Δ. Πατέλη, Μ. Δαφέρμου, Π. Παυλίδη
11/18/2008
Η καμπύλη της καπιταλιστικής ανάπτυξης
15.12.05
Σελίδα 1 από 3
Εισαγωγή του Alan Woods
Λονδίνο, Μάρτης 1998
Ο τρόπος με τον οποίο οι ιδέες αναδύονται και εξελίσσονται σε μια αποφασιστική δύναμη για την ιστορία είναι ένα θεμελιώδες ερώτημα για όσους παλεύουν για μια νέα κοινωνία. Είναι ξεκάθαρο ότι οτιδήποτε προκαλεί μεγάλα κοινωνικά κινήματα έχει τις ρίζες του μέσα στην κοινωνία. Ο Μαρξ πολλά χρόνια πριν, έχει εξηγήσει ότι το κλειδί για την ανάπτυξη της κοινωνίας είναι η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων - Της βιομηχανίας, της επιστήμης και της τεχνολογίας.
Η ανικανότητα ενός κοινωνικού συστήματος να αναπτύξει τις παραγωγικές δυνάμεις θα οδηγήσει αναπόφευκτα στην εμφάνιση κρίσης. Όμως αυτό δεν σημαίνει καθόλου, ότι τα πάντα ανάγονται στο οικονομικό επίπεδο, όπως υποστηρίζουν οι συκοφάντες του Μαρξισμού. Αυτό είναι βαθιά λαθεμένο. Πρέπει να λαμβάνονται υπόψη πολλά άλλα φαινόμενα όπως η θρησκεία, η πολιτική, οι νόμοι, η τρέχουσα ηθική, κλπ. Η σχέση μεταξύ οικονομίας και πολιτικής δεν είναι μια απλή μηχανιστική σχέση, αλλά μια σχέση διαλεκτική. Σύμφωνα με τον Ένγκελς, "σε τελική ανάλυση, το καθοριστικό στοιχείο στην ιστορία είναι η παραγωγή και η αναπαραγωγή της πραγματικής ζωής. Ούτε ο Μαρξ ούτε εγώ, έχουμε ποτέ υποστηρίξει κάτι περισσότερο από αυτό... Η οικονομική κατάσταση είναι η βάση, αλλά τα διάφορα στοιχεία της εποικοδομήματος ασκούν επίσης την επιρροή τους στην πορεία των ιστορικών αγώνων, και σε πολλές περιπτώσεις επικρατούν στο σχηματισμό της μορφής τους."
Το αδιέξοδο των παραγωγικών δυνάμεων είναι η βασική εξήγηση για την πρωτοφανή πολιτική και κοινωνική κρίση του καπιταλισμού μεταξύ των δύο παγκόσμιων πολέμων. Με παρόμοιο τρόπο, το αδιέξοδο του Σταλινισμού στη Σοβιετική Ένωση και την Ανατολική Ευρώπη, με τη μορφή του γραφειοκρατικού στραγγαλισμού της εθνικά σχεδιασμένης οικονομίας, οδήγησε στην κατάρρευση και στην κίνηση προς την καπιταλιστική παλινόρθωση.
Η μεγάλη ανάπτυξη του παγκόσμιου καπιταλισμού μετά το 1947 άνοιξε μια νέα περίοδο για το καπιταλιστικό σύστημα. Τις αιτίες της ανάπτυξης αυτής τις έχουμε εξηγήσει κατά το παρελθόν, αλλά αξίζει να επαναλάβουμε συμπερασματικά ότι ο βασικός παράγοντας ήταν η ανάπτυξη του παγκόσμιου εμπορίου και η επέκταση των νέων αγορών. Η διεθνής οικονομική κρίση που εκδηλώθηκε ταυτόχρονα το 1974, ήταν μια ένδειξη για τα νέα αδιέξοδα του καπιταλισμού. Ήταν ένα σημείο καμπής που είχε πρωτοφανείς οικονομικές και πολιτικές συνέπειες. Ήταν το σημείο εκκίνησης, (όπως εξηγεί ο Τρότσκι), μιας νέας φθίνουσας καμπύλης της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίστηκε από την επιστροφή της μαζικής ανεργίας και από ένα νέο ρυθμό υφέσεων και ανακάμψεων στον οικονομικό κύκλο. Οι υφέσεις είναι πολύ βαθύτερες και οι ανακάμψεις έχουν περισσότερο ασθενικό και επιφανειακό χαρακτήρα. Αυτό το γεγονός με τη σειρά του, οδήγησε σε πρωτοφανή πολιτική αστάθεια κατά το μεγαλύτερο μέρος της δεκαετίας του 1970 και στις αρχές της δεκαετίας του 1980.
Γιατί η περίοδος της δεκαετίας του 1970 – (με τις επαναστατικές εξεγέρσεις)- ήταν τόσο διαφορετική από ολόκληρη τη δεκαετία του 1990, όπου ο καπιταλισμός, ιδίως μετά την κατάρρευση του Σταλινισμού, φαίνεται να πήρε νέα παράταση ζωής; Η οικονομική άνθιση της δεκαετίας του 1980, επιμηκύνθηκε τεχνητά από τις εξοπλιστικές δαπάνες των ΗΠΑ και την πτώση της τιμής των πρώτων υλών σε παγκόσμιο επίπεδο. Η "τεχνητή γόμωση" μετά το χρηματιστηριακό κραχ του 1987, λειτούργησε παρατείνοντας και επιμηκύνοντας την οικονομική άνθηση, η οποία κράτησε μέχρι το 1990. Αυτή η άνθηση δημιούργησε ψευδαισθήσεις για τον καπιταλισμό, ενίσχυσε τις κυβερνήσεις που ήταν στην εξουσία και δημιούργησε την υλική βάση για μια δραματική στροφή προς τα δεξιά των μαζικών εργατικών οργανώσεων. Για να θυμηθούμε το Λένιν "η πολιτική είναι συμπυκνωμένη οικονομία."
Η νέα ύφεση του 1990-92, πήρε τη θέση της ασθενικής ανάκαμψης η οποία κινδύνευσε να ξεθυμάνει, καθώς όλες οι μεγάλες οικονομικές δυνάμεις μπήκαν σε μια φάση γενικής επιβράδυνσης. Αυτό το γεγονός έφερε σοβαρές πολιτικές επιπτώσεις, σε συνδυασμό με την έλλειψη οποιασδήποτε αίσθησης "ευδαιμονίας" και την πρωτόγνωρη απογοήτευση από τις υπάρχουσες κυβερνήσεις.
Η οικονομική άνθηση της δεκαετίας του 1980 δημιούργησε ψευδαισθήσεις (για άλλη μια φορά) πως ο καπιταλισμός έχει ξεπεράσει τα προβλήματά του και έχει μπει σε μια νέα φάση ζωντάνιας. Σύμφωνα με τους αστούς οικονομολόγους, ο καπιταλισμός ήταν πλέον σε θέση να αποφύγει μια νέα ύφεση, να απολαμβάνει μια "κατάσταση ομαλής προσγείωσης" και είμαστε μάρτυρες όπως έλεγαν της επαναφοράς μιας διαρκούς οικονομικής ανάπτυξης. Αυτή ήταν η γενική εντύπωση... πριν τη νέα κρίση του 1990-92.
Οικονομικοί αναλυτές που κάνουν τέτοιου είδους προβλέψεις, δεν έχουν ιδέα για το πώς πραγματικά λειτουργεί ο καπιταλισμός. Σύμφωνα ακόμη και με τους Financial Times. «Παρ’ όλες τις πηγές και τους πανίσχυρους υπολογιστές τους, οι οικονομικοί αναλυτές γνωρίζουν ελάχιστα σχετικά με αυτά που προβλέπουν... (είναι) ανίκανοι να αναγνωρίσουν τις δομικές αλλαγές στην οικονομία" (29/10/95). Σπάνια, αν όχι ποτέ, αποδεικνύονται σωστοί και διατηρούν τη δουλειά τους "όπως ακριβώς οι αστρολόγοι και οι κομπογιαννίτες γιατροί παραμένουν στη δουλειά". Μια παρόμοια άποψη εκφράστηκε από τον Samuel Brittan ξανά στους Financial Times (2/10/95) σε ένα άρθρο με τίτλο "Ο Κόσμος Χωρίς Γυάλινες Σφαίρες", που γράφει ότι "οι αναλυτές του ΔΝΤ δεν γνωρίζουν τίποτε περισσότερο από όλους εμάς τους υπόλοιπους".
Ο Μαρξισμός επιχειρεί να κατανοήσει τις υπόγειες διεργασίες που συντελούνται στην κοινωνία, την πολιτική και την οικονομία. Αυτό μας καθιστά ικανούς να κατανοούμε τις γενικές εξελίξεις των μελλοντικών γεγονότων. Μια ποιοτικά καινούρια περίοδος κρίσης έχει ανοίξει για τον παγκόσμιο καπιταλισμό. Η επέκταση του παγκόσμιου εμπορίου, αν και έχει μειωθεί σε ρυθμούς σε σύγκριση με τη δεκαετία του 1950, δεν έχει πλέον την ίδια επίδραση στο σύστημα. Αντανακλά το αδιέξοδο του καπιταλισμού. Όμως, η αγριότητα της κρίσης μόλις τώρα αρχίζει να γίνεται κατανοητή από τους ανθρώπους.
Η ανθρώπινη συνείδηση έχει πάντα την τάση να βρίσκεται πίσω από τις αντικειμενικές συνθήκες. Αλλά σε μια συγκεκριμένη στιγμή, καλύπτει την απόσταση αυτή με ένα τεράστιο άλμα. Βρισκόμαστε σε μια περίοδο απότομων και ξαφνικών αλλαγών στην αντικειμενική κατάσταση, που αναπόφευκτα θα αντανακλαστεί σε όλες τις τάξεις της κοινωνίας. Όπως έχει εξηγήσει ο Τρότσκι, δεν είναι οι ανάκαμψη ή η ύφεση που μεταβάλλουν τη συνείδηση των μαζών, αλλά η κίνηση από την ανάκαμψη προς την ύφεση και το αντίστροφο. Αυτή η γρήγορη αλλαγή των οικονομικών συνθηκών χαρακτηρίζει τη σημερινή ασταθή περίοδο της καπιταλιστικής ανάπτυξης.
