Η οικοδόμηση της νέας, της αταξικής κοινωνίας, του κομμουνισμού, δεν αποτελεί απλώς και μόνο μία μετάβαση από κάποιο σχηματισμό σε κάποιον άλλο, αλλά συνιστά την εμφάνιση και την διαμόρφωση ενός ριζικά νέου τύπου κοινωνικής ανάπτυξης. Πρόκειται για μία κοσμοϊστορική αλλαγή, η οποία, ως προς το βάθος, την κλίμακα και τις προοπτικές της υπερβαίνει ακόμα και την μετάβαση της αρχαιότητας από την προ-ταξική στην ταξική κοινωνία. Πρόκειται για μία άρνηση-διαλεκτική άρση, τόσο των ταξικών ανταγωνιστικών τύπων ανάπτυξης της κοινωνίας, όσο και των πριν από αυτούς βαθμίδων, δηλ. ολόκληρης της μέχρι τώρα ιστορίας της ανθρωπότητας και των προϋποθέσεων της. Η επισήμανση αυτή θα πρέπει να υπολογίζεται όταν διατυπώνονται διάφορες εικασίες και εκτιμήσεις σχετικά με τους ρυθμούς οικοδόμησης της νέας κοινωνίας, με τις δυσκολίες που προκύπτουν κ.λ.π. Η επισήμανση αυτή αφορά επίσης τις δυσκολίες, την αντιφατικότητα και τον ιδιαίτερα περίπλοκο χαρακτήρα των σχετικών θεωρητικών προσεγγίσεων..."

Δ. Πατέλη, Μ. Δαφέρμου, Π. Παυλίδη
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

10/11/2011

Κογκνιταριάτο και Υποκειμενοποίηση


http://www.rebelnet.gr/articles/view/Cognitarian-Subjectivation

σε pdf | εξαγωγή σε openoffice | εκτύπωση κειμένου

Franco Berardi Bifo Κογκνιταριάτο και Υποκειμενοποίηση
autopoiesis: the autonomy way of life
Μετάφραση – Επιμέλεια: Θοδωρής Σάρας

Franco Berardi Bifo, Cognitarian Subjectivation e-flux journal, November 2010, v. 20
Τα πρόσφατα χρόνια γίναμε μάρτυρες ενός νέου τεχνο-κοινωνικού πλαισίου σύγχρονης υποκειμενοποίησης. Και θα ήθελα να αναζητήσω αν μία διαδικασία αυτόνομου, συλλογικού αυτοπροσδιορισμού είναι δυνατή στην παρούσα εποχή. Η έννοια της “γενικής διάνοιας” που συνδέεται με την ιταλική μετα-εργατιστική σκέψη στα 1990 (Paolo Virno, Maurizio Lazzarato, Christian Marazzi) δίνει έμφαση στην διάδραση ανάμεσα στην εργασία και τη γλώσσα: η κοινωνική εργασία είναι ο ατελείωτος ανασυνδυασμός μυριάδων θραυσμάτων παράγοντας, επεξεργάζοντας, διανέμοντας, και αποκωδικοποιώντας σημεία και πληροφοριακές μονάδες κάθε είδους. Κάθε σημειωτικό τμήμα που παράγεται από έναν πληροφοριακό εργάτη πρέπει να ανταποκρίνεται και να ταιριάζει σε αναρίθμητα άλλα σημειωτικά τμήματα προκειμένου να μοροφοποιήσει το συνδυαστικό πλαίσιο του πληροφοριακού- εμπορεύματος, του σημειο-κεφαλαίου.
Το σημειο-κεφάλαιο τοποθετεί τις νευρο-ψυχικές ενέργειες στην εργασία, υποβάλλοντας τες στη μηχανιστική ταχύτητα, αναγκάζοντας την γνωστική δραστηριότητα να ακολουθήσει το ρυθμό της δικτυωμένης παραγωγής. Ως αποτέλεσμα, η συναισθηματική σφαίρα συνδεδεμένη με τη νόηση πιέζεται στα όρια της. Ο κυβερνοχώρος υπερφορτώνει τον κυβερνοχρόνο, γιατί ο κυβερνοχώρος είναι μία απεριόριστη σφαίρα η ταχύτητα της οποίας επιταχύνεται χωρίς όρια, ενώ ο κυβερνοχρόνος (ο οργανικός χρόνος της προσοχής, της μνήμης, της φαντασίας) δεν μπορεί να επιταχυνθεί πέρα από ένα συγκεκριμένο σημείο – αλλιώς σπάζει. Και πραγματικά σπάζει, καταρρέει κάτω από το στρες της υπερ-παραγωγικότητας. Μία επιδημία πανικού και κατάθλιψης διαχέεται τώρα σε ολόκληρα τα κυκλώματα του κοινωνικού εγκεφάλου. Η τωρινή κρίση στην παγκόσμια οικονομία έχει πολλά να κάνει με αυτό το νευρικό κλονισμό. Ο Μαρξ μίλησε για την υπερπαραγωγή, εννοώντας την υπέρβαση των διαθέσιμων αγαθών που μπορούν να απορροφηθούν από την κοινωνική αγορά. Αλλά σήμερα είναι ο κοινωνικός εγκέφαλος που δέχεται επίθεση από την συντριπτική προσφορά των αγαθών που απαιτούν προσοχή. Το κοινωνικό εργοστάσιο έχει γίνει το εργοστάσιο της δυστυχίας: η γραμμή συναρμολόγησης της δικτυακής παραγωγής εκμεταλλεύεται άμεσα την συναισθηματική ενέργεια της γνωστικής τάξης.

2/27/2011

Επαναοικιοποίηση των κοινών στον κομμουνισμό

συγγραφέας: Michael Hardt
έτος: 2011
πηγή: Guardian
μετάφραση από: xaris xaris
Η χρηματοπιστωτική κρίση που ξέσπασε το φθινόπωρο του 2008 έχει προγραμματίσει εκ νέου την κυρίαρχη άποψη του καπιταλισμού και του σοσιαλισμού. Μεχρι πρόσφατα, κάθε κριτική στις νεοφιλελεύθερες στρατηγικές της απορύθμισης, ιδιωτικοποίησης και μείωσης των δαπανών του κράτους πρόνοιας –πόσο μάλλον από το κεφάλαιο- ακουγόντουσαν από τα κυρίαρχα media ως τρελές απόψεις. Ωστόσο στις αρχές του 2009, το Newsweek στο εξώφυλλο του, ανακήρυξε, με περισσή ειρωνεία, ότι «Τώρα είμαστε όλοι σοσιαλιστές». Ο κανόνας του κεφαλαίου ξαφνικά άνοιξε το ζήτημα, από αριστερά και δεξιά και για κάποιο διάστημα τουλάχιστον, κάποιου είδους σοσιαλιστικής ή κεϋνσιανής κρατικής ρύθμισης και διαχείρισης φαίνεται αναπόφευκτη.

9/07/2010

Η κομμουνιστικοποίηση ως έξοδος από την κρίση

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Echanges αριθ. 131, στις 3 Φεβρουαρίου 2010, σαν συνεισφορά σε έναν διάλογο σχετικά με την κρίση και την πιθανή έκβασή της.)
***
Το σημείωμα που ακολουθεί είναι επίτηδες πολύ περιληπτικό. Δεν αναπτύσσει διεξοδικά την κριτική στον προγραμματισμό[1] – η οποία έχει ήδη γίνει σε μεγάλο βαθμό– αλλά αρκείται στην υπενθύμιση των πρόσφατων πτυχών του κοινωνικού κινήματος οι οποίες ενισχύουν την αντίληψη που βάζει στο επίκεντρο την κομμουνιστικοποίηση.

1. Η αμεσότητα του κομμουνισμού
1.1 Ορισμός και προέλευση
Όταν μιλάμε για «αμεσότητα», δεν πρέπει να συγχέουμε το αδιαμεσολάβητο με το ακαριαίο. Ως αμεσότητα του κομμουνισμού αντιλαμβανόμαστε το γεγονός ότι η προλεταριακή επανάσταση δεν έχει πλέον ως στόχο τη δημιουργία μιας μεταβατικής κοινωνίας, αλλά απευθείας τον κομμουνισμό. Κατά συνέπεια: δεν τίθεται πλέον ζήτημα κατάληψης της πολιτικής εξουσίας, ούτε συμμαχίας με άλλα κοινωνικά στρώματα, ούτε μιας εξελικτικής πραγματοποίησης της μετάβασης (μαρασμός του κράτους κλπ).

