Δ. Πατέλη, Μ. Δαφέρμου, Π. Παυλίδη
1/05/2009
Όλες τις σφαίρες το κράτος τις πληρώνει
Οποιαδήποτε μυστική υπηρεσία μπορεί να σκαρώσει μιαν "επαναστατική" ονομασία και να διαπράξει ορισμένες απόπειρες, που θα καλοδιαφημιστούν από τον τύπο, ξεκινώντας από αυτές, θα της είναι εύκολο να συμπήξει μία μικρή ομάδα από αφελείς αγωνιστές και να τη διευθύνει με τη μεγαλύτερη ασυδοσία. Μα στην περίπτωση μιας τρομοκρατικής ομαδούλας που έχει ξεπηδήσει αυθόρμητα, τίποτα στον κόσμο δεν είναι πιο εύκολο για τα ειδικά σώματα του Κράτους από το να παρεισφρύσουν σε αυτήν, και χάρη στα μέσα που που διαθέτουν και στην άκρα ελευθερία ελιγμών που έχουν, να φτάσουν σ' απόσταση βολής από την αρχική ηγεσία και να πάρουν τη θέση της, είτε με συγκεκριμένες συλλήψεις την κατάλληλη στιγμή, είτε με το σκότωμα των αρχηγών.
Από την πλατεία Φοντάνα ως την απαγωγή του Μόρο, αυτό που άλλαξε ήταν μόνο οι στόχοι που χτύπησε κάθε φορά η αμυντική τρομοκρατία, αλλά εκείνο που δεν μπορεί να αλλάξει ποτέ στην άμυνα είναι ο σκοπός. Και ο σκοπός από τις 12 Δεκέμβρη του 1969 ως τις 16 Μαρτίου του 1978 και ακόμα σήμερα, έχει πράγματι μείνει ο ίδιος: δηλαδή να πιστέψει όλος ο πληθυσμός, που πια δεν ανέχεται ή πολεμάει αυτό το κράτος, πως έχει τουλάχιστον έναν εχθρό από κοινού με αυτό, από τον οποίο το Κράτος τον προστατεύει, φτάνει να μην αμφισβητείται από κανέναν.
Η αλήθεια είναι πως, επειδή το 1977 άρχισε πάλι να τρέμει η πολυθρόνα κάτω από τον κώλο σας, κύριοι της κυβέρνηση, καθώς και η γη κάτω από τα πόδια σας, εσείς, ναι ναι, εσείς ακριβώς περάσατε στην αντεπίθεση, σκοτώνοντας αυτή τη φορά έναν δικό σας, (...).
Ταυτόχρονα, αφού η τεχνητή τρομοκρατία θέλει να' ναι το μόνο πραγματικό φαινόμενο, γι' αυτή την "αστυνομική αντίληψη της ιστορίας" όλες οι αυθόρμητες εξεγέρσεις, όπως της Ρώμης και της Μπολώνιας το '77, γίνονται συνωμοσίες, που εξυφαίνονται τεχνητά και διευθύνονται από "σκοτεινές" αλλά "εύκολα εντοπίσιμες δυνάμεις" όπως και σήμερα ακόμα υποστηρίζουν οι σταλινικοί. Ώστε ό,τι η εξουσία δεν προβλέπει, γιατί δεν το οργανώνει η ίδια, είναι μία συνωμοσία εναντίον της. Αντίθετα η τεχνητή τρομοκρατία, μια και οργανώνεται και κατευθύνεται από τα αφεντικά του θεάματος, είναι ένα πραγματικό αυθόρμητο φαινόμενο, που συνεχώς κάνουν ότι το πολεμούν, για τον απλό λόγο πως είναι πιο εύκολα να αμύνεσαι εναντίον ενός φτιαχτού εχθρού, παρά εναντίον του πραγματικού εχθρού.
Ένα μόνο σας λέω, σεβαστοί φενακιστές: αντίθετα με σας, έχω γνωρίσει καλά τα τελευταία 13 χρόνια, πολλούς επαναστάτες της Ευρώπης - που είναι επίσης γνωστοί σε όλερς τις αστυνομίες- από αυτούς που συνέβαλαν περισσότερο θεωρητικά και πρακτικά, στο να φτάσει η καιφαλαιοκρατία στην τωρινή της κατάσταση: ε λοιπόν, κανένας τους, χωρις καμία εξαίρεση, δεν έχει ποτέ ασκήσει ούτε και έχει επικροτήσει τη σύγχρονη θεαματική τρομοκρατία - πράγμα που μου φαίνεται αυτονόητο. Η επανάσταση δεν έχει μυστικά: σήμερα, ότι είναι μυστικό ανήκει στην εξουσία, δηλ. στην αντεπανάσταση και αυτό το ξέρουν πάρα πολύ καλά όλες οι αστυνομίες.