ΛΕΟΝ ΤΡΟΤΣΚΙ: Η ΚΑΜΠΥΛΗ ΤΗΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ (1923)
Προλογίζοντας το έργο του Μαρξ "Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία", ο Ένγκελς έγραψε:
"Αξιολογώντας τα γεγονότα και τις ακολουθίες τους στην καθημερινή ιστορία, δεν θα είναι ποτέ δυνατόν σε κανένα να φτάσει πίσω στις τελικές οικονομικές αιτίες. Ακόμη και σήμερα, που οι εξειδικευμένες τεχνικές της τυπογραφίας μας παρέχουν τόσο πλούσιο υλικό, ακόμη και στην ίδια την Αγγλία παραμένει αδύνατο να παρακολουθήσει κανείς την καθημερινή κίνηση της βιομηχανίας και του εμπορίου στην παγκόσμια αγορά, και τις αλλαγές που συμβαίνουν στις μεθόδους παραγωγής, με ένα τέτοιο τρόπο ώστε να είναι σε θέση να βγάλει το γενικό συμπέρασμα, σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή, από αυτούς τους πολύπλοκους και συνεχώς μεταβαλλόμενους παράγοντες. Από αυτούς τους παράγοντες, οι πιο σημαντικοί, λειτουργούν γενικά σε συμφωνία για μεγάλο χρονικό διάστημα και εν κρυπτώ προτού βγουν στην επιφάνεια ξαφνικά και βίαια.
“Μια λεπτομερής διερεύνηση της οικονομικής ιστορίας μιας δεδομένης περιόδου ποτέ δε μπορεί να είναι σύγχρονη. Μπορεί να γίνει μόνο σε μια επόμενη φάση, αφού πρώτα έχουν συλλεχθεί και εξεταστεί όλα τα στοιχεία για τα γεγονότα που έχουν συμβεί. Η στατιστική είναι εδώ ένα αναγκαίο βοήθημα, αλλά πάντα έρχεται καθυστερημένη. Για το λόγο αυτό, είναι απαραίτητη στην παρούσα ιστορική περίοδο, μόνο για να μελετήσει τον πιο αποφασιστικής σημασίας παράγοντα σαν μια σταθερά, να μελετήσει την οικονομική κατάσταση που υπήρχε στην αρχή της υπό μελέτη περιόδου σαν δεδομένη και αμετάβλητη για ολόκληρη την περίοδο, ή αλλιώς να υπογραμμίσει εκείνες τις αλλαγές στη δεδομένη κατάσταση, όπως αυτές προβάλουν ξεκάθαρα μπροστά μας από τα γεγονότα, και όπως, κατά συνέπεια, μπορούν παρόμοια να ειδωθούν καθαρά.
«Ως εκ τούτου, η υλιστική μέθοδος πρέπει συχνά να περιορίζει το ρόλο της στην ανίχνευση των πολιτικών συγκρούσεων πίσω από την πάλη μεταξύ των συμφερόντων των κοινωνικών τάξεων και των στρωμάτων των τάξεων που εμπλέκονται σαν αποτέλεσμα της οικονομικής ανάπτυξης και να δείξει τα συγκεκριμένα κόμματα σαν περισσότερο ή λιγότερο ικανοποιητικούς πολιτικούς εκφραστές αυτών των ίδιων τάξεων και των στρωμάτων των τάξεων. Είναι εμφανές ότι αυτή η αναπόφευκτη άγνοια των ταυτόχρονων αλλαγών στην οικονομική κατάσταση, της ίδιας της βάσης όλων των υπό διερεύνηση εξελισσόμενων καταστάσεων, πρέπει να είναι μια πηγή λαθών.»
Οι ιδέες αυτές που σχηματοποιήθηκαν από τον Ένγκελς λίγο πριν το θάνατό του, δεν αναπτύχθηκαν παραπέρα από κανένα άλλο. Σύμφωνα με όσα θυμάμαι, σπάνια γίνεται έστω και μια αναφορά σε αυτές, πολύ σπανιότερα από όσο θα έπρεπε. Ακόμη περισσότερο, το νόημα τους φαίνεται να έχει διαφύγει από πολλούς Μαρξιστές. Η εξήγηση για το γεγονός αυτό, μπορεί να βρεθεί άλλη μια φορά στις αιτίες που υποδείχθηκαν από τον Ένγκελς, οι οποίες αμβλύνουν κάθε είδους τετελεσμένης οικονομικής ερμηνείας της σύγχρονης ιστορικής περιόδου.
Ο προσδιορισμός των υπόγειων διεργασιών και ωθήσεων που η οικονομία μεταδίδει στην πολιτική, είναι ένας πολύ δύσκολος στόχος, που δεν μπορεί να κατακτηθεί ολοκληρωτικά. Όμως, η ερμηνεία των πολιτικών φαινομένων δεν μπορεί να αναβληθεί, λόγου του ότι η μάχη δεν μπορεί να περιμένει. Από αυτό απορρέει η αναγκαιότητα να καταφεύγουμε για την καθημερινή πολιτική δράση σε ερμηνείες που είναι τόσο γενικές, και οι οποίες μέσα από την μακροχρόνια χρήση τους μετατρέπονται σε αυταπόδεικτες αλήθειες.
Όσο η πολιτική θα συνεχίζει να εξελίσσεται με τις ίδιες μορφές, μέσα από τις ίδιες Τράπεζες, και σχεδόν με την ίδια ταχύτητα, δηλαδή όσο η συσσώρευση της οικονομικής ποσότητας δεν έχει μετατραπεί σε πολιτική ποιότητα, αυτός ο τύπος των γενικευμένων διακηρύξεων "τα συμφέροντα των αστών", “ο ιμπεριαλισμός", "ο φασισμός" εξυπηρετούν ακόμα λίγο η πολύ το σκοπό τους: να μην ερμηνεύουν ένα πολιτικό γεγονός πλήρως και λεπτομερώς, αλλά να το ανάγουν σε ένα οικείο κοινωνικό τύπο, ο οποίος είναι, φυσικά, πραγματικά ανεκτίμητης σημασίας.
Αλλά όταν παρατηρείται μια σοβαρή αλλαγή στην κατάσταση (και τις περισσότερες φορές παρατηρείται μια απότομη αλλαγή) αυτές οι γενικές ερμηνείες αποκαλύπτουν την πλήρη ανεπάρκειά τους και μετατρέπονται ολοκληρωτικά σε κοινοτοπίες χωρίς περιεχόμενο. Σε τέτοιες περιπτώσεις είναι εντελώς αναγκαίο να εξετάσουμε την κατάσταση αναλυτικά, πολύ βαθύτερα, με σκοπό να καθορίσουμε την ποιοτική πλευρά, και αν είναι δυνατό, να μετρήσουμε επίσης ποσοτικά τις επιδράσεις της οικονομίας στην πολιτική. Αυτές οι "επιδράσεις" αντιπροσωπεύουν τη διαλεκτική μορφή των "στόχων" που προέρχονται από το δυναμικό υπόβαθρο και υποβάλλονται για λύση στην σφαίρα του εποικοδομήματος. Οι ταλαντώσεις του οικονομικού εκκρεμούς (άνθηση, ύφεση, κρίση) σηματοδοτούν, όλες μαζί και η κάθε μία χωριστά, περιοδικές επιδράσεις που δημιουργούν άλλοτε ποσοτικές και άλλοτε ποιοτικές αλλαγές, καθώς και νέους σχηματισμούς στο πεδίο της πολιτικής.
Τα οφέλη της άρχουσας τάξης, ο κρατικός προϋπολογισμός, τα ημερομίσθια, η ανεργία, το εξαγωγικό εμπόριο κ.λπ., είναι στενά συνδεδεμένα με το οικονομικό εκκρεμές και με τη σειρά τους ασκούν την πιο άμεση επίδραση στην πολιτική. Αυτό το γεγονός από μόνο του είναι αρκετό για να κάνει κάποιο να καταλάβει πόσο σημαντικό και ωφέλιμο είναι να παρακολουθούμε βήμα προς βήμα την ιστορία των πολιτικών κομμάτων, των κρατικών οργανισμών κ.λπ. σε σχέση με τους κύκλους της καπιταλιστικής ανάπτυξης.
Αυτό σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ισχυριζόμαστε ότι αυτοί οι κύκλοι μπορούν να εξηγήσουν τα πάντα. Κάτι τέτοιο αποκλείεται, μόνο και μόνο επειδή αυτοί οι κύκλοι από μόνοι τους δεν είναι θεμελιώδεις, αλλά παράγωγα οικονομικά φαινόμενα. Ξεδιπλώνονται στη βάση της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων έχοντας σα μέσο τις σχέσεις της αγοράς. Όμως οι κύκλοι εξηγούν πολλά πράγματα, καθώς σχηματίζουν μέσω της αυτόματης ταλάντωσης, ένα αναπόφευκτο διαλεκτικό ελατήριο στο μηχανισμό της καπιταλιστικής κοινωνίας. Το σημείο καμπής του εμπορικο-βιομηχανικού εκκρεμούς μας φέρνει πλησιέστερα στα κρίσιμα κομβικά σημεία του ιστού της ανάπτυξης των πολιτικών τάσεων, της νομοθεσίας και κάθε μορφής ιδεολογίας.