1/23/2010

28 Θέσεις για την Ταξική Κοινωνία – Φίλες και Φίλοι της Αταξικής Κοινωνίας

Σημείωμα της μετάφρασης
Η ομάδα Φίλες και Φίλοι της Αταξικής Κοινωνίας (Freundinnen und Freunde der klassenlosen Gesellschaft) είναι ένας κομμουνιστικός κύκλος που δημιουργήθηκε πριν από μερικά χρόνια στο Βερολίνο, όπου και συνεχίζει να δρα. Έχει εκδόσει μια σειρά από μπροσούρες με κείμενα της Καταστασιακής Διεθνούς, αναλύσεις για την εξέγερση στα γαλλικά προάστια κ.α. Εκδίδει το περιοδικό Kosmoprolet (το 2ο τεύχος από κοινού με τις ομάδες Eiszeit, gruppe k-21, La Banda Vaga). Το κείμενο 28 Θέσεις για την Ταξική Κοινωνία αποτελεί τη βασική θεωρητική της ανάλυση.
Οι ίδιοι γράφουν στο editorial του πρώτου τεύχους:
“Tο Kosmoprolet αποτελεί μια προσπάθεια να ξεκινήσει μια ανταλλαγή απόψεων ανάμεσα στον κόσμο που αισθάνεται την ανάγκη να ξεφύγει από την πεπατημένη του αριστερού ακτιβισμού, και να εστιάσει στις ταξικές σχέσεις. Η ονομασία αναφέρεται στην Κοσμόπολη [Cosmopolis], στην ιδέα του πολίτη του κόσμου. Προσθέτοντας όμως το ‘r’, αυτό το όμορφο (καντιανό) όνειρο του πολίτη έρχεται σε αντίφαση, και φτάνει στο ριζικό του όριο: Η παγκόσμια κοινωνία υπάρχει, όμως σε αντεστραμμένη μορφή, ως καθολική προλεταριοποίηση. Ταυτόχρονα, με αυτή την ονομασία θέλουμε να εκφράσουμε την εναντίωσή μας στον “αριστερό” εθνικισμό—ο χαρακτηρισμός “δίχως ρίζες κοσμοπολίτης” (Besrodny kosmopolit) ήταν σύνθημα της αντισημιτικής εκστρατείας που αναπτύχθηκε προς τα τέλη της δεκαετίας του 1940 στην ΕΣΣΔ.
Με τις 28 Θέσεις για την Ταξική Κοινωνία σκιαγραφούμε τις αλλαγές που έχουν ιστορικά υποστεί οι έννοιες προλεταριάτο, ταξική πάλη, επανάσταση, δίχως όμως να χάσουν την εγκυρότητά τους. […] Μια σημαντική έλλειψη αναμφίβολα αποτελεί το γεγονός ότι απουσιάζει η έννοια της κρίσης, κάτι που είναι ιδιαίτερα εμφανές στα σημεία που επιχειρούμε να συλλάβουμε τις τωρινές μεταβολές στις ταξικές σχέσεις. Στις Θέσεις εκτίθεται το προσωρινό αποτέλεσμα της συλλογικής μας αυτοκατανόησης. Τις δημοσιεύουμε με την ελπίδα να ξεκινήσει μια ανταλλαγή απόψεων με ανθρώπους που παλεύουν με παρόμοια ερωτήματα.”

4/02/2009

Toni Negri: Κομουνισμός: Κάποιες σκέψεις πάνω στην έννοια και την πράξη (ΤΟ ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ)


Ακολουθεί η μετάφρασή μου της συνεισφοράς του Τόνι Νέγκρι, "Κομουνισμός: Κάποιες σκέψεις πάνω στην έννοια και την πράξη," που παρουσίασε στο συνέδριο για την ιδέα του κομουνισμού στο Birkbeck-Λονδίνο στις 14 Μαρτίου 2009. Η μετάφραση στα ελληνικά έγινε με βάση την αγγλική μετάφραση, που έκανε η Arianna Bove.

Κομουνισμός:
Κάποιες σκέψεις πάνω στην έννοια και την πράξη

του Toni Negri

Παρουσιάσθηκε στο συνέδριο Για την Ιδέα του Κομουνισμού, που έγινε στο Birkbeck του Πανεπιστήμιου του Λονδίνου στις 13-15 Μαρτίου 2009.


Στη βάση του ιστορικού υλισμού βρίσκεται ο ισχυρισμός ότι η ιστορία είναι η ιστορία της πάλης των τάξεων. Όταν ο ιστορικός υλιστής ερευνά την πάλη των τάξεων, το κάνει μέσω της κριτικής της πολιτικής οικονομίας. Από την κριτική αυτή εξάγεται ότι η σημασία της ιστορίας της πάλης των τάξεων είναι ο κομουνισμός, ‘η πραγματική κίνηση, που καταργεί την παρούσα κατάσταση των πραγμάτων’ (Μαρξ, Η Γερμανική Ιδεολογία). Αυτό συμβαίνει, γιατί [ο κομουνισμός] βρίσκεται μέσα στην κίνηση αυτή.

Υπάρχουν ορισμένοι που συχνά αντιτίθενται σ’ αυτόν τον ισχυρισμό για το κατά πόσο αποτελεί έκφραση μιας φιλοσοφίας της ιστορίας. Όμως νομίζω ότι η πολιτική σημασία της κριτικής δεν πρέπει να συγχέεται μ’ ένα ιστορικό τέλος (σκοπό). Στην ιστορία, κανονικά, οι παραγωγικές δυνάμεις παράγουν τις κοινωνικές σχέσεις και τους θεσμούς, που περιέχουν και κυριαρχούν πάνω τους: αυτό είναι προφανές σ’ όλους τους ιστορικούς προσδιορισμούς. Άρα, γιατί να θεωρεί κανείς ότι αποτελεί ιστορική πλάνη ή πολιτική ιδεολογία ή μεταφυσική ανοησία η δυνατότητα ανατροπής της κατάστασης αυτής και της απελευθέρωσης των παραγωγικών δυνάμεων από τον έλεγχο των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής (σαν συνέπεια των δράσεων της ταξικής πάλης); Θα προσπαθήσουμε να δείξουμε ότι αυτό είναι η περίπτωση.

1) Οι κομουνιστές υποθέτουν ότι η ιστορία είναι πάντοτε η ιστορία της πάλης των τάξεων.

Για ορισμένους, η θέση αυτή είναι ανυπόστατη, γιατί η ιστορία προσδιορίζεται και τώρα πια κυριαρχείται πλήρως από το κεφάλαιο, έτσι ώστε μια τέτοια υπόθεση να μη μπορεί να είναι ούτε πραγματοποιήσιμη, ούτε επαληθεύσιμη. Ξεχνούν όμως ότι το κεφάλαιο είναι πάντοτε μια σχέση εξουσίας (δύναμης), που, ενώ θα μπορούσε να οργανώσει μια ισχυρή και δεσποτική ηγεμονία, αυτή η ηγεμονία πάντοτε αποτελεί τη λειτουργία μιας ιδιαίτερης διαχείρισης μέσα σε κάθε σχέση εξουσίας. Ούτε η έννοια του κεφάλαιου, ούτε οι ιστορικές παραλλαγές του, θα υπήρχαν απουσία του προλεταριάτου, το οποίο, ενώ το κεφάλαιο το εκμεταλλεύεται, είναι πάντοτε η ζώσα εργασία, που το παράγει. Η πάλη των τάξεων είναι η σχέση εξουσίας, που εκφράζεται μεταξύ του αφεντικού και του εργάτη: η σχέση αυτή φέρνει την εκμετάλλευση και την καπιταλιστική κυριαρχία κι εγκαθίσταται στους θεσμούς, που οργανώνουν την παραγωγή και την κυκλοφορία του κέρδους.

Άλλοι, που υποστηρίζουν ότι η ιστορία δεν μπορεί να αναχθεί (να εντοπισθεί) στην πάλη των τάξεων, προϋποθέτουν τη διαρκή (κι έμφυτη) ύπαρξη μιας ‘χρηστικής αξίας.’ Την προσδιορίζουν σαν την αξία της εργατικής δύναμης ή σαν την αξία της φύσης και του περιβάλλοντος της ανθρώπινης εργασίας. Η προϋπόθεση αυτή όχι μόνο δεν είναι ριζικά επαρκής σαν εξήγηση της καπιταλιστικής ανάπτυξης, αλλά, επιπλέον, είναι σίγουρα εσφαλμένη σαν περιγραφή της παρούσης μορφής του καπιταλισμού.