Όλα τα κράτη υπήρξαν πάντοτε τρομοκράτες, πιο έντονα όμως στη γέννηση τους και στο πλησίασμα του θανάτου τους. Και όσοι, είτε από απελπισία είτε επειδή πέφτουν θύματα του καθεστώτος, που προπαγανδίζει την τρομοκρατία ως το άκρον άωτον της ανατροπής, προσβλέπουν με άκριτο θαυμασμό στην τεχνητή τρομοκρατία, προσπαθώντας μερικές φορές ακόμα και να την ασκήσουν, αυτοί δεν ξέρουν πως ανταγωνίζονται στο δικό του έδαφος, και δεν ξέρουν πως στο δικό του έδαφος, το κράτος όχι μόνο είναι το πιο δυνατό, παρά θα'χει πάντα και τον τελευταίο λόγο. Και ότι δε σκότώνει το θέαμα, το δυναμώνει: το πρωτάκουστο δυνάμωμα όλων των κρατικών εξουσίων ελέγχου, που έχει πειτελεστεί τούτα τα τελυταία χρόνια με την πρόφαση της θεαματικής τρομοκρατίας, αυτό το δυνάμωμα των εξουσιών, χρησιμοποιείται κιόλας εναντίον όλου του προλεταριακού κινήματος της Ιταλίας, που σήμερα είναι το πιο προχωρημένο και ριζοσπαστικό στην Ευρώπη.
Το να υποχρεώνονται όλοι να πέρνουν συνεχώς θέση υπέρ ή κατά γεγοννότων μυστήριων και σκοτεινών, που στην πραγματικότητα είναι προκατασκευασμένα για αυτόν ακριβώς τον σκοπό, αυτή είναι η αληθινή τρομοκρατία: το να εξαναγκάζουν αιωνίως όλη την εργατική τάξη να εκφράζεται εναντίον αυτής ή εκείνης της απόπειρας, προς την οποία όλοι, εκτός από τις παράλληλες υπηρεσίες, είναι ξένοι, να τι επιτρέπει στην εξουσία να διατηρεί την γενική παθητικότητα και την παθητική ενατένιση αυτού του ανήθικου θεάματος, να τι επιτρέπει στους συνδικαλιστές γραφειοκράτες να συνενώνουν κάτω από τις αντεργατικές τους ντιρεκτίβες τους εργαζόμενους κάθε εργοστασίου που παλεύει, όπου, κάθε τόσο, ένα στέλεχος πληγώνεται στα πόδια.
Όταν θα έρθει η σειρά μας τα όπλα δε θα μας λείψουν, ούτε και οι αντρειωμένοι μαχητες: δεν είμαστε σκλάβοι του εμπορευματικού φετίχ των όπλων, μα θα τα προμηθευτούμε μόλις θα είναι αναγκαία και με τον πιο απλό τρόπο: πέρνωντας τα από σας στρατηγοί, αστυνομικοί, αστοί, γιατί εσείς έχετε κιόλας αρκετά για όλους της εργατες της Ιταλίας. "Εμείς δεν έχουμε ενδοιασμούς: δεν περιμένουμε ούτε από σας. Όταν θα έρθει η σειρά μας, δε θα ωραιοποιήσουμε τη βία." (Μαρξ)
Χίλες οδοί Φάνι και χίλιες πλατείες Φοντάνα δεν ωφελούν την κεφαλαιοκρατία, όσο τη βλάφτει μία μονάχα αντιαστική και αντισταλινική άγρια απεργία ή ένα απλό σαμποτάζ της παραγωγής βίαιο και πετυχημένο. Εκατομμύρια καταπιεσμένες συνειδήσεις ξυπνούν και ξεσηκώνονται κάθε μέρα εναντίον της εκμετάλλευσης: και οι άγριοι εργάτες ξέρουν πάρα πολύ καλά πως η κοινωνική επανάσταση δεν ανοίγει το δρόμο της στοιβάζωντας πτώματα στην πορεία της - αυτό είναι ένα προνόμιο της σταλινοαστικής αντεπανάστασης, προνόμιο που κανένας επαναστάσης δεν της το αμφισβήτησε ποτέ.
Όποιος τώρα στην Ιταλία δεν χρησιμοποιεί όλη την εξυπνάδα που διαθέτει για να καταλαβαίνει γρήγορα ποια αλήθεια βρίσκεται από κάθε ψέμα του κράτους, όποιος δεν το κάνει αυτό είναι σύμμαχος των εχθρών του προλεταριάτου. Και όποιος επιμένει να θέλει να πολεμήσει την αλλοτρίωση με αλλοτριωμένο τρόπο, με το μιλιταντισμό και την ιδεολογία, θα αντιληφθεί γρήγορα πως έχει παραιτηθεί από κάθε πραγματικό αγώνα. Την κοινωνική επανάσταση δε θα την κάνουν βέβαια οι μιλιτάντηδες ούτε και θα την εμποδίσουν οι μυστικές υπηρεσίες και οι σταλινική αστυνομία!