Οι Κύκλοι
Όμως ο καπιταλισμός δεν χαρακτηρίζεται μόνο από την περιοδική επανεμφάνιση των κύκλων, αλλιώς αυτό που θα συνέβαινε θα ήταν μια πολύπλοκη επανάληψη και όχι μια δυναμική εξέλιξη. Οι εμποροβιομηχανικοί κύκλοι έχουν διαφορετικό χαρακτήρα σε διαφορετικές περιόδους. Η κυρίαρχη διαφορά μεταξύ τους καθορίζεται από τις ποσοτικές αλληλεξαρτήσεις, μεταξύ των κρίσεων και των περιόδων άνθησης σε κάθε συγκεκριμένο κύκλο. Αν η άνθηση επανέλθει με ένα πλεόνασμα από την καταστροφή ή από τη στενότητα που υπήρξε κατά τη διάρκεια της προηγούμενης κρίσης, τότε η καπιταλιστική ανάπτυξη κινείται ανοδικά. Αν η κρίση, η οποία σηματοδοτεί καταστροφή ή σε κάθε περίπτωση στενότητα στις παραγωγικές δυνάμεις, ξεπερνά σε ένταση την επερχόμενη άνθηση, τότε έχουμε σαν αποτέλεσμα μια πτώση στην οικονομία. Τέλος, αν οι εντάσεις των κρίσεων και των ανθήσεων προσεγγίζουν η μία την άλλη, τότε το αποτέλεσμα είναι μια προσωρινή και στάσιμη ισορροπία στην οικονομία. Αυτό είναι σε γενικές γραμμές το σχήμα.
Στην ιστορία παρατηρούμε ότι οι ομογενείς κύκλοι ομαδοποιούνται σε σειρές. Υπάρχουν ολόκληρες εποχές καπιταλιστικής ανάπτυξης όπου ένας αριθμός κύκλων χαρακτηρίζεται από απότομες ανθήσεις και από ασθενικές βραχυχρόνιες κρίσεις. Σαν αποτέλεσμα έχουμε μια απότομα ανοδική κίνηση της βασικής καμπύλης της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Υπάρχουν εποχές στασιμότητας όταν η καμπύλη αυτή, ενώ περνά μέσα από σχεδόν κυκλικές ταλαντώσεις, παραμένει στο ίδιο σχεδόν επίπεδο για δεκαετίες. Και τελικά, κατά τη διάρκεια συγκεκριμένων ιστορικών περιόδων, η βασική καμπύλη, ενώ περνά όπως πάντα μέσα από κυκλικές ταλαντώσεις, βυθίζεται προς τα κάτω συνολικά, σηματοδοτώντας την παρακμή των παραγωγικών δυνάμεων.
Είναι ήδη δυνατόν να θέσουμε ένα a priori αξίωμα, ότι οι εποχές της ενεργητικής καπιταλιστικής ανάπτυξης πρέπει να έχουν χαρακτηριστικά γνωρίσματα στην πολιτική, τη νομοθεσία, τη φιλοσοφία, στη ποίηση, εντελώς διαφορετικά από αυτά των εποχών της στασιμότητας ή της καθοδικής πορείας της οικονομίας. Ακόμη περισσότερο, μια μετάβαση από μια εποχή αυτού του είδους σε μια διαφορετική, πρέπει φυσικά να δημιουργεί τις μεγαλύτερες αναταραχές στις σχέσεις μεταξύ των τάξεων και μεταξύ των κρατών. Στο Τρίτο Διεθνές Συνέδριο της Κομιντέρν έπρεπε να τονίσουμε αυτό το σημείο, στην πάλη ενάντια στην καθαρά μηχανιστική αντίληψη της καπιταλιστικής αποσύνθεσης που τώρα βρίσκεται σε πλήρη ανάπτυξη. Αν οι περιοδικές αντικαταστάσεις των "κανονικών" ανθήσεων από τις "κανονικές" κρίσεις βρίσκουν την αντανάκλαση τους σε όλες τις σφαίρες της κοινωνικής ζωής, τότε μια μετάβαση από μια εποχή ολοκληρωτικής άνθισης σε μια εποχή παρακμής, η αντίστροφα, εγκυμονεί τις μεγαλύτερες ιστορικές αναταράξεις. Και δεν είναι δύσκολο να δείξουμε ότι, σε πολλές περιπτώσεις ξέσπασαν επαναστάσεις και πόλεμοι ακριβώς στην οριακή γραμμή μεταξύ δύο διαφορετικών εποχών οικονομικής ανάπτυξης, δηλαδή στην τομή δύο διαφορετικών τμημάτων της καπιταλιστικής καμπύλης. Το να αναλύσουμε ολόκληρη τη σύγχρονη ιστορία από αυτή τη σκοπιά, είναι στα αλήθεια ένας από τους πιο ευχάριστους στόχους του διαλεκτικού υλισμού.
Mετά το Τρίτο Διεθνές Συνέδριο της Κομιτέρν, ο Καθηγητής Kondratiev προσέγγισε αυτό το πρόβλημα -όπως συνήθως αποφεύγοντας επιμελώς τη διατύπωση του ζητήματος όπως υιοθετήθηκε από το ίδιο το συνέδριο- και προσπάθησε να τοποθετήσει δίπλα στην αντίληψη του "μικρού κύκλου", ο οποίος καλύπτει μια περίοδο δέκα ετών, την αντίληψη του "μεγάλου κύκλου", που διαρκεί περίπου πενήντα χρόνια.
Η Δομή
Σύμφωνα με αυτή τη συμμετρικά σχεδιασμένη δομή, ένας μεγάλος οικονομικός κύκλος αποτελείται περίπου από πέντε μικρούς κύκλους, και επιπλέον, οι μισοί από αυτούς έχουν τον χαρακτήρα της άνθησης και οι άλλοι μισοί της κρίσης, με όλα τα αναγκαία μεταβατικά στάδια. Ο στατιστικός καθορισμός των μεγάλων κύκλων που προτάθηκαν από τον καθηγητή Kondratiev θα έπρεπε να τύχει προσεκτικής εξέτασης και όχι εύκολης αποδοχής, σε σχέση τόσο με περιπτώσεις ξεχωριστών χωρών, όσο και της παγκόσμιας αγοράς σαν ένα σύνολο. Είναι ήδη δυνατόν να αντικρούσουμε εκ των προτέρων την προσπάθεια του καθηγητή Kondratiev να εφεύρει εποχές που τις ονομάζει μεγάλους κύκλους με τον ίδιο "αυστηρά θεμιτό ρυθμό" που παρατηρείται στους μικρούς κύκλους. Είναι μια εντελώς λαθεμένη γενίκευση από μια τυπική αναλογία. Η περιοδική επανεμφάνιση των μικρών κύκλων καθορίζεται από το εσωτερικό δυναμικό των καπιταλιστικών δυνάμεων και εμφανίζεται πάντα και παντού από τη στιγμή που γεννιέται η αγορά.
Σε ότι αφορά τα μεγάλα τμήματα της καμπύλης της καπιταλιστικής ανάπτυξης (πενήντα χρόνια), τα οποία ο καθηγητής Kondratiev αδικαιολόγητα προτείνει να καθοριστούν επίσης σαν κύκλοι, ο χαρακτήρας τους και η διάρκειά τους δεν καθορίζονται από την εσωτερική αλληλεπίδραση των καπιταλιστικών δυνάμεων αλλά από εκείνες τις εξωτερικές συνθήκες που μέσα από τα κανάλια τους κινείται η καπιταλιστική ανάπτυξη. Η κατάκτηση από τον καπιταλισμό νέων χωρών και ηπείρων, η ανακάλυψη νέων φυσικών πόρων και ακριβώς μετά από αυτά, εκείνα τα μεγάλα γεγονότα του "εποικοδομήματος", όπως οι πόλεμοι και οι επαναστάσεις, καθορίζουν το χαρακτήρα και την αντικατάσταση των ανοδικών, στάσιμων και καθοδικών περιόδων της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Αλλά πάνω σε ποιο μονοπάτι θα πρέπει να γίνει αυτή η διερεύνηση;
Το πρώτο μέρος του σκοπού μας είναι ο καθορισμός της καμπύλης της καπιταλιστικής ανάπτυξης στις μη περιοδικές (βασικές) και στις περιοδικές (δευτερεύουσες) φάσεις της, και στις διάφορες χώρες των σημείων κρούσης, σε σχέση με τα δικά μας ενδιαφέροντα και σε σχέση με ολόκληρη την παγκόσμια αγορά. Από την στιγμή που θα έχουμε την πλήρη καμπύλη (η μέθοδος καθορισμού της είναι, φυσικά, ένα ειδικό ζήτημα, που σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να χαρακτηριστεί απλό, αλλά ανήκει στο πεδίο των οικονομικο-στατιστικών τεχνικών), μπορούμε να τη χωρίσουμε σε περιόδους, ανάλογα με τη γωνία ανόδου ή καθόδου σε σχέση με τον άξονα πάνω σε ένα διάγραμμα. Με τον τρόπο αυτό μπορούμε να έχουμε ένα γραφικό σχήμα της οικονομικής ανάπτυξης, δηλαδή το χαρακτηρισμό της "πραγματικής βάσης όλων των εξελισσόμενων διαδικασιών που υπόκεινται σε εξέταση" (Ένγκελς).
Ανάλογα με την ακρίβεια και τη λεπτομέρεια της μελέτης μας, μπορούμε να δημιουργήσουμε μια σειρά από τέτοια γραφήματα: για τη γεωργική παραγωγή, για τη βαριά βιομηχανία κ.λπ. Χρησιμοποιώντας το γράφημα αυτό σα σημείο εκκίνησης, πρέπει στη συνέχεια να το συγχρονίσουμε με τα πολιτικά γεγονότα (με την πιο πλατειά έννοια του όρου) και μπορούμε μετά να ψάξουμε, όχι μόνο για την είδηση - ή για να το πούμε πιο προσεκτικά, για την αλληλεπίδραση μεταξύ των ευκρινώς σκιαγραφημένων εποχών της κοινωνικής ζωής και των απότομα εκφραζόμενων τμημάτων της καπιταλιστικής ανάπτυξης - αλλά επίσης και για εκείνες τις υπόγειες ωθητικές δυνάμεις που απελευθερώνουν τα γεγονότα.