Ο καπιταλισμός έχει κατακτήσει και περιβάλλει ολόκληρο τον βιόκοσμο, η ηγεμονία του είναι καθολική. Δεν υπάρχει χώρος για κανένα λαϊκό narodniki! Η πάλη των τάξεων αναπτύσσεται ‘από τις (προκείμενες) προϋποθέσεις, που υπάρχουν εδώ και τώρα’ κι όχι κάτω από διαφορετικές περιστάσεις: οι ταξικές σχέσεις είναι θεμελιωμένες πάνω σε τέτοιους ιστορικούς προσδιορισμούς (ιστορικός ντετερμινισμός) και πάνω στη νέα παραγωγή των υποκειμενικότητων (και των αφεντικών και των εργατών μαζί).

Πρώτα, έχει ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι δεν υπάρχει πια τίποτε ‘έξω’ από αυτό το πλαίσιο κι ότι οι αγώνες (όχι μόνον οι αγώνες, αλλά ουσιαστικά και τα υποκείμενα των αγώνων) βρίσκονται τώρα πλήρως ‘μέσα.’ Δεν υπάρχει πλέον οποιαδήποτε εμφάνιση της ‘χρηστικής αξίας’ ή καμιά σκέψη γι’ αυτήν. Είμαστε πλήρως βυθισμένοι μέσα στον κόσμο της ‘ανταλλακτικής αξίας’ και μέσα στην ωμή κι άγρια πραγματικότητά της.

Ο ιστορικός υλισμός εξηγεί πώς και γιατί η ανταλλακτική αξία είναι τόσο κεντρική για την πάλη των τάξεων: ‘Στην αστική κοινωνία, ο εργάτης, π.χ., στέκεται καθαρά χωρίς καμιά αντικειμενική υπόσταση. Αλλά αυτό, που στέκεται απέναντί του, έχει τώρα γίνει η αληθινή κοινότητα (das wahre Gemeinwesen),’ την οποία το προλεταριάτο ‘προσπαθεί να καταβροχθίσει κι η οποία όμως, ταυτόχρονα, η ίδια το καταβροχθίζει’ (Μαρξ, Grundrisse, Notebook V, εκδ. Pelican, σελ. 496). Ναι, αλλά σ’ αυτήν την αμφίδρομη ιδιοποίηση –των καπιταλιστών και των εργατών– το κεφάλαιο, οπωσδήποτε, εμφανίζεται σαν μια σχέση. Ο κομουνισμός αρχίζει να σχηματίζεται, όταν το προλεταριάτο θέτει ως αντικειμενικό σκοπό του την επανάκτηση της Gemeinwesen, της κοινότητας, τη μετατροπή της στην κατάσταση μιας νέας κοινωνίας.

Επομένως, η ανταλλακτική αξία είναι πολύ σημαντική, είναι η κοινή κοινωνική πραγματικότητα, που είναι δομημένη κι εξασφαλισμένη έτσι ώστε να μην μπορεί να εντοπισθεί μέσα στην απλή κυκλοφορία της εργασίας, του χρήματος και του κεφάλαιου ακόμη. Είναι μια υπεραξία, που μετατρέπεται σε κέρδος, σε συσσωρευμένο κέρδος, σ’ ενοίκιο από γη κι ακίνητα, σε σταθερό κεφάλαιο, σε χρηματο-οικονομικούς πόρους, σε συσσώρευση πρωτογενών πηγών, σε μηχανές και μηχανισμούς παραγωγικών διαδικασιών στη γη, που στη συνέχεια εκτοξεύονται στο διάστημα, σε δίκτυα επικοινωνιών –και τελικά κι ιδιαίτερα– σε χρήμα, που αποτελεί το μεγάλο κοινό παράδειγμα: ‘(Το χρήμα) είναι το ίδιο μια κοινότητα (Gemeinwesen) και δεν μπορεί να ανεχθεί τίποτε άλλο, που να στέκεται από πάνω του’ (Μαρξ, Grundrisse, Notebook II, σελ. 223). Εδώ βρίσκεται ο ιστορικός προσδιορισμός. Η ανταλλακτική αξία ήδη δίδεται σε μια κοινή μορφή. Σαν Gemeinwesen. Είναι εδώ, είναι ο ίδιος ο κόσμος, δεν υπάρχει τίποτε άλλο ή αλλού, τίποτε έξω.

Πάρτε, π.χ., το παράδειγμα των δημοσιονομικών: ποιος θα φανταζόταν ότι μπορεί να κάνει κάτι χωρίς χρήμα σ’ οποιαδήποτε δημοσιονομική μορφή; Το χρήμα έχει γίνει η κοινή γη, όπου κάποτε βρισκόταν η Heimat (η πατρική γη), η αρμονική συνύπαρξη των πληθυσμών στο τέλος της ‘Γοτθικής περιόδου,’ όταν τα υπάρχοντα ήταν διαρθρωμένα σαν κοινά εδάφη (commons). Εκείνα τα κοινά εδάφη κι εκείνη η γη είναι τώρα η ανταλλακτική αξία στα χέρια των καπιταλιστών. Αν τώρα θέλουμε να πάρουμε πίσω αυτή τη γη, πρέπει να την επανακτήσουμε μέσα στις συνθήκες, που τη βρίσκουμε: στην κορυφή της καπιταλιστικής ιδιοποίησης, λερωμένη από την ανταλλακτική αξία. Χωρίς καμία αυταπάτη καθαρότητας ή αθωότητας.

Όταν ο Σπινόζα έλεγε ότι στο Εβραϊκό κράτος το έτος του ιωβηλαίου όλα τα χρέη παραγράφονταν κι η ισότητα των πολιτών αποκατασταινόταν ή όταν ο Μακιαβέλι επέμενε για το γεγονός ότι η αγροτική νομοθεσία έδινε νέα ζωή στη Ρωμαϊκή Δημοκρατία, επειδή η επανάκτηση των γαιών από τους πλήβειους ταυτόχρονα αναζωογονούσε και τη δημοκρατική διαδικασία, κι οι δυο τους εξακολουθούσαν να πιστεύουν στην πλάνη ότι είναι δυνατή η επιστροφή στη φύση και τη δημοκρατία (Niccolo Machiavelli, Discourse on Livy, Βιβλίο I, Κεφάλαιο 27, London: Penguin, σελ. 99.
Benedict de Spinoza, A Theological-Political Treatise, Κεφάλαιο XVII, σελ. 230). Αλλά για μας, το γεγονός ότι είμαστε αποφασισμένοι για την απελευθέρωση της εργατικής δύναμης κι ότι είμαστε κομουνιστές απαιτεί την επανοικειοποίηση μιας κοινής πραγματικότητας, που δεν είναι ούτε πρωτότυπη, ούτε δημοκρατικά επιθυμητή, αλλά μάλλον κάτι που στέκεται απέναντί μας σαν εξουσία, το οποίο ήδη το έχουμε αναπαραγάγει με κόπο κι αίμα.

Αλλά ας μην αποθαρρυνόμαστε. Όπως μας δίδαξε ο Γκράμσι με την ανάγνωσή του της πάλης των τάξεων, ο ιστορικός υλισμός προτείνει μια μέθοδο κατανόησης της συνεχούς μεταμόρφωσης ή καλύτερα της ανθρωπολογίας του χαρακτήρα του εργάτη μέσα από τις διαφορετικές εμπειρίες των προλεταριακών χρήσεων των τεχνολογιών και της καπιταλιστικής κοινωνικής οργάνωσης.