Για τους φίλους μας τους ΚΚΕέδες ένα μικρό απόσπασμα - σαν μέρος του εγκλήματος κατά των εκμεταλλευομένων που εδώ και αιώνες συμβαίνει και του οποίου είναι αναπόσπαστο κομμάτι:
Κι αν ακόμη ήταν όλοι τους Λένιν, όπως νομίζουν, μένει να θυμίσουμε πως οι μπολσεβίκοι διαβρώθηκαν πολύ και πολλές φορές: ο εργάτης και πράχτορας της Οχράνα, Ρομάν Μαλινόφσκι, που ήταν μέλος της ΚΕ των μπολσεβίκων, είχε κερδίσει την πιο τυφλή εμπιστοσύνη του Λένιν, και είχε στείλει στη Σιβηρία εκατοντάδες αγωνιστές και ηγετικά στελέχη - και μια φορά που ο Μπουχάριν εξέφρασε μιαν υποψία, Ο λένιν απάντησε πως αυτό "ήταν ανάξιο για ένα συνειδητό αγωνιστή: αν συνεχίσεις θα καταγγελθείς εσύ σαν προδότης, σύμφωνα με αυτά που λέει η γυναίκα του Λένιν, Ναντιέζντα Κρούπσκαγια. Αλλά η περίπτωση του Μαλινόφσκι δεν είναι μεμωνομένη: ανοίγοντας το 1917 τα μυστικά αρχεία της Οχράνα, ο Λένιν αποσβολώθηκε με το δίκιο του, βλέπωντας πως από τους 55 επαγγελματίες προβοκάτορες που ήταν επίσημα εν ενεργεία και πληρώνονταν τακτικά, οι 17 δούλευαν στους Σοσιαλεπαναστάτες, αλλά 20 ολόκληροι μοιράζονταν τον έλεγχο των μπολσεβίκων και των μενσεβίκων και όχι βέβαια στα ανάμεσα στα μέλη της βάσης! Και ο Λένιν είχε την πικρή έκπληξη να διαπιστώσει πως οι προβοκάτορες ήταν πάντα εκείνοι οι "σύντροφοι" που ο ίδιος, τόσο επιφυλαχτικός και έμπειρος σε ζητήματα παρανομίας, εχτιμούσε και εμπιστευόταβ περισσότερο, για τις υπηρεσίες που είχαν προσφέρει και για την τόλμη που είχαν δείξει σε πολλές περιπτώσεις.
Η διάβρωση είναι πραχτικά αδύνατη ή ξεσκεπάζεται αμέσως σε εκείνες τις επαναστατικές ομάδες που κάνους χωρίς απλά μέλη και ηγέτες, αλλά βασίζονται στο ποιοτικό: "ο μοναδικός περιορισμός για τη συμμετοχή στην καθολική δημοκρατία της επαναστατικής οργάνωσης είναι η αναγνώριση και ο ουσιαστικός ενστερνισμός, από όλα τα μέλη της, της συνοχής της κριτικής της, συνοχής που πρέπει να αποδείχνεται τόσο στην καθαυτό κριτική θεωρία όσο και στην σχέση ρετούτης με την πραχτική δραστηριότητα." (Ντεμπόρ)
ΜΠΑΤΣΟΙ ΓΟΥΡΟΥΝΙΑ ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ
4/17/2008
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ: ΤΟ ΑΝΩΤΑΤΟ ΣΤΑΔΙΟ ΤΟΥ ΑΤΟΜΙΚΙΣΜΟΥ
10/13/2007
Η ΧΡΗΣΗ ΤΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΟΥ ΧΡΟΝΟΥ
Καταστασιακή Διεθνής
[ Ιούνιος / 1960]
Η πιο ρηχή και συνεχώς επαναλαμβανόμενη κοινοτοπία των
αριστερών κοινωνιολόγων κατά τη διάρκεια των πρόσφατων
χρόνων είναι ότι ο ελεύθερος χρόνος έχει γίνει
σημαντικότατος παράγοντας στην αναπτυγμένη καπιταλιστική
κοινωνία. Αυτή η ανοησία είναι η βάση των αμέτρητων
αντιπαραθέσεων υπέρ ή κατά της σημασίας μιας
ρεφορμιστικής προόδου της ποιότητας ζωής, ή και της
συμμετοχής των εργατών στις κυρίαρχες αξίες της
κοινωνίας, μέσα στην οποία όλο και περισσότερο
αφομοιώνονται. Αυτό που είναι αντεπαναστατικό γύρω απ'
όλη αυτή την παραφιλολογία είναι ότι εξισώνεται ο
ελεύθερος χρόνος με την παθητική κατανάλωση, λες και η
μόνη χρήση του ελεύθερου χρόνου είναι η ευκαιρία να
γίνει κάποιος ένας, όλο και μεγαλύτερος, πλήρους
απασχόλησης θεατής των εδραιωμένων παραλογισμών.
Οι ψευδαισθήσεις που διακηρύχθηκαν σε ένα αξιοσημείωτα
ανιαρό συμπόσιο αυτών των κοινωνιολόγων (Arguments
#12-13) ανασκευάστηκαν ηχηρά σε δύο άρθρα του
«Socialisme ou Barbarie» στο τεύχος 27. Στο πρώτο ο
Pierre Canjuers έγραφε: «Ενώ ο σύγχρονος καπιταλισμός
συνεχώς αναπτύσσει νέες ανάγκες ούτως ώστε να αυξήσει
την κατανάλωση, η δυσαρέσκεια του κόσμου παραμένει η
ίδια. Οι ζωές τους δεν έχουν πια νόημα πέρα από μια
βιασύνη για κατανάλωση, και αυτή η κατανάλωση
χρησιμοποιείται για να δικαιολογήσει την αυξανόμενη
ριζική ματαίωση κάθε δημιουργικής δραστηριότητας ή
αυθεντικής ανθρώπινης πρωτοβουλίας - μέχρι του σημείου
που ο κόσμος δε βλέπει πλέον την έλλειψη νοήματος
σημαντική». Στο δεύτερο άρθρο ο Jean Delvaux* σημείωνε
ότι το θέμα της κατανάλωσης δεν έχει παραγκωνίσει την
ποιοτική διάκριση μεταξύ των φτωχών και των εύπορων (οι
4 στους 5 μισθωτούς εργάτες ακόμα πρέπει συνεχώς να
παλεύουν για να τα βγάλουν πέρα). Ουσιαστικά, έδειξε ότι
δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας για το αν το προλεταριάτο
συμμετέχει ή όχι στις κυρίαρχες αξίες της κουλτούρας και
της κοινωνίας επειδή «δεν υπάρχουν πια τέτοιες αξίες».