Σε αυτή τη διαδρομή φυσικά δεν είναι καθόλου δύσκολο να πέσουμε στην πιο χυδαία σχηματοποίηση και, πάνω από όλα, να αγνοήσουμε τη δυναμική εσωτερική αντίδραση και ακολουθία των ιδεολογικών διαδικασιών, να ξεχάσουμε δηλαδή το γεγονός ότι η οικονομία είναι αποφασιστική μόνο σε τελική ανάλυση. Δεν έχουμε άλλωστε έλλειψη λαθεμένων συμπερασμάτων που έχουν βγει με τη Μαρξιστική μέθοδο! Αλλά η άρνηση εξ’ αιτίας του γεγονότος αυτού, της διατύπωσης του ζητήματος με τον τρόπο που περιγράφεται παραπάνω, ("μυρίζει οικονομίστικη λογική") είναι η απόδειξη πλήρους ανικανότητας κατανόησης της ουσίας του Μαρξισμού, ο οποίος αναζητά τις αιτίες των αλλαγών του κοινωνικού εποικοδομήματος στις αλλαγές στα οικονομικά θεμέλια και πουθενά αλλού.
Οικονομισμός
Με τον κίνδυνο να αντιμετωπίσουμε τη θεωρητική οργή των πολέμιων του "οικονομισμού" (και εν μέρει με σκοπό να προκαλέσουμε την οργή τους) παρουσιάζουμε ένα σχηματικό γράφημα που απεικονίζει αυθαίρετα μια καμπύλη καπιταλιστικής ανάπτυξης για μια περίοδο 90 ετών, σύμφωνα με όσα έχουν γραφτεί παραπάνω. Η γενική κατεύθυνση της βασικής καμπύλης καθορίζεται από το χαρακτήρα των επιμέρους συμπεριλαμβανομένων καμπυλών από τις οποίες αποτελείται. Στο σχήμα αυτό διακρίνονται ξεκάθαρα τρεις περίοδοι: είκοσι χρόνια μικρής βαθμιαίας καπιταλιστικής ανάπτυξης (τμήμα Α-Β), σαράντα χρόνια ενεργητικής ανόδου (τμήμα Β-Δ), και τριάντα χρόνια παρατεταμένης κρίσης και παρακμής (τμήμα Ε-). Αν εισάγουμε σε αυτό το διάγραμμα τα πιο σημαντικά ιστορικά γεγονότα της αντίστοιχης περιόδου, τότε η σχηματική αντιπαράθεση των κυρίαρχων πολιτικών γεγονότων με τις μεταβολές της καμπύλης είναι από μόνη της αρκετή να μας δώσει μια ιδέα των ανεκτίμητων σημείων εκκίνησης των ερευνών του ιστορικού υλισμού.
Ο παραλληλισμός των πολιτικών γεγονότων και των οικονομικών μεταβολών είναι φυσικά πολύ σχετικός. Σα γενικός κανόνας, το "εποικοδόμημα" καταχωρεί και αντανακλά νέους σχηματισμούς στην οικονομική σφαίρα μόνο μετά από αξιοσημείωτη καθυστέρηση. Όμως αυτός ο κανόνας πρέπει να εξεταστεί διεξοδικά μέσα από συγκεκριμένες έρευνες εκείνων των πολύπλοκων αλληλοεπιδράσεων, τους οποίους παρουσιάζουμε εδώ σε γραφική απεικόνιση.
Στην τελευταία αναφορά του Τρίτου Διεθνούς Συνεδρίου, παρουσιάσαμε την άποψή μας με συγκεκριμένα ιστορικά παραδείγματα από την εποχή της επανάστασης του 1848, την εποχή της πρώτης Ρώσικης Επανάστασης (1905) και της περιόδου που βρισκόμαστε σήμερα (1920-21). Παραπέμπουμε τον αναγνώστη σε αυτά τα παραδείγματα. Δεν παρέχουν κάτι το τελειωτικό αλλά, χαρακτηρίζουν αρκετά ικανοποιητικά την εξαιρετικής σημασίας σπουδαιότητα της προσέγγισης που κάνουμε εμείς, πάνω από όλα για την κατανόηση των πιο κρίσιμων αλμάτων της ιστορίας: των πολέμων και των επαναστάσεων. Αν σε αυτή τη μελέτη χρησιμοποιούμε μια καθαρά αυθαίρετη γραφική απεικόνιση, χωρίς να επιχειρούμε να πάρουμε σα βάση οποιαδήποτε πραγματική περίοδο, το κάνουμε για τον απλό λόγο ότι οποιαδήποτε προσπάθεια τέτοιου είδους, θα έμοιαζε πάρα πολύ με μια απερίσκεπτη προσδοκία εκείνων των αποτελεσμάτων που απορρέουν από μια πολύπλοκη και επίπονη διερεύνηση η οποία απομένει να γίνει.
Προς το παρόν, είναι βέβαια ακόμα αδύνατο να προβλέψουμε με ακρίβεια ποια κομμάτια του πεδίου της ιστορίας θα διαφωτιστούν και πόσο ακριβώς φως θα ριχτεί από την υλιστική διερεύνηση, η οποία θα προχωρήσει από μια συγκεκριμένη μελέτη της καπιταλιστικής καμπύλης και της αλληλεπίδρασης με τα υπόλοιπα γεγονότα της κοινωνικής ζωής. Τα οφέλη που μπορεί να αποκτηθούν από το δρόμο αυτό, μπορούν να καθοριστούν μόνο από τα αποτελέσματα της ίδιας αυτής της μελέτης, η οποία θα πρέπει να είναι περισσότερο συστηματική, περισσότερο ακριβής και πλήρης από τις ιστορικές υλιστικές διαδρομές που λαμβάνονται υπόψη εδώ.
Σε κάθε περίπτωση, μια τέτοια προσέγγιση της σύγχρονης ιστορίας υπόσχεται να εμπλουτίσει τη θεωρία του ιστορικού υλισμού με κατακτήσεις πολύ πιο πολύτιμες από τις εξαιρετικά αβέβαιες υποθετικές ταχυδακτυλουργίες που γράφονται με την πένα κάποιων δικών μας μαρξιστών όπου υποτίθεται χρησιμοποίησαν τις αντιλήψεις και την ορολογία της διαλεκτικής μεθόδου, που έχουν μεταφέρει τις μεθόδους του φορμαλισμού στο πεδίο της υλιστικής διαλεκτικής, και έχουν οδηγήσει στην υποβάθμιση του σκοπού, σε απόδοση ορισμών και σε πιο ακριβείς ταξινομήσεις μέσα από τον τεμαχισμό κενών αφαιρέσεων σε τέσσερα ισότιμα κενά μέρη. Έχουν, με λίγα λόγια, ενηλικιώσει το Μαρξισμό με την έννοια των χυδαίων κομψών ιδιομορφιών των επιγόνων του Καντ.;;;
Εργαλείο
Είναι πράγματι ανόητο να ακονίζουμε ατελείωτα, ξανά και ξανά, ένα εργαλείο, φθείροντας το Μαρξιστικό ατσάλι, όταν ο σκοπός είναι να χρησιμοποιήσουμε αυτό το εργαλείο για την επεξεργασία της πρώτης ύλης. Κατά τη γνώμη μας, αυτό το θέμα θα μπορούσε να μας παρέχει το υποκειμενικό μέσο για την πιο αποδοτική δουλειά στα Μαρξιστικά σεμινάρια του Ιστορικού Υλισμού. Οι ανεξάρτητες έρευνες σε αυτό το ζήτημα θα έριχναν χωρίς αμφιβολία νέο φως ή τουλάχιστον περισσότερο φως, σε μεμονωμένα ιστορικά γεγονότα και ολόκληρες εποχές. Τελικά, η ίδια η μορφή σκέψης με όρους των παραπάνω κατηγοριών, θα μπορούσε να διευκολύνει πολύ τον πολιτικό προσανατολισμό στη σημερινή εποχή, η οποία είναι μια εποχή που αποκαλύπτει πιο ανοικτά από οποιαδήποτε άλλη στο παρελθόν, τη σύνδεση μεταξύ της καπιταλιστικής οικονομίας, η οποία βρίσκεται στην κορύφωση του κορεσμού, και της καπιταλιστικής πολιτικής, η οποία έχει γίνει εντελώς αχαλίνωτη.
Είχα εδώ και καιρό υποσχεθεί να αναπτύξω αυτό το θέμα για τη Vestnik Sotsialistichekoi Akademi. Μέχρι τώρα δεν μπόρεσα να κρατήσω την υπόσχεσή μου εξ’ αιτίας των περιστάσεων. Δεν είμαι σίγουρος ότι θα μπορέσω να την εκπληρώσω στο άμεσο μέλλον. Για το λόγο αυτό ανάγκασα τον εαυτό μου να γράψει αυτό το άρθρο.