Αυτό θέτει ένα νέο ερώτημα, γιατί, καθώς ο εργάτης αλλάζει μέσα από τους αγώνες του, επιβάλλει στο κεφάλαιο μια πραγματική μεταμόρφωση. Αν υπάρχουν εποχές ή κύκλοι αγώνων, η οντολογική τους συνοχή μετράται ως προς αυτή την ανθρωπολογική βάση. Καμιά φύση ή ταυτότητα ή φύλο ή φυλή δεν μπορεί να αντισταθεί σ’ αυτή την κίνηση των μετασχηματισμών και των ιστορικών μεταμορφώσεων της σχέσης μεταξύ κεφάλαιου κι εργατών. Τα πλήθη σχηματίζονται και διαρκώς αναδιαμορφώνονται μέσα από αυτή τη δυναμική. Το ίδιο ισχύει και με τον ορισμό του χρόνου στην πάλη των τάξεων. Όταν η πάλη των τάξεων εμφανίζεται σαν η παραγωγή κι ο μετασχηματισμός της υποκειμενικότητας, η επαναστατική διαδικασία παίρνει μια μακροπρόθεσμη χρονικότητα, μια οντολογική συσσώρευση της αντι-εξουσίας, τον ‘οπτιμισμό’ των υλικών δυνάμεων του προλεταριακού ‘λόγου,’ την επιθυμία που γίνεται αλληλεγγύη, την αγάπη που είναι πάντοτε ορθολογική κι, ακολουθώντας τον Σπινόζα, το σχετικό ‘πεσιμισμό της θέλησης.’ ‘Προσοχή!’ έλεγε, όταν τα πάθη ευαισθητοποιούνται για την οικοδόμηση των πολιτικών δομών της ελευθερίας. Οδηγός μας δεν είναι η τυχαία ανάδυση των εξεγέρσεων, εκείνων των θεϊκών αναλαμπών της ελπίδας, που μπορεί να σμιλεύει τα μονοπάτια του φωτός μέσα στη νύχτα, αλλά η σταθερή κι η κριτική προσπάθεια και το έργο της οργάνωσης, το υπολογισμένο ρίσκο της εξέγερσης. Η φιλοσοφική φαντασία μπορεί να χρωματίσει το πραγματικό, αλλά δεν μπορεί να αντικαταστήσει την προσπάθεια της ιστορικής εξέλιξης: το συμβάν πάντοτε είναι ένα αποτέλεσμα, ποτέ ένα εναρκτήριο σημείο.

2) Το να είμαστε κομουνιστές σημαίνει ότι είμαστε εναντίον του κράτους. Το κράτος είναι η δύναμη που οργανώνει, πάντοτε με κανονικό τρόπο, αλλά πάντοτε και κατ’ εξαίρεση, τις σχέσεις που συγκροτούν το κεφάλαιο και τιθασεύουν τις συγκρούσεις μεταξύ των καπιταλιστών και της προλεταριακής εργατικής δύναμης. Η αντίθεση στο κράτος στοχεύει εναντίον όλων των τρόπων οργάνωσης της ιδιωτικής περιουσίας και της ιδιωτικής κυριότητας των μέσων παραγωγής, όπως και της ιδιωτικής εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης και του ιδιωτικού έλεγχου της κυκλοφορίας του κεφάλαιου. Αλλά, ταυτόχρονα, είναι και μια αντίθεση εναντίον του δημόσιου, δηλαδή, εναντίον των κρατικών και των εθνικών δομών όλων αυτών των διεργασιών αλλοτρίωσης της δύναμης (potenza) της εργασίας.

Το να είμαστε κομουνιστές συνεπάγεται την αναγνώριση του γεγονότος ότι το δημόσιο αποτελεί μια μορφή αλλοτρίωσης κι εκμετάλλευσης της εργασίας –της κοινής εργασίας, στην περίπτωσή μας
.
Επομένως, τι είναι το δημόσιο; Όπως ο μεγάλος Ρουσσώ έχει πει, το δημόσιο είναι ο εχθρός της ιδιωτικής περιουσίας, αυτό που ‘ανήκει (σαν τέτοιο) σε κανέναν’ (Jean-Jacques Rousseau, Second Discourse on the Origin of Inequality). Από την άλλη μεριά, αποτελεί μόνο μια σοφιστεία η απόδοση στο δημόσιο εκείνων των πραγμάτων, που στην πραγματικότητα ανήκουν σ’ όλους. Το κράτος λεει: ‘Το κοινό δεν ανήκει σε σας, παρά το γεγονός ότι εσείς το δημιουργήσατε, το παραγάγατε από κοινού, το ανακαλύψατε και το οργανώσατε σαν κοινό.’ Η απαλλοτρίωση του κοινού από το κράτος, δηλαδή, η απαλλοτρίωση εκείνων των πραγμάτων, που όλοι μαζί παραγάγαμε κι ανήκουν σε μας, παίρνει την ονομασία του μάνατζμεντ ή της αντιπροσώπευσης ή της εκπροσώπευσης ... σύμφωνα με το αδυσώπητο κάλλος του κρατικού πραγματισμού.

Συνεπώς, ο κομουνισμός είναι ο εχθρός του σοσιαλισμού, γιατί ο σοσιαλισμός αποτελεί την κλασική μορφή αυτού του δεύτερου μοντέλου αλλοτρίωσης της προλεταριακής δύναμης (potenza), η οποία, επιπρόσθετα, απαιτεί μια διαστρεβλωμένη οργάνωση της παραγωγής της υποκειμενικότητάς του. Οι διαστροφές του ‘πραγματικού σοσιαλισμού’ έχουν εξουδετερώσει έναν αιώνα ταξικής πάλης κι έχουν διαλύσει όλες τις πλάνες της φιλοσοφίας της ιστορίας. Έχει ενδιαφέρον να δούμε πώς ο ‘πραγματικός σοσιαλισμός,’ παρά την ανάληψη μαζικών διαδικασιών κολεκτιβοποίησης, ποτέ δεν είχε αμφισβητήσει τους κανόνες των διοικητικών ελέγχων, είτε ήσαν δικαστικοί ή πολιτικοί ή αναφέρονταν στις ανθρωπιστικές επιστήμες. Η θεσμική δομή του σοσιαλισμού κι οι πολιτικές πολώσεις του παραγόντουσαν από μια ιδεολογία, η οποία αντιπαρέθετε αυθαίρετα το ιδιωτικό στο δημόσιο –ενώ αυτά, σύμφωνα με τον Ρουσσώ, αλληλεπικαλύπτονται μεταξύ τους– και καθαγίαζε μια κυρίαρχη τάξη, της οποίας οι λειτουργίες ελέγχου αναπαραγάγανε εκείνες της καπιταλιστικής ελίτ, ενώ ισχυριζότανε ότι αποτελούσαν τις αυτο-εκλεγμένες ‘πρωτοπορίες’!


Το να είμαστε εναντίον του κράτους σημαίνει, πρώτα απ’ όλα, ότι εκφράζουμε την επιθυμία κι έχουμε την ικανότητα να διαχειριστούμε ολόκληρο το σύστημα της παραγωγής, συμπεριλαμβανόμενου και του καταμερισμού της εργασίας και της συσσώρευσης κι αναδιανομής του πλούτου, μ’ έναν ριζοσπαστικά δημοκρατικό τρόπο –σαν ‘δημοκρατία για όλους.’ Εδώ αξίζει να δώσουμε κάποιους νέους ορισμούς. Ο ιστορικός υλισμός είναι επίσης ένας ‘εμμενισμός (immanentism) της υποκειμενικότητας.’ Λεει ότι όχι μόνο δεν υπάρχει τίποτε ‘έξω’ από τον κόσμο που ζούμε, αλλά επίσης ότι, ‘μέσα’ σ’ αυτόν τον κόσμο, οι εργάτες, οι πολίτες κι όλα τα υποκείμενα αποτελούν τα συνεχώς παρόντα στοιχεία μιας ιδιότυπης (singular) αντίστασης και τις στιγμές της οικοδόμησης μιας διαφορετικής μορφής ενός κοινού τρόπου ζωής.

