι στην διευρυμένη καπιταλιστική αναπαραγωγή μόνο ένα τμήμα της παραγόμενης από τους εργαζομένους υπεραξίας είναι προορισμένη για την αύξηση της παραγωγής (και έτσι λοιπόν συσσωρεύεται) ενώ ένα άλλο τμήμα πηγαίνει σε εισοδήματα, τόκους, σε μη παραγωγικές δαπάνες, σε προσωπικά κέρδη, σε χρήματα που συλλέγονται από το αστικό κράτος κλπ. Αυτό καθ’ εαυτό το γεγονός δεν επιφέρει την κρίση υπερπαραγωγής κεφαλαίου.
- αν δεν απορροφάται όλος ο σχετικός υπερπληθυσμός εργατών (γιατί πλεονάζει αναφορικά με τις ανάγκες συσσώρευσης του κεφαλαίου) υπάρχει κρίση απόλυτης υπερπαραγωγής. Και εδώ μπαίνουμε στο ιδανικό βασίλειο του κεφαλαίου, δεδομένου ότι η πλήρης απασχόληση μπορεί να υπάρξει μόνο στο σοσιαλισμό, ενώ «ένας εργατικός υπερπληθυσμός είναι το απαραίτητο προϊόν της συσσώρευσης, δηλαδή της ανάπτυξης του πλούτου σε καπιταλιστική βάση και μάλιστα μια εκ των προϋποθέσεων ύπαρξης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής» (K.Μαρξ, Το Κεφάλαιο, 1ος τόμος, 5ο κεφ.)
-κατά την άποψη αυτών των συντρόφων η διαφορά μεταξύ απόλυτης και σχετικής υπερπαραγωγής οφείλεται ουσιαστικά σε μια διαφορά στο βαθμό εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης, με άλλα λόγια εξαρτάται από ένα μεγαλύτερο ή μικρότερο ποσοστό υπεραξίας. Αλλά η σχέση μεταξύ υπεραξίας και μεταβλητού κεφαλαίου- που εκφράζει το βαθμό εκμετάλλευσης του εργάτη από τον καπιταλιστή- αυξάνει με την ανάπτυξη του καπιταλισμού, αντί να μειώνεται. Π.χ. αν κάποιες δεκαετίες πριν ένας εργάτης της FIAT έπρεπε να δουλεύει 4 ώρες για να αναπαράγει την αξία των απαραίτητων για τη συντήρησή του μέσων επιβίωσης, σήμερα αρκούν 2 ώρες εργασίας.
Στην πραγματικότητα, μια τέτοια ερμηνεία της κρίσης συντρέχει με την θέση ότι η κρίση οφείλεται στη συμπίεση των κερδών που προκαλείται από τις μισθολογικές πιέσεις (στα αγγλικά αυτή η θεωρία είναι γνωστή ως “profitsqueeze”): μια ερμηνεία η οποία, αν και δεν έχει τον ίδιο αριθμό υποστηρικτών όσο εκείνη της υποκατανάλωσης, τα τελευταία χρόνια έχει διαδοθεί μεταξύ των μελετητών που πρόσκεινται στο μαρξισμό και έχει υιοθετηθεί ακόμα και από κεϋνσιανούς και νεορικαρδιανούς. Σύμφωνα με τον Μ.Itoh(1987) ο πραγματικός παραγωγός αυτής της θέσης δεν είναι άλλος από τον Οττο Μπάουερ.
Τι να πει κανείς, λοιπόν; Μια απόλυτη αναταραχή, ένα συνονθύλευμα από τυχαίες φράσεις που αν εφαρμοστούν ως κριτήρια για να χαρακτηριστεί μια κρίση υπερπαραγωγής μάς οδηγούν στο συμπέρασμα ότι αυτό το γεγονός είναι…πάντοτε παρόν από τότε που υπάρχει ο καπιταλισμός.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ένας τέτοιος τρόπος ερμηνείας της κρίσης μάς οδηγεί δίχως άλλο στη διάβρωση της μαρξιστικής θεωρίας για την κρίση, στην απάρνηση της εγκυρότητάς της.
Και ποια είναι τα οικονομικά δεδομένα στη βάση των οποίων οι οπαδοί της θεωρίας του «απόλυτου» θεμελιώνουν τη θέση τους. Πραγματικά δεν υπάρχει πρόσθετο κεφάλαιο για επενδύσεις τα τελευταία 30 χρόνια; Στα αλήθεια οι πολυεθνικές δεν έχουν πραγματοποιήσει τεράστια κέρδη; Πράγματι η μάζα της υπεραξίας που αντλείται ολοκληρωτικά από τους καπιταλιστές από την εργατική τάξη η οποία αυξάνει αριθμητικά σε παγκόσμιο επίπεδο έχει μειωθεί ή παραμένει ίδια σε κάθε κύκλο; Εδώ μας φαίνεται ότι αντί για υλιστική ανάλυση της πραγματικότητας, αντί για γεγονότα που μπορούν να αποδειχτούν, οι οπαδοί της θεωρίας του «απόλυτου» χαρακτήρα της κρίσης της υπερπαραγωγής παρουσιάζουν δόγματα και σχήματα μη επαληθεύσιμα.