Απρίλης 1923
9/16/2008
Στάλιν εναντίον Μαρξ
| Γράφει ο/η Ted Grant | |
| 05.08.08 | |
|
Πώς ο Στάλιν παραχάραξε τη μαρξιστική διδασκαλία για το κράτος
Αυτό το άρθρο δημοσιεύθηκε τον Φεβρουάριο του 1946 στη μαρξιστική εφημερίδα «Socialist appeal» Μία αξιοσημείωτη ομιλία εκφωνήθηκε απ’ τον Γκριγκόρι Αλεξαντρώφ στην εκδήλωση για τη μνήμη του Λένιν που διοργανώθηκε στη Μόσχα. Ο Αλεξαντρώφ είναι επικεφαλής του Τμήματος Προπαγάνδας της Κεντρικής Επιτροπής του Ρωσικού Κομμουνιστικού (Σταλινικού) Κόμματος. Παρούσα στην εκδήλωση ήταν όλη η ελίτ της γραφειοκρατίας και όλα τα μέλη του Πολιτικού Γραφείου. Στην ομιλία αυτή διακηρύχτηκε ανοιχτά η αναθεώρηση της θεμελιώδους άποψης του Μαρξισμού - Λενινισμού για το κράτος. Η ομιλία του Αλεξαντρώφ
Το βασικότερο απόσπασμα της ομιλίας ήταν το εξής : «Οι θεωρίες που αναπτύχθηκαν απ’ τον Μαρξ στα μέσα του 19ου αι. δεν θα μπορούσαν να γίνουν δεκτές απαράλλαχτες απ’ τον Λένιν. Ο Λένιν ανέπτυξε την ιδέα ότι οι Μαρξιστές δεν θα μπορούσαν να εκλάβουν τη θεωρία του Μαρξ σαν απαραβίαστη και ότι αυτή η θεωρία πρέπει να απορροφά συνεχώς τη νέα εμπειρία της Ιστορίας και να ασκεί μια μετασχηματιστική επιρροή στην ανάπτυξη της κοινωνίας. Προέβλεψε με ακρίβεια ότι οι αντιδραστικές δυνάμεις στο εξωτερικό θα προσπαθούσαν να καταστρέψουν τη Σοσιαλιστική Σοβιετική Ένωση. Η εγκαθίδρυση μιας δυνατής κι αναπτυσσόμενης Σοσιαλιστικής χώρας έγινε δυνατή μόνο επειδή η θεωρία του χτισίματος μιας Σοσιαλιστικής κοινωνίας σε μία μόνο χώρα τέθηκε σ’ εφαρμογή. Υπήρχαν δύο όψεις σ’ αυτήν την πολιτική. Υπήρχαν εσωτερικά εμπόδια για ν’ απομακρυνθούν και κίνδυνοι απ’ το εξωτερικό για ν’ αντιμετωπιστούν. Σήμερα δεν υπάρχει καμία δύναμη μέσα στη Σοβιετική Ένωση ικανή να αποτρέψει την περαιτέρω ανάπτυξη του Σοσιαλισμού και τη σταδιακή του μετάβαση στον Κομμουνισμό. Η επαγρύπνηση ενάντια σε κάθε εξωτερική επέμβαση επέβαλλε την απόρριψη της Μαρξιστικής θεωρίας της απονέκρωσης του κράτους, που ήταν βασισμένη στην υπόθεση του διεθνούς σοσιαλισμού και την υιοθέτηση της θεωρίας του χτισίματος ενός δυνατού Κράτους, με ισχυρό στρατό και τη δικιά του στρατιωτική επιστήμη, ικανή να νικήσει στον πόλεμο και να επιτύχει τη στρατιωτική και διπλωματική εδραίωση της νίκης.» Εδώ, σε μια ολοκληρωμένη μορφή, έχουμε τον εκχυδαϊσμό των ιδεών του Μαρξισμού, που ο Λένιν τον πολεμούσε σε όλη του τη ζωή. Η προσπάθεια να διασύρουν τον Λένιν, εμφανίζοντάς τον ως αντίπαλο του Καρλ Μαρξ, αποτελεί μέγιστη δυσφήμιση της μνήμης του ορθόδοξου αυτού μαρξιστή. Ο Λένιν πολέμησε ολόκληρη τη ζωή του ενάντια στη στενόμυαλη, εθνικιστική επινόηση του «Σοσιαλισμού σε μία χώρα». Η προηγούμενη θέση του Στάλιν
Ο ίδιος ο Στάλιν έγραφε το 1924 στο βιβλίο του οι «Βάσεις του Λενινισμού» τα ακόλουθα, λίγο πριν υποστηρίξει ακριβώς τα αντίθετα: «Μπορούμε να επιτύχουμε και να εξασφαλίσουμε την αποφασιστική νίκη του Σοσιαλισμού σε μία χώρα χωρίς τις συνδυασμένες προσπάθειες των προλετάριων μερικών ανεπτυγμένων χωρών; Σίγουρα όχι. Οι προσπάθειες μιας μόνο χώρας είναι αρκετές για ν’ ανατρέψουν την αστική τάξη: αυτό είναι που αποδεικνύει η ιστορία της επανάστασής μας. Αλλά για τον βέβαιο θρίαμβο του Σοσιαλισμού, την οργάνωση της σοσιαλιστικής παραγωγής, οι προσπάθειες μιας μόνο χώρας δεν είναι αρκετές, ιδιαίτερα μιας πρωταρχικά αγροτικής χώρας όπως είναι η Ρωσία. Απαιτούνται οι προσπάθειες των προλετάριων μερικών ανεπτυγμένων χωρών. Η νικηφόρα επανάσταση σε μία χώρα λοιπόν, έχει ως βασική αποστολή ν’ αναπτύξει και να υποστηρίξει την επανάσταση σε άλλες. Έτσι, δεν θα έπρεπε να τη θεωρούμε ανεξάρτητη, αλλά βοηθητική, ένα μέσο να επισπεύσουν τη νίκη των προλετάριων σε άλλες χώρες.» Τα αποτελέσματα της θεωρίας του «σοσιαλισμού σε μια χώρα»
Η θεωρία του «Σοσιαλισμού σε μια χώρα» αποδείχτηκε λανθασμένη, εσωτερικά κι εξωτερικά. Η Κομμουνιστική Διεθνής, από όργανο της επανάστασης υποβιβάστηκε σε όργανο εξωτερικής πολιτικής της Σοβιετικής γραφειοκρατίας. Σαν αποτέλεσμα αυτού, η επανάσταση σε άλλες χώρες γνώρισε τη μια καταστροφή μετά την άλλη κι έτσι οδηγηθήκαμε αναπόφευκτα σε έναν πόλεμο ενάντια στη Σοβιετική Ένωση. Σήμερα η Κομμουνιστική Διεθνής έχει πεταχτεί στα σκουπίδια. Η πολεμική νίκη της Σοβιετικής Ένωσης δεν λύνει τα βασικά της προβλήματα. Η τακτική του Στάλιν προετοιμάζει αναπόφευκτα έναν τρίτο παγκόσμιο πόλεμο. Όλες οι προσπάθειες του Σταλινισμού να κερδίσει «στρατιωτική και διπλωματική εδραίωση» απέναντι στους «συμμάχους» του –Βρετανία και Αμερική - θα οδηγήσουν στο τέλος στην ίδια καταστροφή με τη συμφωνία Στάλιν-Χίτλερ. Όπως ο Λένιν κατέδειξε τόσο ξεκάθαρα, ο πόλεμος θα συνεχιστεί όσο υπάρχει καπιταλισμός στον κόσμο. Άρα η θεωρία του «Σοσιαλισμού σε μία χώρα», μακριά απ’ το να χτίσει σοσιαλισμό ελεύθερο από παρεμβάσεις, προετοιμάζει νέες και μεγαλύτερες καταστροφές για τη Ρωσική και την Παγκόσμια εργατική τάξη. Ο σοσιαλισμός δεν χρειάζεται κράτος
Ο Σταλινισμός δεν μπορεί να παρουσιάσει ούτε μια γραμμή από τα γραπτά του Λένιν που θα δικαιολογούσε την απόρριψη της Μαρξιστικής θεωρίας της απονέκρωσης του κράτους. Ακριβώς το αντίθετο. Το μικρό αριστούργημα του Λένιν «Κράτος κ Επανάσταση» διαψεύδει κατηγορηματικά αυτό τον ρεβιζιονισμό. Το επιχείρημα ότι ένα δυνατό κράτος είναι απαραίτητο λόγω του κινδύνου της εξωτερικής παρέμβασης, είναι απόλυτα λαθεμένο. Αν στη Σοβιετική Ένωση είχε πραγματικά επιτευχθεί ο σοσιαλισμός, δεν θα μπορούσε καν να υπάρχει ζήτημα παρέμβασης από το τμήμα του καπιταλιστικού κόσμου. Αντίθετα, οι καπιταλιστές θα ήταν αδύναμοι οικονομικά, στρατιωτικά και πολιτικά μπροστά σε μια σοσιαλιστική κοινωνία. Αυτό γιατί ο σοσιαλισμός θα επιτύγχανε τέτοια τεράστια ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, που οι μεγάλες παραγωγικές δυνατότητες της Αμερικής θα φαινόταν ανεπαρκείς σε σύγκριση με την ΕΣΣΔ. Ένα τέτοιο σύστημα, μακριά απ’ το να απαιτεί ένα τρομερά ισχυρό κράτος, όπως δίδαξε ο Λένιν, δεν θα χρειαζόταν καθόλου κράτος. Η αναγκαιότητα του κράτους δεν προκύπτει απ’ τον κίνδυνο στρατιωτικής επέμβασης, αλλά από τις ανισότητες μέσα στην κοινωνία και για να ρυθμιστούν οι ανταγωνισμοί που εγείρονται από αυτές τις ανισότητες. Ο Λένιν ονόμαζε το κράτος επιβίωση του καπιταλισμού. Μακριά από το να δουν την ανάγκη συνεχούς ενδυνάμωσης του κράτους και του στρατού, ο Μαρξ και ο Λένιν ανέπτυξαν την ιδέα της αντικατάστασης του μόνιμου στρατού απ΄ τον «ένοπλο λαό», περιφρονώντας τους οπορτουνιστές και τους Μενσεβίκους που υποστήριζαν την ανάγκη για μια στρατιωτική κάστα και μια δημόσια γραφειοκρατία που θα βρίσκονται πάνω απ’ το λαό. Ο Λένιν για το κράτος