Και πρόσθεσε το ουσιώδες σημείο ότι η σύγχρονη
κουλτούρα, «όλο και περισσότερο διαχωρισμένη από την
κοινωνία και τις ζωές των ανθρώπων (οι ζωγράφοι να
ζωγραφίζουν για άλλους ζωγράφους, οι δοκιμιογράφοι να
γράφουν νουβέλες που διαβάζονται μόνο από άλλους
δοκιμιογράφους σχετικά με το ότι είναι αδύνατο να
γράφεις μια νουβέλα) - αυτή η κουλτούρα, όσο έχει κάποια
αυθεντικότητα, δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια συνεχής
αυτό-καταδίκη: μια καταδίκη της κοινωνίας και μια οργή
ενάντια στην ίδια την κουλτούρα». Η κενότητα του
ελεύθερου χρόνου προέρχεται από την κενότητα της ζωής
στη σύγχρονη κοινωνία, και δεν μπορεί να γεμίσει μέσα
στο σκελετό αυτής της κοινωνίας. Αυτή η κενότητα
εκφράζεται και κρύβεται ταυτόχρονα από ολόκληρο το
πολιτιστικό θέαμα, σε τρεις βασικές μορφές.
Η κλασική μορφή της κουλτούρας συνεχίζει να υπάρχει,
είτε αναπαραγόμενη στην αγνή της μορφή ή σε απομιμήσεις
του τελευταίου καιρού (τραγικό θέατρο, για παράδειγμα, ή
ευγένεια των μπουρζουάδων). Δεύτερον υπάρχουν οι
αμέτρητες εκφυλισμένες θεαματικές αναπαραστάσεις μέσω
των οποίων η κυρίαρχη κοινωνία πρέπει να επιβάλλει τον
εαυτό της στους καταπιεσμένους ώστε να τους
αποπροσανατολίσει ( τα τηλεοπτικά αθλήματα και
ουσιαστικά όλες οι ταινίες και τα μυθιστορήματα, που
διαφημίζουν το αυτοκίνητο σα σύμβολο status). Τέλος,
υπάρχει μια αβάντ-γκαρντ άρνηση του θεάματος, μια άρνηση
συχνά χωρίς συνείδηση της βάσης της, αλλά η οποία είναι
η μόνη «αυθεντική» πλευρά της σύγχρονης κουλτούρας. Η
«οργή ενάντια στην κουλτούρα» που εκφράζεται μέσα στην
τελευταία αυτή μορφή καταλήγει να δέχεται την ίδια
αδιαφορία που οι προλετάριοι, ως τάξη, διατηρούν
απέναντι σε όλες τις μορφές της θεαματικής κουλτούρας.
Αφού το θέαμα το ίδιο έχει απορριφθεί, οποιοδήποτε κοινό
που παρακολουθεί την άρνηση του θεάματος δεν μπορεί
πλέον να διακριθεί από αυτό το αμφισβητούμενο και
δυσαρεστημένο κοινό που αποτελείται από απομονωμένους
καλλιτέχνες και διανοητές. Όταν το επαναστατικό
προλεταριάτο διακηρύσσει τον εαυτό του ως τέτοιο, δε θα
υπάρξει ως ένα νέο κοινό για κάποιο άλλο θέαμα αλλά ως
άνθρωποι που συμμετέχουν ενεργά σε κάθε άποψη της ζωής
τους.
Δεν υπάρχει κάποιο επαναστατικό πρόβλημα της τεμπελιάς -
όσον αφορά ένα κενό που πρέπει να γεμίσει - απλά ένα
πρόβλημα του ελεύθερου χρόνου. Όπως έχουμε ήδη πει: «δεν
μπορεί να γίνει ελεύθερη χρήση του χρόνου μέχρι να
καταλάβουμε τα σύγχρονα εργαλεία για την κατασκευή της
νέας ζωής. Η χρήση τέτοιων εργαλείων θα σηματοδοτήσει το
πέρασμα από μια ουτοπική επαναστατική τέχνη σε μια
πειραματική επαναστατική τέχνη» (Debord, «Θέσεις για την
Πολιτιστική Επανάσταση», Καταστασιακή Διεθνής #1). Η
αντικατάσταση της τεμπελιάς μέσω της ανάπτυξης μιας
δραστηριότητας ελεύθερης δημιουργίας-κατανάλωσης μπορεί
μόνο να κατανοηθεί σε σχέση με τη διάλυση των
παραδοσιακών τεχνών - με το μετασχηματισμό τους σε
ανώτερες μορφές δράσης που δεν αρνούνται ούτε καταργούν
την τέχνη αλλά την πραγματώνουν. Μ’ αυτό τον τρόπο η
τέχνη θα παραγκωνιστεί, θα διατηρηθεί και θα ξεπεραστεί
μέσα από μια περισσότερο σύνθετη δραστηριότητα. Τα
παραδοσιακά της στοιχεία μπορεί να υπάρχουν ακόμα, αλλά
μετασχηματισμένα, αφομοιωμένα και τροποποιημένα από το
σύνολο.