Τα στοιχεία αυτά είναι παρόντα ακόμη κι όταν ασφυκτιούμε μέσα στις θλιβερότερες και ζοφερότερες ιστορικές ανάπαυλες. Το πλήθος είναι μια ταξική έννοια κι οι μοναδικότητες (singularities), που το απαρτίζουν, αποτελούν πάντοτε τους πυρήνες της αντίστασης εναντίον της σχέσης της υποταγής που επιβάλλει το κεφάλαιο. Το μοναδικό (singular) άτομο υπακούει, γιατί πρέπει να το κάνει και δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά, αλλά όμως πάντοτε αντιστέκεται, εκεί, μέσα στη σχέση εξουσίας. Το σπάσιμο αυτής της σχέσης είναι πάντοτε μια δυνατότητα, το ίδιο όπως κι η διατήρηση της σχέσης του ελέγχου. Εδώ, έξω απ’ οποιαδήποτε φιλοσοφία της ιστορίας, μέσα σ’ αυτήν την κοινή φαινομενολογία, μπορούμε να αντιληφθούμε πόσο κεντρικές κι ουσιαστικές είναι η ενδεχόμενη αγανάκτηση εναντίον της εξουσίας, της τάξης της (order) και των λοιδοριών της, όπως κι η άρνηση της μισθωτής εργασίας (και/ή της εργασίας για τον τερματισμό της αναπαραγωγής της καπιταλιστικής κοινωνίας), για τη διαμόρφωση ενός άλλου κοινωνικού μοντέλου και στον βαθμό που στοχεύουν προς την παρούσα δυνητικότητα (ή τη δυνητική παρουσία) μιας διαφορετικής τάξης (order), μιας άλλης προοπτικής της ζωής. Όλα αυτά ωθούν στη ρήξη κι αυτό μπορούν να το κάνουν, γιατί η ρήξη είναι πάντοτε δυνατή να πραγματοποιηθεί ή καλύτερα είναι αναγκαία (και θα επιστρέψουμε πιο κάτω στα χαρακτηριστικά αυτής της ρήξης). Επομένως, μπορεί να υπάρξει η επανάσταση.

Η επιμονή στην αγανάκτηση, την άρνηση και την εξέγερση πρέπει να μπορεί να μεταφρασθεί σε μια συντακτική δύναμη (constituent power). Οι αγώνες εναντίον του κράτους κι εναντίον όλων των συνταγμάτων, που το οργανώνουν και το αναπαριστούν, πρέπει να περιέχουν επίσης και την ικανότητα παραγωγής μιας νέας δύναμης μέσω μιας νέας γνώσης. Ποτέ δεν μπορείτε να πιάσετε μια αστραπή με γυμνά χέρια, μόνο το πλήθος, η ιστορία της εξεγερμένης ταξικής πάλης, μπορεί να το κάνει. Όμως, η σχέση μεταξύ των ιστορικών περιστάσεων και της παραγωγής της υποκειμενικότητας αλλάζει συνεχώς. Όπως έχουμε πει πιο πάνω, το γεγονός αυτό ανήκει στη σφαίρα της ανάπτυξης μιας τέτοιας συνεχούς μεταμόρφωσης της ανθρωπολογίας του εργάτη. Η τεχνική σύνθεση της εργατικής δύναμης βρίσκεται σε συνεχή κίνηση κι αντιστοιχεί σε μια πάντοτε επαρκή, αλλά διαφοροποιημένη, παραγωγή της υποκειμενικότητας. Είναι η πολιτική σύνθεση, που πρέπει να βρει τις συγκεκριμένες μορφές έκφρασης κι επιθυμίας για την επανάσταση μέσα στις τρέχουσες περιστάσεις της.

Η παραγωγή της υποκειμενικότητας και της νέας πολιτικής σύνθεσης μπορεί επίσης να προβλέψει τις ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες, μέσα στις οποίες οικοδομείται η επαναστατική διαδικασία, αλλά υπάρχει πάντοτε μια διαλεκτική σύνδεση μεταξύ του υλικού προσδιορισμού και της επαναστατικής έντασης της συλλογικής επιθυμίας: σαν ένα λαστιχάκι, που μπορεί να τιναχθεί, παραμένοντας το ίδιο. Όπως έλεγε ο Λένιν, η δυαδική εξουσία είναι πάντοτε βραχύβια, η δύναμη της εξέγερσης πρέπει να συγκρατεί το χρόνο της ιστορίας, για να κάνει μια υποκειμενική πρόβλεψη (την προώθηση της υποκειμενικότητας). Η συντακτική δύναμη είναι το κλειδί για την πρόβλεψη και την πραγματοποίηση της επαναστατικής θέλησης εναντίον του κράτους.

Στην παραδοσιακή θεωρία του κράτους, η αναρχία κι η δικτατορία θεωρούνται τα δυο αντίθετα άκρα όλων των δυνατών μορφών κυριαρχίας, αλλά, όταν μιλάμε για την κομουνιστική δημοκρατία εναντίον του κράτους, δεν το κάνουμε στη βάση κάποιας ενδεχόμενης μεσολάβησης μεταξύ αναρχίας και δικτατορίας, εντελώς το αντίθετο. Προτείνουμε την υπέρβαση αυτού του διλήμματος, επειδή στον επαναστατικό αγώνα όχι μόνο δεν υπάρχει τίποτε έξω απ’ αυτόν, αλλά και το εσωτερικό του, που αυτός ο ίδιος ο αγώνας ορίζει, το μόνο που γνωρίζει είναι μια ανατρεπτική δύναμη, δηλαδή, το ‘από τα κάτω,’ που αντιτίθεται στο ‘από τα πάνω’ της εξουσίας. Η ύπαρξη του κομουνισμού πραγματοποιείται απ’ αυτό το ‘από τα κάτω,’ από τη μετατροπή των συντακτικών επιθυμιών σ’ εκφράσεις δύναμης κι εναλλακτικών περιεχόμενων. Επομένως, μπορεί επίσης να υπάρξει μια επανάσταση, όπως δίδασκε ο Γκράμσι, κι ‘εναντίον του Das Kapital.’

3) Το να είμαστε κομουνιστές σημαίνει ότι οικοδομούμε ένα νέο κόσμο, στον οποίον εξαλείφεται η εκμετάλλευση του κεφάλαιου κι η υποταγή στο κράτος. Ξεκινώντας από τις παρούσες περιστάσεις, εντελώς ρεαλιστικά, από τους ιστορικούς προσδιορισμούς, που χαρακτηρίζουν τις τρέχουσες συνθήκες, πώς μπορούμε να κινηθούμε προς τα μπρος, προς την πραγματοποίηση του κομουνισμού;

Πρώτα απ’ όλα, ας πούμε ότι αυτός ο ντετερμινισμός μπορεί να σπάσει και να ξεπερασθεί μόνο με την δόμηση μιας δύναμης, που είναι ανώτερη απ’ εκείνη της εξουσίας. Αλλά πώς το κάνουμε αυτό; Όπως είπαμε, η πολιτική ρήξη φαίνεται να είναι αναγκαία, όταν η απογοήτευση, η άρνηση, η αντίσταση κι οι αγώνες έχουν παραγάγει μια συντακτική δύναμη, που θέλει να αυτοπραγματοποιηθεί. Μόνο με τη δύναμη μπορεί να γίνει αυτή η κίνηση προς τα μπρος, να γίνει εφικτή η συντακτική ρήξη. Από απεργίες, βιομηχανικό σαμποτάζ, διάλυση και πειρατεία των συστημάτων κυριαρχίας και τη φυγή των μεταναστών μέχρι ταραχές, εξεγέρσεις και τους συγκεκριμένους σχηματισμούς της εναλλακτικής δύναμης: αυτά είναι τα πρώτα αναγνωρίσιμα σχήματα της συλλογικής επαναστατικής θέλησης.

Η κίνηση αυτή είναι θεμελιώδους σημασίας –η κομουνιστική φαντασία υπερυψώνεται τη στιγμή της ρήξης. Καλύτεροι μισθοί απέναντι στην εκμετάλλευση της εργασίας, καθολικό εισόδημα απέναντι στην οικονομική κρίση, δημοκρατία για όλους απέναντι στη δικτατορία: αυτές είναι οι εκβάσεις μιας ιστορίας, που παράγει τη συντακτική δύναμη. Αλλά αυτά δεν αρκούν. Ακόμη κι αν τα αίτια είναι ανεπαρκή, δεν καθίστανται λιγότερο αναγκαία, λιγότερο εκ των ουκ άνευ (sine qua non). Δεν αρκούν, γιατί δεν μπορεί να υπάρξει καμιά επανάσταση χωρίς οργάνωση, ακριβώς όπως η εξύμνηση του συμβάντος δεν αρκεί, όπως η προσφυγή στο μύθο ή η μυστικιστική αναφορά στη γυμνότητα των σωμάτων, στο όριο της φτώχειας, που αντιτάσσεται στην πανταχού παρουσία της καταπίεσης –τίποτε απ’ αυτά δεν αρκεί, γιατί ακόμη δεν υπάρχει κανένας ορθολογικός σχεδιασμός, που να επενδύει και να συμπεριλαμβάνει τα κινήματα της ρήξης με τη δύναμη της οργάνωσης.