Ο Λένιν θα ήταν έκπληκτος μπροστά σε μια τέτοια αναθεώρηση του Μαρξισμού, ακόμα και για τα πρώιμα στάδια της δικτατορίας του προλεταριάτου. Παραθέτουμε απ’ τον Λένιν: «Το προλεταριάτο χρειάζεται ένα κράτος- αυτό επαναλαμβάνεται από όλους τους οπορτουνιστές, σοσιαλσοβινιστές και καουτσκιστές, που μας βεβαιώνουν ότι αυτό είναι που δίδαξε ο Μαρξ. «Ξεχνάνε» όμως να προσθέσουν ότι, πρώτον, το προλεταριάτο, σύμφωνα με το Μαρξ, χρειάζεται μόνο ένα κράτος που απονεκρώνεται, δηλαδή οργανωμένο έτσι που ν’ αρχίζει αμέσως ν’ απονεκρώνεται και να μην μπορεί παρά να απονεκρωθεί. Δεύτερον, οι εργαζόμενοι χρειάζονται ένα «κράτος», δηλαδή το προλεταριάτο οργανωμένο σε άρχουσα τάξη.» «Το κράτος είναι μια ιδιαίτερη οργάνωση εξουσίας. Είναι η οργάνωση βίας για την καταπίεση κάποιας τάξης. Ποια όμως τάξη πρέπει να καταπιέσει το προλεταριάτο; Φυσικά, μόνο την εκμεταλλεύτρια τάξη, δηλαδή την αστική. Οι εργαζόμενοι χρειάζονται το κράτος μόνο για να καταπνίξουν την αντίσταση των εκμεταλλευτών και μόνο το προλεταριάτο μπορεί να καθοδηγήσει αυτήν την κατάπνιξη και να την πραγματοποιήσει, γιατί είναι η μόνη βαθιά επαναστατική τάξη, η μόνη τάξη που μπορεί να ενώσει όλους τους εργαζόμενους κι εκμεταλλευόμενους στον αγώνα ενάντια στην αστική τάξη, εκτοπίζοντάς την εντελώς.» («Κράτος κ΄ Επανάσταση») Ο Λένιν δεν ήταν ικανοποιημένος με το να εξηγήσει πως το κράτος θα απονεκρωνόταν στο σοσιαλισμό, αλλά διαμόρφωσε συγκεκριμένα μέτρα, όχι για το σοσιαλισμό, να σημειωθεί, αλλά για την εγκαθίδρυση ενός εργατικού κράτους - της δικτατορίας του προλεταριάτου. «Οι εργάτες, έχοντας κατακτήσει την πολιτική εξουσία, θα τσακίσουν την παλιά γραφειοκρατική μηχανή, θα τη θρυμματίσουν στις βάσεις της, μέχρι να μην έχει μείνει πέτρα πάνω στην πέτρα από αυτήν. Και θα την αντικαταστήσουν με μια νέα, αποτελούμενη από τους ίδιους τους εργάτες και υπαλλήλους για τους οποίους θα παρθούν αμέσως μέτρα ενάντια στη μεταμόρφωσή τους σε γραφειοκράτες, όπως καταδεικνύουν με λεπτομέρεια ο Μαρξ κι ο Ένγκελς: 1) Όχι μόνο αιρετότητα, αλλά και άμεση ανακλητότητα 2) Όχι μεγαλύτερη αμοιβή από αυτή ενός κανονικού εργάτη 3) Άμεση μετάβαση σε μία τάξη πραγμάτων όπου όλοι εκτελούν λειτουργίες ελέγχου κι εποπτείας, έτσι ώστε όλοι να γίνονται «γραφειοκράτες» για μια φορά, κι έτσι κανείς να μη μπορεί να γίνει γραφειοκράτης.» Το σταλινικό κράτος
Ούτε μία από αυτές τις προϋποθέσεις δεν υπάρχει στη Ρωσία σήμερα. Τα Σοβιέτ έχουν καταργηθεί και ένα κοινοβούλιο - χωρίς τα πλεονεκτήματα της αστικής δημοκρατίας με τις ελεύθερες εκλογές ανταγωνιστικών κομμάτων και υποψηφίων - έχει πάρει τη θέση τους. Αντί για τη διάλυση του στρατού σε ένοπλο λαό, έχουμε μια κάστα προνομιούχων στρατιωτικών γραφειοκρατών που ζουν σε καλύτερα επίπεδα σε σχέση με τους Ρώσους στρατιώτες ακόμα και συγκριτικά με τους στρατηγούς στις καπιταλιστικές χώρες. Ο κανόνας που απαγορεύει υψηλότερη αμοιβή για τους κρατικούς αξιωματούχους από αυτήν ενός ειδικευμένου εργάτη έχει από καιρό καταργηθεί. Και οι υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι και γραφειοκράτες έχουν μεγαλύτερες διαφορές, σε προνόμια και μισθούς, από το λαό ακόμα και συγκριτικά με τις καπιταλιστικές χώρες. Οι λειτουργίες «ελέγχου κι εποπτείας» έχουν καταργηθεί από καιρό και μια παντοδύναμη κάστα γραφειοκρατών σε κράτος και βιομηχανία καθορίζει τις ζωές των εργατών. Ο Λένιν είχε γράψει, σαν για να σιγουρέψει ότι θα απαντούσε εκ των προτέρων σε προδότες, όπως ο Στάλιν κι ο Αλεξαντρώφ: «Η πιθανότητα μιας τέτοιας καταστροφής (της γραφειοκρατίας) εξασφαλίζεται από το γεγονός ότι ο Σοσιαλισμός θα μικρύνει την εργάσιμη μέρα, θα ανυψώσει τις μάζες σε μια νέα ζωή, θα δημιουργήσει τέτοιες συνθήκες για την πλειοψηφία του πληθυσμού που θα καθιστά τους πάντες, χωρίς εξαίρεση, ικανούς να διεκπεραιώσουν «κρατικές λειτουργίες» κι αυτό θα οδηγήσει σε μια πλήρη απονέκρωση κάθε κράτους γενικά.» «Όσο πιο δημοκρατικό είναι το «κράτος», αποτελούμενο από ένοπλους εργάτες, που «δεν είναι πια κράτος με την κανονική έννοια του όρου», τόσο πιο γρήγορα κάθε κράτος ξεκινά να απονεκρώνεται.» Ανοιχτή ρήξη με τον μαρξισμό Έτσι βλέπουμε ότι η θέση του Λένιν είναι ακριβώς η αντίθετη από αυτή του Στάλιν και του φερεφώνου του, του Αλεξαντρώφ. H προσπάθεια να διαχωρίσεις τον Μαρξ απ’ τον Λένιν είναι προδοσία για ολόκληρη τη διδασκαλία του Λενινισμού, στο όνομα του Λένιν. Ο Στάλιν διακηρύσσει εδώ ανοιχτά τη ρήξη του με το Μαρξισμό μέσω ενός απ’ τα υποχείριά του. Μέχρι τώρα οι Σταλινικοί είχαν τυπικά το πρόσχημα ότι βασίζονται στη Μαρξιστική θεωρία του κράτους. Για χρόνια συκοφάντησαν και διέσυραν τον Τρότσκι ο οποίος προέβλεψε την αναπόφευκτη ρήξη τους με το Μαρξισμό. Αυτή η ανοιχτή ρήξη ήδη έχει έρθει και θα κάνει το δρόμο σημαντικά ευκολότερο για το Τροτσκιστικό κίνημα στην προσέγγιση των μελών των Κομμουνιστικών Κομμάτων που υποφέρουν από την αυταπάτη ότι ο Σταλινισμός είναι Μαρξισμός. Η ρήξη με το διεθνισμό του Λένιν οδήγησε στη θεωρία του «σοσιαλισμού σε μία χώρα». Αυτό με τη σειρά του οδήγησε τώρα στην ανοιχτή ρήξη με το Μαρξισμό στο θέμα του κράτους. Αυτή η θεμελιώδης ρήξη με τις ιδέες του Μαρξ και του Λένιν προετοιμάζει το δρόμο για την πλήρη εγκατάλειψη κάθε πρόφασης ότι τηρείται το πρόγραμμα του Μπολσεβικισμού, που ήταν πάντα βασισμένο στη διδασκαλία του Μαρξ. Τώρα που ο κίνδυνος στρατιωτικής επέμβασης έχει υποχωρήσει από το προσκήνιο, οι εργάτες, ιδιαίτερα η νεολαία της Σοβιετικής Ένωσης θ’ αναρωτιέται γιατί η Μαρξιστική και Λενινιστική θεωρία δεν εφαρμόζεται. Τι ανάγκη υπάρχει η ανάγκη για υψηλόμισθους στρατηγούς και γραφειοκράτες στο στρατό και στη δημόσια ζωή; Οι εργάτες απλά θα αρχίσουν να λένε: Δεν είναι ώρα αυτοί που μας εξουσίαζαν τα τελευταία 20 χρόνια να αποτραβηχτούν από το προσκήνιο και να «απονεκρωθούν»; Μετάφραση : Ροδάνθη Λυράκη |
12/26/2007
Το Μακεδονικό ζήτημα και η θέση των Μαρξιστών

ΤΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ KAI Η ΘΕΣΗ ΤΩΝ ΜΑΡΞΙΣΤΩΝ
Το Μακεδονικό ζήτημα ή «Σκοπιανό» όπως το ονομάζουν οι έλληνες αστοί, είναι ένα από τα εθνικά ζητήματα των Βαλκανίων που έχει αφήσει άλυτα ο καπιταλισμός.
Οι πατριωτικοί λεονταρισμοί των ελλήνων αστών ενάντια στη γειτονική «Δημοκρατία της Μακεδονίας» είναι βαθιά υποκριτικοί. Οι Έλληνες καπιταλιστές είναι οι πρώτοι σε επενδύσεις σε αυτή τη χώρα, έχοντας επενδύσει πάνω από 1,5 δις ευρώ. Με άλλα λόγια, ενώ στο εσωτερικό καταδικάζουν τους «Σκοπιανούς» και προσπαθούν να κάνουν τους εργάτες να τους βλέπουν σαν εχθρούς, οι ίδιοι δεν έχουν κανένα ηθικό πρόβλημα να υπογράφουν χρυσοφόρα συμβόλαια που γράφουν επάνω «Μακεδονία».
Η σλαβομακεδονική άρχουσα ελίτ είναι αναμφίβολα αντιδραστική. Επιδιώκει είναι να γίνει ένας προνομιούχος τοποτηρητής του δυτικού ιμπεριαλισμού στην περιοχή. Αυτό όμως δεν νομιμοποιεί καθόλου τους λεονταρισμούς πατριδοκαπηλίας της ελληνικής άρχουσας τάξης.
Η ελληνική αστική τάξη τα τελευταία 15 χρόνια διεκδίκησε την αποκλειστικότητα στο όνομα Μακεδονία για να κάνει επίδειξη πυγμής ως η πιο ισχυρή υπο-ιμπεριαλιστική δύναμη στην περιοχή, για να στρέψει το ενδιαφέρον της ελληνικής εργατικής τάξης από την ταξική πάλη στα «εθνικά» ζητήματα και για να πνίξει την ιστορική πραγματικότητα της εθνικής καταπίεσης των Σλαβομακεδόνων.