Μα ας φανταστούμε για μια στιγμή ότι έχουν δίκιο. Σε μια τέτοια περίπτωση πώς και ο καπιταλισμός δεν έχει καταρρεύσει 30 χρόνια τώρα και περνά χρόνια απόλυτης υπερπαραγωγής που θα τον είχαν φέρει σε κατάρρευση; Πώς το σύστημα λειτούργησε πέραν των ακραίων ορίων που περιέγραψε ο Μαρξ, που του είχαν αποκλείσει την πιθανότητα της πραγματοποίησης του μέγιστου κέρδους;
Εδώ δεν υπάρχουν FAUS που να αντέχουν: η πραγματικότητα είναι ότι ο καπιταλισμός δεν έχει ποτέ φτάσει το ιστορικό όριο της απόλυτης υπερπαραγωγής κεφαλαίου. Ένας από τους λόγους για τους οποίους δεν την έχει φτάσει είναι το γεγονός ότι η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους αντισταθμίζεται από την αύξηση της μάζας του κεφαλαίου και επομένως από την αύξηση της ποσότητας της αντλούμενης υπεραξίας. Επομένως για τον ακριβώς αντίθετο λόγο από αυτόν που υποστηρίζουν οι οπαδοί της θεωρίας περί «απόλυτης» υπερπαραγωγής.
Ως τώρα το κεφάλαιο κατάφερε με τον έναν ή τον άλλο τρόπο να γλιτώσει από τα όριά του (με την αύξηση της εκμετάλλευσης, με την εξαγωγή κεφαλαίων, με τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο κλπ) αποφεύγοντας, κατ’ αυτό τον τρόπο, να βρεθεί απέναντι σε ένα πρόβλημα απόλυτης υπερπαραγωγής, η οποία έχει παραμείνει ως τώρα ένα πρόβλημα μόνο θεωρητικό, μια τάση του συστήματος, είτε αυτό βρίσκεται σε προμονοπωλιακή είτε σε ιμπεριαλιστική φάση.
Αντίθετα, ήταν ο σχετικός χαρακτήρας των κρίσεων υπερπαραγωγής ο οποίος απέτρεψε την κατάρρευση (αφού οι κρίσεις οι κυκλικές είναι οι στιγμές βίαιης επίλυσης των εσωτερικών αντιθέσεων του καπιταλισμού). Κατάρρευση την οποία εμείς ευχόμαστε να επέλθει ως αποτέλεσμα της επαναστατικής πάλης της εργατικής τάξης και των λαών στη βάση της γνώσης των οικονομικών νόμων και όχι των επιθυμιών του καθένα.
Οι συνέπειες σε πολιτικό επίπεδο
Η θεωρητική συζήτηση για τη φύση και τα αίτια της οικονομικής κρίσης έχει μεγάλη πολιτική σημασία για το επαναστατικό κίνημα. Η θεωρία, η ακριβής κατανόηση, από το κίνημα, της οικονομικής δομής χρησιμεύει στη διεύθυνση και την δικαιολόγηση της πολιτικής δράσης: ανάλογα με τη μια ή την άλλη θέση για την καπιταλιστική κρίση προκύπτουν πολιτικές γραμμές αποκλίνουσες ή ακόμα και αντικρουόμενες.
Π.χ. οι υποστηρικτές της θέσης της κρίσης υποκατανάλωσης έχουν εξ αυτήςθέσεις πολιτικές καθαρά ρεφορμιστικές και συνδικαλιστικές, αφού θεωρούν πως η λύση για τα δεινά της σύγχρονης κοινωνίας μπορεί να επιτευχθεί με την αύξηση των μισθών ή με κεϋνσιανές πολιτικές που θα μπορούσε να υιοθετήσει το αστικό κράτος, απορρίπτοντας κατ’ αυτό τον τρόπο να θέσουν το ζήτημα της προλεταριακής εξουσίας και την οικοδόμηση του σοσιαλισμού στο ίδιο τους το πολιτικό πρόγραμμα.
Ομοίως, στον επαναστατικό χώρο, το να υποθέτει κανείς μια υπερπαραγωγή απόλυτου χαρακτήρα σημαίνει να συνάγει αντίστοιχα πολιτικά συμπεράσματα, αναφορικά με τις προϋποθέσεις επαναστατικής δράσης και πάλης των τάξεων.
Η κύρια πολιτική συνέπεια της θέσης για απόλυτη υπερπαραγωγή κεφαλαίου έγκειται στο ότι βγαίνει το συμπέρασμα για μια «αναπτυσσόμενη επαναστατική κατάσταση» μακράς διάρκειας και απλωμένης σε όλο τον κόσμο. Για να μη μακρηγορούμε παροτρύνουμε τους αναγνώστες στο νο.7 της TeoriaePrassi στο οποίο είχαμε παραθέσει την κριτική μας σε μια παραποίηση μιας θεμελιώδους λενινιστικής αρχής.