Όπως έγραφε ο Σπινόζα, “Cupiditas, quae ex ratione oritur, excessum habere nequit” (Η επιθυμία, που πηγάζει από το λόγο, δεν μπορεί να είναι πλεοναστική) (Spinoza, Ethics, Μέρος IV, Πρόταση LXI, Dover Publications, 1959, σελ. 229), κάτι το οποίο, επομένως, απαγορεύει τον οποιοδήποτε ορισμό της επιθυμίας, που σταματά από μόνη της (που αυτολογοκρίνεται) σε κάποια (δήθεν αντικειμενικά) όρια. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι, όταν συλλογιζόμαστε και πειραματιζόμαστε πάνω σ’ αυτό το πλαίσιο, δεν λειτουργεί καμιά τελεολογία ή φιλοσοφία της ιστορίας, αλλά μόνο μια συλλογική επιθυμία, που οικοδομεί, με τη δύναμη, την οργανωμένη υπεραξία της μέσα από ολόκληρη την τυχαία διαδικασία των αγώνων: την υπεραξία του κομουνισμού σε σχέση με την ανιαρή επανάληψη της ιστορίας της εκμετάλλευσης. Μ’ αυτή την έννοια, ο κομουνισμός βρίσκεται πιο κοντά σε μας σήμερα (κάτι που δεν σημαίνει όμως ότι μας περιμένει στη γωνία), γιατί η υπεραξία, που εξάγεται από την εργατική δύναμη –καθώς αυτή μεταβάλλεται δια μέσου της γνωσιακής μεταμόρφωσης– μπορεί μόνο με δυσκολία να μεταφρασθεί και να μετατραπεί σ’ εκείνη την υπεραξία, που ο καπιταλισμός ξέρει να οργανώνει σε κέρδος. Η γνωσιακή εργασία είναι εντελώς δύσπεπτη για τον καπιταλισμό. Όμως, όπως ορισμένοι μας λένε, δεν υπάρχουν καθόλου ενδείξεις για να ισχυριστούμε ότι η σχέση μεταξύ του υποκειμενικού πλεονάσματος και του κομουνιστικού σχέδιου εκφράζεται μέσα από κινήματα ανατροπής κι εξέγερσης του πλήθους. Αυτό αληθεύει. Αλλά θα απαντούσαμε ότι ο ιστορικός υλισμός κι η εμμένεια (immanence) του επαναστατικού σχέδιου καταδεικνύουν ένα υποκείμενο, που στρέφεται εναντίον του κεφάλαιου, κι ένα πλήθος μοναδικότητων (singularities), που οργανώνεται μέσα στην αντικαπιταλιστική δύναμη (forza), όχι τυπικά, σαν κόμμα ή ώριμη κι ολοκληρωμένη οργάνωση, αλλά, δυνάμει της υπόστασής του, σαν αντίσταση, που είναι τόσο πιο ισχυρή και καλύτερα διαρθρωμένη, όσο πιο πολύ το ίδιο το πλήθος αποτελεί ένα σύνολο ιδιότυπων (singular) θεσμών. Το τελευταίο συμπεριλαμβάνει μορφές ζωής, αγώνες, οικονομικές και συνδικαλιστικές οργανώσεις, απεργίες, τη ρήξη με τις κοινωνικές διαδικασίες της εκμετάλλευσης, εμπειρίες επανάκτησης και κόμβους αντίστασης. Άλλοτε αυτά κερδίζουν σε μεγάλες συγκρούσεις πάνω σε θέματα, που είναι κεντρικά για την καπιταλιστική οργάνωση της κοινωνίας, ενώ άλλοτε χάνουν, μολονότι πάντοτε διατηρούν τα επίπεδα των ανταγωνισμών μ’ ένα τέτοιο τρόπο ώστε να μπορούν να λειτουργούν σαν υπολείμματα για νέους τρόπους διαδικασιών υποκειμενικοποίησης.

Το πλήθος είναι μια ομάδα θεσμών, που παίρνει διαφορετικές πολιτικές συνθέσεις με την πάροδο του χρόνου και σε σχέση με τις αποχρώσεις και τις μεταστροφές των σχέσεων εξουσίας. Είναι κάτι περισσότερο από τα στοιχεία της τεχνικής σύνθεσης του προλεταριάτου, όπως και περισσότερο από τις τυχαίες και/ή συγκυριακές οργανώσεις των καταπιεζόμενων: είναι οι πραγματικές στιγμές της πολιτικής ανασύνθεσης κι οι θρόμβοι της ανατρεπτικής παραγωγής της κομουνιστικής υποκειμενικότητας. Cupiditates! (Πάθη, επιθυμίες!) Οι στιγμές του είναι οι διαφορετικές και διαφοροποιημένες σχέσεις μεταξύ των εκφράσεων μιας επιθυμίας χειραφέτησης (της μισθωτής εργασίας, των κοινωνικών κινημάτων, των πολιτικών εκφράσεων) και της απαίτησης για πολιτικές και/ή οικονομικές μεταρρυθμίσεις.

Από τη σκοπιά της σύγχρονης βιοπολιτικής κοινωνίας, η σχέση μεταξύ μεταρρύθμισης κι επανάστασης είναι διαφορετική από ό,τι στις βιομηχανικές κοινωνίες. Είναι ουσιαστικός ο μετασχηματισμός, που έχει παρέμβει και μπορεί εύκολα να επαληθευθεί με μια γενικευμένη ανάλυση των μεθόδων της διακυβέρνησης (governance) στην άσκηση της κυριαρχίας, μέσα στο πλαίσιο της σύγχρονης εξασθένισης των κλασσικών μορφών διακυβέρνησης (government). Οι ροές, οι πιέσεις κι οι μεταβολές των σχέσεων διακυβέρνησης στις μετα-βιομηχανικές κοινωνίες καταδεικνύουν ένα νέο έδαφος, πάνω στο οποίο η πρόσκρουση κινημάτων και κυβερνήσεων ξετυλίγεται με εναλλασσόμενες εκβάσεις. Αλλά όλες τους πάντα φανερώνουν τον πολλαπλασιασμό των πλεονεκτημάτων για τους αγώνες και την οργάνωση των μεταρρυθμιστικών προτάσεων και των ανατρεπτικών εντάσεων, που μορφοποιούν και διαρθρώνουν εσωτερικά το πλήθος. Εδώ αρχίζουμε να αντικρίζουμε τους νέους θεσμούς του κοινού.

Η διαδικασία αυτή ενεργοποιείται από τα κάτω. Είναι μια κίνηση, η οποία επιβεβαιώνεται με δυναμικό τρόπο. Αντί για τη διαλεκτική, αυτό που την περιγράφει είναι η θέληση για κατάφαση. Δεν αποτελεί κάποια τελεολογία, εκτός αν καταλογίζουμε στην υλιστική θεωρία και την ανατρεπτική πράξη του Μακιαβέλι μια ηθική κι ιστορική τελεολογικότητα. Αντίθετα, το πλήθος είναι βυθισμένο μέσα σε μια διαδικασία μετάβασης, η οποία αρχίζει, όταν ‘το ένα διαιρείται σε δυο,’ όταν, όπως είπαμε πιο πάνω, είναι δύσκολη η μετατροπή της υπεραξιακής εργασίας του γνωσιακού προλεταριάτου σε κέρδος, οπότε το τελευταίο εμφανίζεται σαν μια επαναστατική υπεραξία (πλεόνασμα). Αντί για μετάβαση από μια φάση ή τρόπο παραγωγής σ’ έναν άλλο, πρόκειται για μια μεταβολή, η οποία ξετυλίγεται μέσα στο ίδιο το πλήθος, αποκαλύπτει και δρα πάνω στον ιστό, που συνδέει τις ανθρωπολογικές μεταμορφώσεις των υποκείμενων με τους κοινωνικούς και πολιτικούς μετασχηματισμούς κι, επομένως, και με τη δυνατότητα της κομουνιστικής χειραφέτησης. Η κοινωνία, στην οποία ζούμε, στην πραγματικότητα έχει πλήρως υπαχθεί στο κεφάλαιο. Ονομάζουμε αυτήν την κυριαρχία καπιταλιστική βιοεξουσία. Αλλά αν η βιοεξουσία αποτελεί το προϊόν της δραστηριότητας του κεφάλαιου, ακόμη κι όταν η ηγεμονία του είναι παγκόσμια, αυτή εξακολουθεί να βασίζεται σε μια σχέση: τη σχέση του κεφάλαιου, που είναι πάντοτε αντιφατική κι εν δυνάμει ανταγωνιστική, τοποθετημένη μέσα στην βιοπολιτική σφαίρα, όπου η ίδια η ζωή δοκιμάζεται μέσα στην εργασία κι η εξουσία επενδύει σ’ όλες τις πλευρές της. Αλλά ακόμη, όπου η αντίσταση είναι έκδηλη και το προλεταριάτο είναι παρόν σ’ όλα τα σχήματα, στα οποία πραγματοποιείται η κοινωνική εργασία. Όπου η δύναμη της γνωσιακής εργασίας εκφράζει το πλεόνασμα της υπεραξίας κι όπου σχηματίζεται το πλήθος. Το πλήθος αυτό δεν είναι αφοπλισμένο, γιατί όλες οι διαδικασίες, που το διαπερνούν, περιγράφουν επίσης και τις θεσμικές διαρθρώσεις του, όπως και τη συσσώρευση σ’ αυτό της αντίστασης και των υποκειμενικών αναδύσεων.