Τα προηγούμενα αβάντ-γκαρντ κινήματα παρουσίασαν τον
εαυτό τους με το να διακηρύσσουν την τελειότητα των
μεθόδων τους και των αρχών τους, οι οποίες έπρεπε αμέσως
να κριθούν στη βάση των έργων τους. Η Κ.Δ. είναι η πρώτη
καλλιτεχνική οργάνωση που βασίζει τον εαυτό της στη
ριζική αναποτελεσματικότητα όλων των επιτρεπόμενων
έργωνΧ και της οποίας η σημαντικότητα και η επιτυχία ή
αποτυχία, θα είναι δυνατόν να κριθεί μόνο μέσα από την
επαναστατική πράξη του καιρού της.
ΚΑΤΑΣΤΑΣΙΑΚΗ ΔΙΕΘΝΗΣ
* Το όνομα Jean Delvaux είναι, ως γνωστόν, ένα από τα
ψευδώνυμα που χρησιμοποιούσε ο Κορνήλιος Καστοριάδης
στην επιθεώρηση “Socialisme ou Barbarie".
10/12/2007
Έξοδος από την κοινωνία της εργασίας
«Η δουλειά δεν είναι ντροπή – είναι μαλακία». Καμιά τριανταριά χρόνια μας χωρίζουν από τις κραυγές των καταστασιακών στο Παρίσι και από τότε πολλές εργατοώρες κύλησαν στο μύλο της μισθωτής εργασίας. Στο πέρασμα των αιώνων η εργασία εξυμνήθηκε και λοιδορήθηκε, αποθεώθηκε και απαξιώθηκε, με τη συντηρητική άρχουσα τάξη και τη σταλινική αριστερά από τη μια να την υπερασπίζονται και από την άλλη τα επαναστατημένα υποκείμενα να τη μάχονται συστηματικά. Ο μύθος θέλει μεθυσμένο τον Γκι Ντεμπόρ να γράφει ξημερώματα σε έναν τοίχο του Παρισιού το περίφημο «Μη δουλεύετε ποτέ».
Μερικές δεκαετίες αργότερα φαίνεται ότι ο καπιταλισμός στις δυτικές χώρες δεν έχει ανάγκη πια την εργασία με τη μορφή που τη γνωρίζαμε για να πειθαρχεί τους πληθυσμούς. Πλήθος νέων αλλά και παλαιότερων μηχανισμών καθιστούν την τυπική εργασιακή σχέση απαρχαιωμένη, δευτερεύουσας σημασίας, ίσως ακόμα και ανασταλτική πηγή προβλημάτων. Κοινή διαπίστωση είναι ότι η πλήρης 8ωρη απασχόληση, διαρκώς υποχωρεί, και σύντομα θα αποτελεί μειοψηφική μορφή απασχόλησης, ένα είδος προς εξαφάνιση. Η ανεργία και οι άτυπες ευέλικτες μορφές απασχόλησης αναπτύσσονται με ταχείς ρυθμούς αγγίζοντας σταδιακά όλο και περισσότερους*1.
Το οικονομικό σύστημα βρίσκεται σε κρίση υποστηρίζουν αριστεροί διανοούμενοι και ψάχνουν να βρουν θεραπείες. Εμείς δεν περιμένουμε τίποτα από τις θεραπείες των συμπτωμάτων της κρίσης. Ο καπιταλισμός σήμερα περισσότερο ευπροσάρμοστος από ποτέ άλλοτε, μεταμορφώνεται και επιβιώνει διαχειρίζοντας ταυτόχρονα πολλαπλά μοντέλα παραγωγής, δίκτυα εργασίας, κατανάλωσης και πειθάρχησης.
Το σημερινό σύστημα εξουσίας έχει εφεύρει προπολλού την δικιά του έξοδο. Από τη μια εξόρισε, κρύβοντας από τα ευαίσθητα μάτια των δυτικών καταναλωτών, την φεουδαρχικού τύπου χειρωνακτική εργασία, τις αλυσίδες παραγωγής και τα μπουρδέλα στην Ινδονησία και την Κίνα. Από την άλλη στη δύση αφομοιώνοντας τις επιθυμίες για αυτοκαθορισμό και για άρνηση της εργασίας των περασμένων δεκαετιών, η στρατηγική διαφοροποιείται. Εδώ επιλέγει να καταργεί συστηματικά και μαζικά την εργασία. Αφού αποδόμησε τις εργασιακές σχέσεις και αδρανοποίησε τις αντιστάσεις, παλινορθώνει τώρα τις χειρότερες μορφές καταδυνάστευσης, υποδούλωσης, εκμετάλλευσης, εξαναγκάζοντας όλους να πολεμούν με όλους τους άλλους ώστε να αποκτήσουν αυτή την εργασία την οποία καταργεί. Ωστόσο αυτό το οποίο πρέπει να προσάψουμε στο καπιταλισμό δεν είναι η κατάργηση της εργασίας (εξάλλου πάντα αυτό δε θέλαμε;), αλλά η κοινωνική αξία που της προσδίδει την ίδια στιγμή που την καταργεί.