Σίγουρα, δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς ότι η μετάφραση σε πολιτικούς όρους μιας θεωρητικής θέσης υπερβολικής και δογματικής είναι ακριβώς μια πολιτική θέση τυπικά αριστερίστικη και υποκειμενιστική: αλλά πρέπει ίσως να περιμένει κανείς τίποτε άλλο από κάποιον που συγχέει μια «ακραία υπόθεση» με την πραγματικότητα;
Εν κατακλείδι…
Η φύση και η αιτία των σημερινών κρίσεων δεν είναι στην ουσία διαφορετικές από εκείνες που περιέγραψε ο Μαρξ. Ακόμα και στην εποχή του ιμπεριαλισμού- η οποία είναι το τελευταίο στάδιο του καπιταλισμού και σε τίποτα θεμελιωδώς διαφορετική από αυτόν- είναι η αντίθεση μεταξύ του κοινωνικού χαρακτήρα της παραγωγής και την καπιταλιστική μορφή, με την ατομική ιδιοποίηση των αποτελεσμάτων της παραγωγής να συνιστά το θεμέλιο των κρίσεων υπερπαραγωγής. Ως εκ τούτου αυτές οι κρίσεις έχουν στις ρίζες τους στο ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα και καθορίζονται από οικονομικούς νόμους που δημιουργούνται από τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής.
Βεβαίως, η πορεία κάθε κρίσης, οι μορφές στις οποίες αυτές οι κρίσεις εκδηλώνονται, εξαρτώνται από τις συγκεκριμένες συνθήκες ανάπτυξης του καπιταλισμού σε κάθε χώρα και από την πλήρη αντιπαράθεση μιας εναλλακτικής σε αυτόν τον ιστορικά ξεπερασμένο τρόπο παραγωγής.
Οι οικονομικές κρίσεις υπερπαραγωγής, η γενίκευσή τους και η επιδείνωσή τους, απειλούν πάντοτε όλο και περισσότερο τη λειτουργία του κεφαλαίου ως θεμελίου της σημερινής κοινωνίας και ξεπερνιούνται με τρόπο όλο και πιο καταστρεπτικό. Δεδομένου αυτού πρέπει να θυμόμαστε ότι ο μαρξισμός- λενινισμός αντιτίθεται στις θέσεις περί μιας κρίσης χωρίς διέξοδο για τον καπιταλισμό, σε θέσεις περί πάνω κάτω αυτόματης ανισορροπίας του συστήματος που προκαλεί μια κατάσταση από την οποία δεν μπορεί αυτό να ξεφύγει. Ο Μαρξ υπογράμμιζε ότι η καθαρά οικονομική πτώση του καπιταλισμού ανταποκρινόταν ακριβώς στην αστική οπτική γωνία.
Υπάρχει μια τάση για κατάρρευση του καπιταλισμού, η οποία εκδηλώνεται και εξαπλώνεται σε κάθε κρίση, όμως το μόνο υποκείμενο που μπορεί πραγματικά να κάνει πράξη αυτή την κατάρρευση είναι το προλεταριάτο το οποίο πραγματοποιεί τη σοσιαλιστική επανάσταση.
Αυτό σημαίνει ότι θα υπάρξουν κρίσεις υπερπαραγωγής όλο και πιο σοβαρές και εξαπλωμένες, ότι θα υπάρξει μια δυναμική που θα επιφέρει τη μεγέθυνση των υλικών βάσεων για την ανάπτυξη επαναστατικής δράσης και δημιουργίας της σοσιαλιστικής κοινωνίας.
Χωρίς την ύπαρξη της νίκης του προλεταριακού σοσιαλισμού το κεφάλαιο θα μπορεί πάντοτε να επιλύει τη σχετική υπερσυσσώρευσή του, το πιο προφανές παράδοξό του, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, γιατί δεν υπάρχει ένα στάδιο του καπιταλισμού στο οποίο δημιουργείται μια απόλυτη αδυναμία συνέχισης του προτσές συσσώρευσης.
Ένα παράδειγμα επίκαιρο είναι ο πόλεμος στο Ιράκ που χρησιμεύει ακριβώς για την επίλυση του προβλήματος της καταστροφής κεφαλαίου που πλεονάζει σε παγκόσμια κλίμακα, για να ξαναρχίσει ένας νέος κύκλος επέκτασης, ξεκινώντας από την «ανοικοδόμηση» από τις πολεμικές ζημιές.
Αν λοιπόν το προλεταριάτο δεν πάρει μια πολιτική πρωτοβουλία για να ανατρέψει την αστική τάξη και να περάσει στο σοσιαλισμό, ο καπιταλισμός πάντοτε θα μπορεί να ξαναρχίσει τη συσσώρευσή του. Αν το προλεταριάτο δεν ακολουθεί τον δρόμο της επανάστασης, ανασυσταίνοντας το κομμουνιστικό του κόμμα, ο καπιταλισμός θα μπορεί να ανασυνθέσει τις αντιθέσεις του και να τις φέρει σε νέα επίπεδα, προσπαθώντας να παρασύρει στο νεκροκρέβατό του όλες τις κοινωνικές τάξεις για να μην ηττηθεί μια και καλή.