Όπως είπαμε, το πλήθος είναι ένα σύνολο από επιθυμίες και τροχιές αντίστασης, από αγώνες και συντακτική δύναμη. Προσθέτουμε ακόμη ότι είναι ένα σύνολο φτιαγμένο από θεσμούς. Ο κομουνισμός είναι δυνατός, γιατί ήδη υπάρχει σε μια μετάβαση, όχι σαν τέλος, αλλά σαν συνθήκη, είναι η ανάπτυξη των μοναδικότητων (singularities), ο πειραματισμός μιας τέτοιας κατασκευής και –μέσα στο σταθερό κύμα των σχέσεων εξουσίας– είναι μια ένταση, μια τάση και μια μεταμόρφωση.

4) Τι είναι η κομουνιστική ηθική; Όπως είδαμε, είναι η ηθική των αγώνων εναντίον του κράτους, γιατί κινείται από την αγανάκτηση για την υποταγή κι από την άρνηση της εκμετάλλευσης. Πάνω στον κόμβο της αγανάκτησης και της άρνησης βρίσκεται το δεύτερο στοιχείο του ορισμού της κομουνιστικής ηθικής, που είναι αυτό της μαχητικότητας (militance) και της κοινής κατασκευής των αγώνων εναντίον των αποκλεισμών και της φτώχειας, της αλλοτρίωσης και της εκμετάλλευσης.

Τα δυο αυτά στοιχεία (οι αγώνες κι η κοινή μαχητικότητα) ήδη ανοίγουν τον δρόμο πάνω σ’ ένα νέο επίπεδο: το επίπεδο ενός σύνολου μοναδικότητων (singularities), οι οποίες, παραιτούμενες από τη μοναξιά τους, δουλεύουν για να γίνουν ένα πλήθος –ένα πλήθος, που αναζητεί το κοινό πέρα από το ιδιωτικό. Σημαίνει αυτό ότι, έτσι, επιτυγχάνεται η δημοκρατία; Για σχεδόν τρεις αιώνες, αντιλαμβανόμασταν τη δημοκρατία σαν τη διαχείριση των δημόσιων αγαθών, την θεσμοποίηση της κρατικής ιδιοποίησης του κοινού. Αν σήμερα αναζητούμε πάλι τη δημοκρατία, χρειαζόμαστε να την ξανασκεφθούμε, ριζοσπαστικά πλέον, σαν την κοινή διαχείριση του κοινού. Μια τέτοια διαχείριση απαιτεί έναν επανορισμό του (κοσμοπολίτικου) χώρου και της (συντακτικής) χρονικότητας. Δεν πρόκειται πια για την περίπτωση του ορισμού μιας μορφής ενός κοινωνικού συμβόλαιου, σύμφωνα με το οποίο τα πάντα ανήκουν στον καθένα κι, επομένως, σε κανέναν: τα πάντα, καθώς παράγονται από τον καθένα, ανήκουν σ’ όλους.

Η μετατόπιση έχει να κάνει με το όνομα της οργάνωσης. Ολόκληρη η ιστορία των κομουνιστικών κινημάτων θεωρούσε το ζήτημα της οργάνωσης θεμελιώδους σημασίας, επειδή η οργάνωση αποτελεί μια συλλογική κατάσταση εναντίωσης, μια θεσμική αρχή κι, άρα, αυτή καθαυτή την ουσία της διαδικασίας της δόμησης του πλήθους. Τα γεγονότα της κρίσης του νεοφιλελευθερισμού, οι κουλτούρες του ατομικισμού, η φυσική άρνηση της μοναξιάς των ανθρώπινων όντων, που γεννούνται και μεγαλώνουν μέσα στην κοινωνία, η αναγνώριση ότι η μοναξιά είναι θάνατος, φανερώνονται σαν η οργάνωση της αντίστασης εναντίον της νέας αναγωγής στη μοναξιά, την οποία, μέσα στα πλαίσια μιας ατομικιστικής ηθικής, επιχειρεί το κεφάλαιο να επιβάλλει και πάλι πάνω στα υποκείμενα.

Τα πρώτα τρία στοιχεία μιας κομουνιστικής ηθικής είναι: η επαναστατικότητα εναντίον του κράτους, η κοινή μαχητικότητα (militance) κι η παραγωγή των θεσμών. Ξεκάθαρα, όλα αυτά διαπερνώνται από δυο θεμελιώδη πάθη: το πάθος, που ωθεί από τη φυσική στέρηση και την οικονομική φτώχεια προς μια δύναμη της εργασίας και της επιστήμης, η οποία είναι απελευθερωμένη από την εξουσία του κεφάλαιου. Και το πάθος της αγάπης, που οδηγεί από την άρνηση της μοναξιάς προς την πολιτική συγκρότηση του κοινού (δεν πρέπει να προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι η θρησκεία, η αστική αισθητική κι οι ιδεολογίες του new age προσπαθούν να ανακτήσουν, να μπερδέψουν και να εξουδετερώσουν τα πάθη αυτά). Με την κοινή συσπείρωση, την ανάπτυξη νέων μορφών κοινής συνύπαρξης στην αντίσταση και την οργάνωση, ανακαλύπτεται η συντακτική δύναμη του κομουνισμού. Μια τέτοια έννοια συντακτικής δύναμης δεν έχει τίποτε να κάνει με τις συνταγματικές δομές, που οργανώνονται από το κεφάλαιο και το κράτος του.
Από την άποψη αυτή, η δύναμη-potenza της εργατικής δύναμης-power, η ευρηματικότητα του πλήθους κι η συντακτική έκφραση του προλεταριάτου, από τη μια μεριά, και της καπιταλιστικής εξουσίας, της πειθαρχικής αλαζονείας της μπουρζουαζίας και του καταπιεστικού έργου του κράτους, από την άλλη μεριά, δεν έχουν καμιά αντιστοιχία μεταξύ τους. Επειδή η συντακτική ηθική του κομουνισμού διαπερνά βαθύτερα και διαποτίζει πληρέστερα την βιοπολιτική διάσταση της ιστορικής αναπαραγωγής και, καθώς η πάλη των τάξεων διαμορφώνει το ιστορικό ον, τώρα μπορεί αυτή να εξαπλωθεί μέσα στους προσδιορισμούς της εποχής μας πάνω σ’ ολόκληρο το σύνολο των βιοπολιτικών διαθετικότητων (dispositifs). Εδώ, η κομουνιστική ηθική αγγίζει το μεγάλο ζήτημα της ζωής (και του θάνατου) και παίρνει τον χαρακτήρα μιας αστείρευτης αξιοπρέπειας, όταν εμφανίζεται σαν η γενναιόδωρη και δημιουργική διάρθρωση της δύναμης (potenza) των φτωχών και της κοινής επιθυμίας για αγάπη, ισότητα κι αλληλεγγύη.