Δεν υπάρχει πια εργασία όπως την ξέραμε και δεν πρόκειται να επανέλθει. Το μόνο που απομένει είναι να τολμήσουμε την δικιά μας έξοδο από την κοινωνία της εργασίας, αποχαιρετώντας την κομψά με το μεσαίο δάχτυλο τεντωμένο.
Η έξοδος του κεφαλαίου
Ποιοι είναι όμως οι λόγοι των σημερινών εξελίξεων; Οι έτοιμες απαντήσεις περί δυσμενούς συσχετισμού δυνάμεων μεταξύ συνδικάτων και εργοδοσίας, περί της συνεχιζόμενης απήχησης της ήττας του παρελθόντος, περί της αποπολιτικοποίησης και παραίτησης, όλα αυτά δεν εξηγούν πλέον τίποτα, απεναντίας προκαλούν σύγχυση διότι ενθαρρύνουν την πίστη πως διασχίζουμε ένα σκοτεινό τούνελ στην άκρη του οποίου όλα θα γίνουν όπως πριν και θα υπάρξει πάλι «δουλειά για όλους». Όμως το κομβικό σημείο σήμερα είναι ότι η εργασία πρέπει να χάσει την κεντρική της θέση στη συνείδηση, τη σκέψη, την φαντασία μας. Πρέπει να μάθουμε να την βλέπουμε με διαφορετικό τρόπο. Να μην τη σκεφτόμαστε πια σαν αυτό που δεν έχουμε, αλλά σαν αυτό που κάνουμε. Η εργασία έχει αλλάξει μορφή. Έχει εξέλθει από τις βαριές πόρτες των εργοστασίων και δεν περιορίζεται από χρονικά όρια. Χθες ο χένρι φορντ και ο φρέντερικ ουίνσλοου τέιλορ ασχολούνταν απλώς με τα κορμιά και τις κινήσεις στα εργοστάσια, σήμερα οι εταιρίες εξετάζουν επιπλέον τις αξίες, τα πιστεύω, την εσωτερικότητα, την προσωπικότητα των «συνεργατών» τους. Η εργασία, όπως και ο έλεγχος δουλεύουν πλέον σε ένα άλλο επίπεδο, έχουν περάσει από τον αυστηρά καθορισμένο χώρο, στον διάχυτο χρόνο. Ανά πάσα στιγμή το χτύπημα του κινητού σε φέρνει ένα βήμα από το αφεντικό σου, και πρέπει να πας γιατί αυτή είναι η δουλειά σου.
Τις τελευταίες δεκαετίες η εργασία έχει επεκταθεί και καταδυθεί σε πεδία άγνωστα, ανέγγιχτα, ίσως ακόμα και απροσπέλαστα για την εξουσία στο παρελθόν. Δεν κατοικεί πια μόνο στο εργοστάσιο, αλλά διαρκώς διεισδύει και αποικεί σε όλο και περισσότερες πτυχές της ζωής μας. Βρίσκεται στα εταιρικά ρούχα, στο έτοιμο φαγητό, στη μποτιλιαρισμένη λεωφόρο, στα δάνεια για διακοπές. Έχει σπάσει τις αλυσίδες του 8ωρου και όλο και περισσότερο διαπλέκεται με τον ελεύθερο χρόνο, ερωτοτροπεί με τα όνειρά μας, αποδιαρθρώνει τις επιθυμίες μας και τρέφεται από τη κάθε μας μικρή στιγμή κατανάλωσης.
Πλήθος νέων λέξεων (άτυπη, εποχιακή, άυλη, ευέλικτη, προσωρινή, μερική) προσπαθούν να ορίσουν αυτή τη νέα μορφή της εργασίας. Το σύνολο των παραπάνω ορισμών στόχο έχουν να απονοηματοδοτήσουν την εργασία να την κόψουν και να τη ράψουν έτσι ώστε να μας πείσουν ότι δουλεύουμε λιγότερο, αποκρύπτοντας ότι το σύνολο της ζωής έχει μετατραπεί σε ατελείωτη εργασία. Αυτό που έχει σημασία είναι να κατανοήσουμε ότι η εργασία στον σύγχρονο καπιταλισμό δεν παράγει απλά ή κύρια κάποια εμπορεύματα, κάποια αντικείμενα, είναι πρώτα από όλα μια τεράστια παραγωγή υποκειμενικότητας.
Χθες ακόμη, οι υπεύθυνοι προσωπικού, εκτός από τις ανησυχίες τους για τις πολιτικές και συνδικαλιστικές απόψεις του υποψήφιου εργαζόμενου, εξέταζαν κυρίως τις «τεχνικές» του ικανότητες, τις οποίες αποδείκνυαν τα διπλώματα και η προϋπηρεσία του. Σήμερα, οι διευθυντές προσωπικού μελετούν με εξαιρετική προσοχή την προσωπικότητα του υποψηφίου, τις κοινωνικές του ικανότητες, τον δείκτη συναισθηματικής νοημοσύνης, το ταλέντο του να δημιουργεί δεσμούς, να ηγείται των εσωτερικών δικτύων, να διαχειρίζεται τις κρίσεις. Όλοι μας έχουμε βρεθεί κατά την διάρκεια συνεντεύξεων στην ηλίθια θέση να απαντήσουμε σε ερωτήσεις της μορφής «Είστε αρχηγικός τύπος ή τύπος που ακολουθεί», «είστε περισσότερο συναισθηματικός ή ορθολογικός;», «αισθάνεστε την ανάγκη αναγνώρισης; γιατί πήρατε διαζύγιο;», «αναφέρατε τα τρία δυνατά σας σημεία».