Μια καταπιεσμένη εθνότητα
Το εθνικό κίνημα των Σλαβομακεδόνων αναπτύχθηκε μέσα στην Οθωμανική αυτοκρατορία, με βάση τους εκσλαβισμένους πληθυσμούς της Μακεδονίας, που μιλούσαν μια γλώσσα που είχε ομοιότητες με τη Βουλγαρική και την Σερβική και με πολλούς τοπικούς ιδιωματισμούς. Αποκορύφωμα του κινήματος ήταν η λεγόμενη εξέγερση του «Ιλίντεν» το 1903, μετά από την οποία δημιουργήθηκε μια μικρής διάρκειας Μακεδονική Δημοκρατία. Η εξέγερση όμως καταπνίγηκε τελικά από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ψυχή της Εξέγερσης ήταν η οργάνωση ΕΜΕΟ (Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση).
Μετά τους Βαλκανικούς πολέμους εντάθηκε η καταπίεση από το ελληνικό κράτος, γιατί η ΕΜΕΟ συνεργάστηκε με τους Βούλγαρους εθνικιστές οι οποίοι είχαν υποσχεθεί στους Μακεδόνες ανεξαρτησία. Το ελληνικό κράτος απαγόρεψε τη γλώσσα τους και φυλάκισε τους ηγέτες τους.
Το 1925 η Κομμουνιστική Διεθνής υιοθέτησε το σύνθημα «Ενιαία και ανεξάρτητη Μακεδονία» μετά από απαίτηση των Βούλγαρων κομμουνιστών ηγετών Δημητρώφ και Κολάρωφ. Το Κ.Κ Βουλγαρίας ήθελε την υποστήριξη των Σλαβομακεδόνων για να κατακτήσει την εξουσία. Η προπαγάνδιση όμως του συνθήματος αυτού από το ΚΚΕ στην Ελλάδα, σε συνθήκες μαζικής έλευσης Ελλήνων προσφύγων από την Μ. Ασία που εγκαταστάθηκαν στη Μακεδονία, ισοδυναμούσε με αφορμή για διώξεις από το ελληνικό αστικό κράτος, με την κατηγορία της προδοσίας.
Παρόλα αυτά η προπαγάνδιση αυτού του συνθήματος από τους Έλληνες κομμουνιστές έφερε πιο κοντά τους Σλαβομακεδόνες στο ΚΚΕ. Το 1944 ιδρύθηκε η αντάρτικη σλαβομακεδονική οργάνωση SNOF (Σλαβομακεδονικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Μετώπο), μέσα στο ΕΑΜ και εξέλεξε και μέλος στην κυβέρνηση του ΕΑΜ, την περίφημη «κυβέρνηση του Βουνού». Οι σλαβομακεδόνες συγκρότησαν μάλιστα το τάγμα Φλώρινας – Καστοριάς και πολέμησαν μαζί με τον ΕΛΑΣ. Μετά, κατά τον Εμφύλιο πόλεμο, μπήκαν στις γραμμές του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας.
Όταν μετά από χρόνια έγινε ο επαναπατρισμός των ανταρτών που είχαν καταφύγει στις χώρες του ανατολικού μπλοκ, στους μόνους που δεν επετράπη να γυρίσουν στην Ελλάδα ήταν οι Σλαβομακεδόνες.
Το 1991 μετά την διάλυση της πρώην Γιουγκοσλαβίας ήρθε ξανά στην επιφάνεια το Μακεδονικό και χρησιμοποιήθηκε από την ελληνική άρχουσα για τους λόγους που ήδη αναφέραμε.
Οι συνειδητοί αγωνιστές της αριστεράς και του εργατικού κινήματος δεν πρέπει να παρασύρονται από τον εθνικιστικό κουρνιαχτό που σηκώνει η αστική τάξη. Έχουν χρέος να υπερασπίσουν το στοιχειώδες δικαίωμα του σλαβομακεδονικού λαού στον αυτοπροσδιορισμό και παράλληλα να ξεσκεπάσουν τον ολέθριο ρόλο που έπαιξε η ελληνική αστική τάξη στο Μακεδονικό και την πολύπλευρη καταπίεση που υπέστη ιστορικά το εθνικό κίνημα των Σλαβομακεδόνων
Οι μαρξιστές δεν μπορούν παρά να υποστηρίζουν ότι η μόνη οριστική λύση για την ευημερία και την πραγματική εθνική αυτοδιάθεση των Σλαβομακεδόνων είναι η δημιουργία μιας Βαλκανικής Σοσιαλιστικής Ομοσπονδίας. Με πρωτοβουλίες των αστών και των ιμπεριαλιστών δεν μπορεί να λυθεί το πρόβλημα, γιατί απλά αυτοί είναι που το δημιούργησαν.
ΑΜΑΛΙΑ ΤΡΙΒΙΖΑ
ΛΕΝΙΝ: Περί Πολέμων και Πατριωτισμού
Το παρακάτω κείμενο είναι ένα απόσπασμα από τη μπροσούρα του Λένιν «Η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι» που εκδόθηκε το 1918. Εδώ αποτυπώνεται με τον πιο παραστατικό τρόπο η μαρξιστική άποψη για τον πατριωτισμό και τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους.
Αν ένας Γερμανός ή ένας Γάλλος λέει : σαν σοσιαλιστής έχω το δικαίωμα και την υποχρέωση να υπερασπίσω την πατρίδα όταν ο εχθρός εισβάλει στη χώρα μου, αυτό δεν είναι συλλογισμός σοσιαλιστή, διεθνιστή, επαναστάτη προλετάριου, μα μικροαστού - εθνικιστή. Γιατί στο συλλογισμό αυτό εξαφανίζεται ο ταξικός επαναστατικός αγώνας του εργάτη ενάντια στο κεφάλαιο, εξαφανίζεται η εκτίμηση του πολέμου στο σύνολό του, από την άποψη της παγκόσμιας αστικής τάξης και του παγκόσμιου προλεταριάτου, δηλαδή εξαφανίζεται ο διεθνισμός και δεν μένει παρά ένας κακομοιριασμένος, αρτηριοσκληρωμένος εθνικισμός. Αδικούν τη χώρα μου, τα άλλα δεν με ενδιαφέρουν, να που καταλήγει ένας τέτοιος συλλογισμός. Να που βρίσκεται η μικροαστική εθνικιστική του στενότητα. Είναι το ίδιο σα να συλλογιζόταν κανείς προκειμένου για μια ατομική περίπτωση άσκησης βίας πάνω σε ένα άτομο: ο σοσιαλισμός είναι ενάντια στη βία για αυτό προτιμώ να κάνω προδοσία παρά να καθίσω φυλακή. Ο γάλλος, ο γερμανός ή ο ιταλός που λέει : ο σοσιαλισμός είναι ενάντια στην άσκηση βίας πάνω στα έθνη, για αυτό αμύνομαι, όταν ο εχθρός εισβάλει στη χώρα μου αυτός προδίνει το σοσιαλισμό και το διεθνισμό.
Γιατί ένας τέτοιος άνθρωπος βλέπει μονάχα τη «χώρα του». Βάζει πάνω από όλα τη «δική του» αστική τάξη χωρίς να σκέφτεται τους διεθνείς δεσμούς, που κάνουν τον πόλεμο ιμπεριαλιστικό, που κάνουν τη δική του αστική τάξη ένα κρίκο της ιμπεριαλιστικής ληστείας. Όλοι οι μικροαστοί και οι στενοκέφαλοι και αμόρφωτοι μουζίκοι, κρίνουν κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο : ο εχθρός βρίσκεται στη χώρα μου, τίποτά άλλο δεν με ενδιαφέρει. Ο σοσιαλιστής, ο επαναστάτης προλετάριος, ο διεθνιστής σκέφτεται διαφορετικά : Ο χαρακτήρας ενός πολέμου (αν είναι αντιδραστικός η επαναστατικός) δεν εξαρτάται από το ποιος επιτέθηκε και σε τίνος χώρα βρίσκεται ο εχθρός, αλλά από το ποια τάξη διεξάγει τον πόλεμο, ποιας πολιτικής συνέχεια αποτελεί ο πόλεμος αυτός. Αν ο πόλεμος αυτός είναι αντιδραστικός, ιμπεριαλιστικός πόλεμος, αν δηλαδή διεξάγεται ανάμέσα σε δύο παγκόσμιες ομάδες της ιμπεριαλιστικής καταπιεστικής, ληστρικής, αντιδραστικής αστικής τάξης, τότε κάθε αστική τάξη ακόμα και μιας μικρής χώρας, μετατρέπεται σε μέτοχο της ληστείας, και το καθήκον μου, καθήκον εκπροσώπου του επαναστατικού προλεταριάτου, είναι να ετοιμάσω την παγκόσμια προλεταριακή επανάσταση, μοναδική σωτηρία από τις φρικαλεότητες του παγκόσμιου μακελειού. Δεν πρέπει να κρίνω από την άποψη της «δικής μου» χώρας (γιατί έτσι κρίνει ένας άθλιος κουφιοκεφαλάκιας μικροαστός εθνικιστής που δεν καταλαβαίνει ότι είναι παιχνιδάκι στα χέρια της ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης), αλλά από την άποψη της συμμετοχής μου στην προετοιμασία, στην προπαγάνδιση, στην επιτάχυνση της παγκόσμιας προλεταριακής επανάστασης.
http://www.marxismos.com12/17/2007
Πώς θα φτάσουμε στη σχεδιασμένη οικονομία
Γράφει ο/η Σταμάτης Καραγιαννόπουλος
14.12.07
ΚΚΕ : ΠΩΣ ΘΑ ΦΘΑΣΟΥΜΕ ΣΤΗ ΣΧΕΔΙΑΣΜΕΝΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
Πολλοί αριστεροί αγωνιστές παρακολουθούν με μεγάλο ενδιαφέρον την αρθρογραφία και τις δημόσιες τοποθετήσεις της ηγεσίας του ΚΚΕ το τελευταίο διάστημα. Η ηγεσία του κόμματος προσπαθώντας να ανταποκριθεί στις αυξημένες λαϊκές προσδοκίες που δημιούργησε το εκλογικό αποτέλεσμα επιχειρεί να εξηγήσει πως εννοεί τους προγραμματικούς στόχους της «λαϊκής εξουσίας» και της «λαϊκής οικονομίας».