Ενώ όλοι μας ξέρουμε ότι η εργασία που έχουμε ή που δεν έχουμε, δεν μπορεί να μας κάνει να νιώσουμε χρήσιμοι, να εισπράξουμε αυτεκτίμηση, να νιώσουμε ότι αξίζουμε διότι στην καλύτερη περίπτωση δεν παράγουμε τίποτα, ενώ στη χειρότερη που αφορά την πλειοψηφία παράγουμε σκουπίδια και θάνατο, οι επιχειρήσεις θέλουν να μας πείσουν για το αντίθετο. Ενώ τα κινήματα αμφισβήτησης εδώ και τουλάχιστον τριάντα χρόνια απέδειξαν ότι η χεγκελιανή ιδιότητα της εργασίας περί «αυτοπραγμάτωσης του ατόμου» αποτελεί μια απάτη, (ιδιότητα η οποία στην ακραία της φασιστική μορφή διατυπώθηκε με το «η εργασία απελευθερώνει» και στην πιο οικεία πατριαρχική ελληνική της εκδοχή ως «η δουλειά κάνει τον άντρα») σήμερα βλέπουμε την μεταμοντέρνα επαναφορά της.
Το εγώ δεν είναι πια μόνο για «μένα», είναι πεδίο κατάκτησης της εταιρίας. Σήμερα θέλουν να μας πείσουν ότι δεν κάνουμε μια εργασία, αλλά ότι είμαστε μια εργασία. Η προσωπική αναζήτηση του νου και του σώματος δεν αφορά τον επονομαζόμενο ελεύθερο χρόνο, αλλά αποτελεί προϋπόθεση για την εξέλιξη των μορφών παραγωγής. Οι επιχειρήσεις διακηρύττουν ότι απορρίπτουν τον αλλοτριωτικό διαχωρισμό σε ελεύθερο χρόνο και σε χρόνο εργασίας που θεωρεί την εργασία ως «μη ζωή». Πρόκειται στην ουσία για μια παρωδία αυτοπραγμάτωσης*2…
Αν τα παραπάνω αφορούν μόνο τα μεσαία και ανώτερα στελέχη, τους ταυτισμένους με τις επιχειρήσεις νέο-σκλάβους του τριτογενή τομέα, τότε κατηφορίζοντας προς τον πυθμένα της ιεραρχίας το μοντέλο της εργασίας παράγει τους χιλιάδες αόρατους, επισφαλείς, «εξωτερικούς», προσωρινούς, μαύρους, ελαστικούς, διασκορπισμένους και απομονωμένους εργάτες. Για τις αδερφές και τους αδερφούς μας που κάνουν δυο και τρεις σκατοδουλειές τη μέρα ο χρόνος έχει επιστρέψει στις αρχές του 19ου αιώνα όταν η εργασία ήταν σκλαβιά, χωρίς ένσημα, χωρίς ασφάλιση, δίχως άδειες ούτε αποζημιώσεις.
Η μεγάλη επιτυχία της εξόδου του καπιταλισμού είναι ότι εξακολουθεί να πείθει ότι είναι φυσιολογικό «ο καθένας να επιθυμεί σφοδρά» αυτό ακριβώς που δεν υπάρχει πια και που δεν θα είναι ποτέ πια διαθέσιμο για όλους, δηλαδή «μια αμειβόμενη εργασία σε σταθερή θέση». Ακόμα χειρότερα για πολλούς εξακολουθεί να αποτελεί τη μοναδική ευκαιρία «να αυτοκαθοριστούν και να οικοδομήσουν ένα νόημα στην πορεία της ζωής τους».
Αποκρύπτει φυσικά ότι η εργασία βρίσκεται παντού, και ότι όλοι οι παραπάνω μηχανισμοί στόχο έχουν να εξαφανίσουν την απόσταση και κυρίως τον ανταγωνισμό ανάμεσα στον εργαζόμενο και στο αφεντικό του, να κάνουν τον εργαζόμενο να ενστερνιστεί τις αξίες της επιχείρησης, να ταυτιστεί μαζί της, να τον ελέγξουν, να τον πιάσουν στην παγίδα των ίδιων του των επιθυμιών.
Η δικιά μας έξοδος
Ο καθένας/μια μας αισθάνεται, ξέρει, φοβάται ότι είναι ένας/μια δυνητικά άνεργος/η, ένας/μια δυνητικά υποαπασχολούμενος/η, ένας/μια δυνητικά εργαζόμενος/η σε επισφαλή θέση, εποχιακός, προσωρινός - μερικά απασχολήσιμος. Επίσης όλοι μας ξέρουμε ότι καμία ασφάλεια, καμία χρησιμότητα, καμία αξιοπρέπεια δεν μας δίνει η εργασία. Δεν επιθυμούμε να βαδίσουμε πάνω σε αναμμένα κάρβουνα, ούτε να πάρουμε μαθήματα επιβίωσης ούτε να κάνουμε ψυχανάλυση. Δεν γουστάρουμε να δουλεύουμε. Το κυριότερο, δεν θέλουμε να προσφέρουμε στα αφεντικά την πρόσβαση στη δικιά μας ζωή. Όμως αυτό που γνωρίζει ο καθένας/μια μας δεν έχει μετατρέπει ακόμα και εμποδίζεται να μετατραπεί σε κοινή σε όλους μας συνείδηση της κοινής μας κατάστασης.
Εμείς θέλουμε να αφαιρέσουμε από την εργασία το δικαίωμα να λεηλατεί τη σκέψη μας, το χρόνο μας, τη φαντασία μας, τα συναισθήματά μας, τις επιθυμίες μας, τα σώματά μας. Θέλουμε να κόψουμε τον δεσμό που συνδέει την σκέψη μας, τη φαντασία μας, τις επιθυμίες μας με την παραγωγή εμπορευμάτων και τη μισθωτή εργασία. Θέλουμε η σκέψη μας, η φαντασία μας, τα σώματά μας να γίνουνε τα όπλα που θα στραφούν ενάντια στην εργασία, ενάντια σε κάθε μορφή υποδούλωσης. Θέλουμε η σκέψη μας, η φαντασία μας, οι επιθυμίες μας να γίνουν τα εργαλεία με τα οποία θα οικοδομήσουμε μια νέα ζωή.
Το ζήτημα δεν είναι να διεκδικήσουμε καλύτερες συνθήκες εργασίας, ούτε να επιστρέψουμε στο κράτος πρόνοιας. Θέση μας είναι πως σε όλα τα συστήματα εξουσίας η εκμετάλλευση ήταν και θα παραμένει μόνιμη. Στόχος μας είναι να αποδείξουμε ότι η ήττα μας είναι προσωρινή. Πρόταγμά μας είναι η γενικευμένη συλλογική λιποταξία από την κοινωνία της εργασίας. Καλύτερα, η έξοδος από όλες τις πειθαρχήσεις και η κοινωνική απεργία σε όλες τις πτυχές της καπιταλιστικής ζωής. Μέσα από αυτοοργανωμένες κοινότητες δημιουργούμε μια νέα ζωή, σπάμε τα δεσμά της μερικότητας, προτάσσοντας την συνολική επίθεση στην άμυνα.
σημειώσεις
- Κατά την περίοδο ανάπτυξης του κεϋνσιανού–φορντικού μοντέλου 1959-1967, το ποσοστό ανεργίας στην ε.ε κυμαίνονταν μεταξύ 2% και 4% του εργατικού δυναμικού. Αντίστοιχα οι άτυπες μορφές εργασίας αφορούν ποσοστό μικρότερο του 5% των εργαζομένων. Τις επόμενες δεκαετίες και τα δυο μεγέθη αυξάνονται με αλματώδεις ρυθμούς. Η μερική απασχόληση από 12,7% το 1985 παρουσιάζει το 1999 ποσοστό 17,4% εμφανίζοντας τα τελευταία χρόνια αύξηση κατά 3% περίπου ανά έτος. Αντίστοιχα η προσωρινή απασχόληση από 8,4% το 1985 αυξάνεται σε 12,8% το 1999. Η ανεργία καθόλη τη διάρκεια της περασμένης δεκαετίας παρουσιάζει διψήφιο ποσοστό. Σύμφωνα με τα στοιχεία του 1999 η ανεργία, η προσωρινή και η μερική απασχόληση αντιπροσωπεύουν το 40% του εργατικού δυναμικού στην ε.ε. Τέλος, το 80% των νέων προσλήψεων των τελευταίων πέντε χρόνων αναφέρονται σε ευέλικτου περιεχομένου ατομικές συμβάσεις. Στην ελλάδα οι άτυπες μορφές εργασίας από 2,5% το 1985 έχουν φτάσει το 2003 στο 11,23% του εργατικού δυναμικού.
- Χαρακτηριστικό των παραπάνω εξελίξεων είναι τα σεμινάρια των επιχειρήσεων που τελευταία έχουν μεγάλη πέραση: ράφτινγκ στα ποτάμια, βάδισμα σε αναμμένα κάρβουνα, πήδημα στο κενό με ελαστικό σκοινί. Αν τα παραπάνω φαίνονται αστεία, τότε τι να πούμε για τις επιχειρήσεις που στέλνουν τα υψηλόβαθμα στελέχη τους να παρακολουθήσουν σεμινάρια επιβίωσης σε τροπικό δάσος, φορώντας στολές καμουφλάζ, μεταμφιεσμένοι σε ρέιτζερς που κοιμούνται σε σκηνές για μια ολόκληρη εβδομάδα. Ακόμα πιο πέρα, πρόσφατα τα στελέχη μεγάλης ελβετικής τράπεζας πέρασαν μια εβδομάδα σε ένα ιατρικό κέντρο, μαζί με ασθενείς που υποφέρουν από aids και βρίσκονται στο τελευταίο στάδιο της ζωής τους! Υπάρχουν ακόμα, τα κλασικά πλέον επιμορφωτικά σεμινάρια ψυχολογίας της επιτυχίας, αυτοσυγκέντρωσης, απελευθέρωσης θετικής ενέργειας, προβολής στο μέλλον, μάνατζμεντ του εαυτού μας, αυτοεπιβεβαίωσης. Το μεταμοντέρνο μάρκετινγκ έχει μεταμορφωθεί σε θρησκεία του «ψυχο-μάνατζμεντ».