Σε μια σειρά από άρθρα με πιο χαρακτηριστικά εκείνα του Δ. Γόντικα και της Αλέκας Παπαρήγα (στις 7/10 και στις 4/11) στον «Κυριακάτικο Ριζοσπάστη» η ηγεσία του ΚΚΕ μιλάει για την αναγκαιότητα της κοινωνικοποίησης, του σχεδιασμού της οικονομίας και του εργατικού ελέγχου. Αυτές οι δημόσιες τοποθετήσεις είναι αναμφίβολα προς τη σωστή κατεύθυνση, αναδεικνύοντας στην πραγματικότητα την επικαιρότητα του ίδιου του οικονομικού περιεχομένου του σοσιαλισμού. Η υπεράσπιση της σχεδιασμένης κοινωνικοποιημένης οικονομίας και του εργατικού ελέγχου είναι «οάσεις» συγκρινόμενες με την προγραμματική, διαχειριστική «έρημο» που χαρακτηρίζει την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ και την δεξιά ηγεσία του ΠΑΣΟΚ.
Όμως για να γίνει πραγματικότητα η κοινωνικοποιημένη, σχεδιασμένη οικονομία με εργατικό έλεγχο, χρειάζεται τρία βασικά στοιχεία που ακόμα λείπουν από το προγραμματικό οπλοστάσιο και την πολιτική του κόμματος.
Εργατική δημοκρατία και ανεξάρτητη ταξική πάλη του προλεταριάτου
Το πρώτο στοιχείο είναι το φυσικό βάθρο της σχεδιασμένης κοινωνικοποιημένης οικονομίας, η εργατική δημοκρατία. Για να λειτουργήσει η σχεδιασμένη κοινωνικοποιημένη οικονομία χρειάζονται συγκεκριμένοι δημοκρατικοί θεσμοί - συμβούλια για τον εργατικό έλεγχο, τον οικονομικό σχεδιασμό και την άσκηση της εξουσίας μέσα από τους οποίους ο εργαζόμενος λαός θα αποφασίζει για όλα τα ζητήματα του κράτους και της οικονομίας, θα εκλέγει και θα ανακαλεί όλους τους αξιωματούχους, πάντα στη βάση ενός ελεύθερου πολυκομματικού συστήματος που θα έχει σαν κορωνίδα την δήλωση πίστης σε ένα σοσιαλιστικό σύνταγμα. Για να πάρει η «λαϊκή εξουσία» την συγκεκριμένη αυτή μορφή της εργατικής δημοκρατίας, είναι απαραίτητη η θαρραλέα κριτική από κάθε κομουνιστή και ιδιαίτερα από την ηγεσία του ΚΚΕ στον ολέθριο ρόλο των επιγόνων του Λένιν και της γραφειοκρατικής τους κάστας, που στραγγάλισαν της εργατική δημοκρατία και οδήγησαν την ΕΣΣΔ στην πτώση .
Το δεύτερο στοιχείο είναι ο σωστός δρόμος για να φθάσουμε στην εργατική δημοκρατία και τη σχεδιασμένη οικονομία. Ο δρόμος αυτός, όπως έδειξε η μεγάλη Οχτωβριανή επανάσταση είναι ο δρόμος του Λένιν και τον μπολσεβίκων. Πρέπει να γίνει σαφές ότι ο δρόμος αυτός δεν ήταν η κοινωνική συμμαχία με τα «φτωχομεσαία» στρώματα, όπως προτείνει σήμερα η ηγεσία του κόμματος στο πλαίσιο της συγκρότησης του περίφημου ΑΑΔΜ (Αντιιμπεριαλιστικό Αντιμονωπολιακό Δημοκρατικό Μέτωπο), ιδιαίτερα μάλιστα από τη στιγμή που όπως σημειώνεται στην απόφαση του 17ου συνεδρίου του ΚΚΕ «..… ο αγώνας του Μετώπου δεν οδηγεί υποχρεωτικά και αναπόφευκτα στο σοσιαλισμό...». Ο μπολσεβίκικος - λενινιστικός δρόμος για την κοινωνικοποιημένη σχεδιασμένη οικονομία, είναι η προώθηση της ανεξάρτητης ταξικής πάλης του προλεταριάτου, οι ευέλικτες τακτικές από το κόμμα μέσα στο κίνημα, που σε συνθήκες επίθεσης από την αστική τάξη πρέπει να παίρνουν τη μορφή της επιδίωξης του Ενιαίου Εργατικού Μετώπου, η σύνδεση των άμεσων αιτημάτων με την αναγκαιότητα απαλλοτρίωσης της αστικής τάξης και συντριβής του κρατικού μηχανισμού της και το κέρδισμα της υποστήριξης των μικροαστικών στρωμάτων στη βάση της αναγκαιότητας της προλεταριακής εξουσίας και της εφαρμογής του προγράμματός του επαναστατικού προλεταριάτου.
Προλεταριακός Διεθνισμός και πατριωτισμός
Το τρίτο στοιχείο, είναι η έμπρακτη αναγνώριση του διεθνούς χαρακτήρα της προλεταριακής επανάστασης και της οικοδόμησης του σοσιαλισμού. Ο σοσιαλισμός δεν μπορεί να χτιστεί σε εθνικά σύνορα, όταν ο ίδιος καπιταλισμός στο ιμπεριαλιστικό του στάδιο έχει ήδη βάλει τις βάσεις για την ενοποίηση της παγκόσμιας οικονομίας στη βάση ενός διεθνούς σχεδίου. Όπως σημείωναν οι Μαρξ και Ένγκελς από το «Μανιφέστο» κιόλας, ο αγώνας των εργατών είναι εθνικός μόνο στη μορφή, αλλά διεθνικός στο περιεχόμενο. Έτσι η πολιτική των κομμουνιστών πρέπει απαραίτητα να απαλλαγεί από κάθε «πατριωτικό» στοιχείο και να αντιτάξει στον (υποκριτικό και σε κάθε περίπτωση περιορισμένο μέσα στα στενά όρια των συμφερόντων της εκάστοτε εθνικής αστικής τάξης) αστικό «κοσμοπολιτισμό», τον γνήσιο προλεταριακό κοσμοπολιτισμό ή ορθότερα τον προλεταριακό διεθνισμό.
Είναι λάθος όταν από τους συντρόφους της ηγεσίας του ΚΚΕ απέναντι στον αστικό «κοσμοπολιτισμό» προτείνεται ένας «εθνικός δρόμος για το σοσιαλισμό» και ακόμα χειρότερα ο πατριωτισμός σαν προλεταριακή αρετή. Οι προλετάριοι όπως δίδαξε ο Λένιν (ενδεικτικά μπορεί κανείς να δει την πολεμική του στους σοσιαλπατριώτες στα έργα «Η χρεοκοπία της 2ης Διεθνούς», «Η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι» εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή») πρέπει να γίνονται «πατριώτες» μόνο όταν η πατρίδα γίνει πραγματικά δική τους, σοσιαλιστική, μέσα από το πέρασμα της εξουσίας και της οικονομίας στα χέρια τους. Σήμερα η «πατρίδα» ανήκει στους τραπεζίτες, τους βιομηχάνους και τους εφοπλιστές, δεν μπορούμε λοιπόν στην υπεράσπιση αυτής της πατρίδας σαν κομμουνιστές να κάνουμε καμία παραχώρηση.
Είναι σωστό αυτό που υποστηρίζει η ηγεσία του ΚΚΕ επικαλούμενη τον Λένιν ότι δηλαδή «είναι άλλος ο πατριωτισμός των αστών και άλλος ο πατριωτισμός των εργατών». Όμως ο Λένιν τόνιζε πάντα ενάντια στους σοσιαλπατριώτες, ότι οι μαρξιστές παρότι εξηγούν και διαχωρίζουν τον ψεύτικο πατριωτισμό των καπιταλιστών από τον - αγνών και αγαθών προθέσεων πατριωτισμό των εργατών - ΠΑΝΤΑ πρέπει να προβάλουν σαν λύση των προλεταριακό διεθνισμό και κανενός είδους πατριωτισμό , ακόμα και εκείνον με τις πιο καλές προθέσεις. Αυτό το καθήκον σε επίπεδο πολιτικών σκοπών και προγράμματος σημαίνει ότι οι έλληνες κομμουνιστές παλεύοντας για την ανατροπή της αστικής τάξης της δικής τους πατρίδας, πρέπει παράλληλα να προωθούν τον κοινό αγώνα όλων των εργατών ανεξαρτήτου εθνικότητας υποστηρίζοντας την Ενωμένη Σοσιαλιστική Ομοσπονδία των Βαλκανίων, την Ενωμένη Σοσιαλιστική Ευρώπη και τις Ενωμένες Σοσιαλιστικές Πολιτείες ολόκληρου του κόσμου.
Είναι καλό ότι η συζήτηση για το περιεχόμενο της πρότασης εξουσίας του κόμματος ανοίγει δημόσια από την ηγεσία του κόμματος. Αυτή η συζήτηση πρέπει να γίνει ελεύθερα και δημοκρατικά όχι μόνο από τα μέλη, αλλά και με την ενεργή συμβολή όλων των υποστηρικτών και των φίλων του κόμματος. Η Πολιτική Κίνηση Μαρξιστική Τάση και η εφημερίδα της η «Μαρξιστική Φωνή» θέλουν να συμβάλουν συντροφικά και δημιουργικά σε αυτή την αναγκαία συζήτηση. Θεωρούμε ότι αυτή η συζήτηση πρέπει να οδηγήσει στον γνήσιο μπολσεβίκικο – λενινιστικό προσανατολισμό του κόμματος, με αιχμή τα 3 βασικά ζητήματα που θέσαμε πολύ συνοπτικά σε αυτό το άρθρο.
ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