Έχουμε τώρα φθάσει στο σημείο, όπου αναδύεται και πάλι η ιδέα μιας πράξης της ‘χρηστικής αξίας.’ Αυτή η χρηστική αξία δεν βρίσκεται πλέον έξω αλλά μέσα στην ιστορία, που δημιουργείται από τους αγώνες. Δεν είναι πλέον μια ενθύμηση της φύσης ή η αντανάκλαση μιας προϋποτιθέμενης αρχής, ούτε μια χρονική στιγμή ή ένα συμβάν, που πέφτει στην αντίληψή μας, αλλά μια έκφραση, μια γλώσσα και μια πρακτική.

Τελικά, κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις, κάτι τέτοιο δεν αποτελεί μια ταυτότητα, μια αντανάκλαση πάνω στους συγκεκριμένους χαρακτήρες, που υποτίθεται ότι συνιστούν το σημείο της παρεμβολής μέσα στο καθολικό, αλλά είναι μια ανάμειξη, μια κοινή, μια πληθική, μια υβριδική και μπάσταρδη κατασκευή, το ξεπέρασμα όλων όσων αλλιώς ήσαν γνωστά σαν ταυτότητες στους προηγούμενους σκοτεινούς αιώνες. Ο άνθρωπος, που αναδύεται από μια τέτοια ηθική, είναι ένας πολύχρωμος Ορφέας, μια πενία, την οποία η ιστορία μας επιστρέφει σαν πλούτο, παρά σαν αρχή, σαν επιθυμία υπέρβασης, παρά σαν μιζέρια. Αυτή είναι η νέα χρηστική αξία: το κοινό. Η ίδια η ύπαρξή μας σηματοδοτεί μια σειρά από κοινές συνθήκες, τις οποίες διαρκώς θέλουμε να χειραφετήσουμε αποσύροντάς τες από την καπιταλιστική αλλοτρίωση και τον έλεγχο του κράτους. Η χρηστική αξία είναι η μορφή της τεχνικής σύνθεσης της εργασίας, που αποκτήθηκε τελευταία, όπως επίσης κι η κοινή πολιτική διαθετικότητα (dispositif), που βρίσκεται στα θεμέλια των πρακτικών για τη συγκρότηση του κόσμου μέσα στην ιστορία. Η νέα χρηστική-αξία αποτελείται από εκείνες τις διαθετικότητες του κοινού, που ανοίγουν νέους δρόμους για την οργάνωση των αγώνων και των δυνάμεων καταστροφής της καπιταλιστικής εξουσίας κι εκ
ς κι εκ

12/07/2008

ΜΕΡΙΚΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΣΥΓΚΥΡΙΑ Ή Η ΚΡΙΣΗ ΩΣ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ

Ας μιλήσουμε για την πραγματική κρίση

ΜΕΡΙΚΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΣΥΓΚΥΡΙΑ

Ή Η ΚΡΙΣΗ ΩΣ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ

Ας μιλήσουμε για την πραγματική κρίση

Προσπαθώντας να ανιχνεύσουμε την πολιτική και κοινωνική συγκυρία στην Ελλάδα αυτή την περίοδο, δεν μπορούμε παρά να ξεκινήσουμε από αυτό που τα καθεστωτικά ΜΜΕ και σχεδόν ολόκληρο το επίσημο πολιτικό φάσμα (από την άκρα δεξιά μέχρι κομμάτια της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς) ονομάζουν “οικονομική κρίση” ή ύφεση, και κυρίως με αυτό που έχει περιγραφή ως “ύφεση της πραγματικής οικονομίας”.

Για μια ακόμη φορά φαίνεται ότι ο διάλογος και ο προβληματισμός ακόμα και στον ευρύτερο αντικαπιταλιστικό χώρο δεν μπορεί να ξεφύγει από τον “οικονομίστικο” τρόπο ανάλυσης της πραγματικότητας. Τα επιχειρήματα και η ιδεολογία του κεφαλαίου παίρνονται ως η μόνη αποδεκτή πραγματικότητα και η συζήτηση επικεντρώνεται στην ατζέντα που θέτει το κεφάλαιο και οι ιδεολογικοί του εκπρόσωποι.

Έτσι ακόμα και τμήματα της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς ή της ριζοσπαστικής οικολογίας, ταυτίζουν το πρόβλημα με την οικονομία της αγοράς και όχι με την εμπορευματική οικονομία, με την ασυδοσία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και όχι με τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής.

Η επικέντρωση της συζήτησης στις “στρεβλώσεις” που ο νεοφιλελευθερισμός επιφέρει στην εμπορευματική παραγωγή, στρώνει το χαλί στις “εναλλακτικές” του πιο καλού και πιο “ανθρωποκεντρικού” κυβερνητικού διαχειριστή. Στρώνει το δρόμο στην επανεμφάνιση του ΠΑΣΟΚ και τον όποιων συνοδοιπόρων (Οικολόγοι Πράσινοι; διάσπαση της ανανεωτικής πτέρυγας του ΣΥΝ;) στην κυβερνητική εξουσία. Αυτή η διαδοχή της πολιτικής εξουσίας θα συνοδευτεί με την προσπάθεια για δημιουργία ψευδαισθήσεων ότι η κεντροαριστερή διαχείριση μπορεί να μας “γλιτώσει από τα χειρότερα”, ώστε να αναχαιτιστούν οι όποιες κοινωνικές αντιστάσεις θα μπορούσαν να αμφισβητήσουν την ουσία της εμπορευματικής οικονομίας.

Είναι λοιπόν ανάγκη από την πλευρά του ευρύτερου Αντικαπιταλιστικού χώρου να μετατοπιστεί η συζήτηση για την κρίση από τις “στρεβλώσεις” στην ίδια την καπιταλιστική σχέση. Κρίση είναι η υπαγωγή κάθε πτυχής της ανθρώπινης- κοινωνικής δραστηριότητας στο εμπόρευμα και το κεφάλαιο. Εάν οι ιδεολόγοι του κεφαλαίου εντοπίζουν την “κρίση” στα ποσοστά κερδοφορίας του κεφαλαίου και το ξεπέρασμά της στους “μηχανισμούς τόνωσης της αγοράς” και πάνω σε αυτά ανταλλάσσουν τα πυρά μεταξύ τους, εμείς πρέπει να εντοπίσουμε την κρίση στο ίδιο το κέρδος και το ξεπέρασμα της, στις κοινωνικές κατακτήσεις και αντιστάσεις που διαρρηγνύουν την εμπορευματική οικονομία. Ξαναφέρνοντας στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης την αντίφαση των αγαθών με τα εμπορεύματα, των αξιών χρήσης με τις ανταλλακτικές αξίες, την ανάπτυξη και την δυνατότητα να ζούμε πάνω σε έναν βιώσιμο πλανήτη, ξαναφέρνοντάς στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης τον ίδιο τον καπιταλισμό. Κρίση είναι ότι ο καπιταλισμός καταστρέφει αξίες χρήσεις για να διατηρήσει την κερδοφορία των ανταλλακτικών αξιών, και φυσικά μαζί με αυτές καταστρέφει τις ανθρώπινες ζωές και το περιβάλλον.

Το ζητούμενο δεν πρέπει να είναι εάν η αγορά θα “τονωθεί” με την επιχορήγηση των 28 δις ευρώ στις τράπεζες ή με την αύξηση των κρατικών δαπανών για την ανάπτυξη των “δημόσιων” επενδύσεων. Εάν θα μειωθούνε τα επιτόκια δανεισμού των επιχειρήσεων μέσω του κρατικού δανεισμού ή μέσω του “σημείου ισορροπίας” που θα ξαναβρεί το χρηματοπιστωτικό σύστημα μετά την “ταλάντωση” που δημιούργησε η “χωρίς έλεγχο ανάπτυξη του”.Το θέμα δεν είναι το ποσοστό του κρατικού παρεμβατισμού το οποίο είναι αναγκαίο για να επανέλθει η κερδοφορία του κεφαλαίου σε ικανοποιητικά επίπεδα και να αποκατασταθεί η ροή χρήματος στην αγορά. Τουλάχιστον όχι για εμάς.

Αντίθετα το θέμα για το ευρύτερο Αντικαπιταλιστικό Κίνημα είναι εάν, μέσα από την ανάπτυξη των κοινωνικών αγώνων και αντιστάσεων, μπορέσει όχι απλά να δημιουργήσει ρήξεις σε αυτές τις αντιλήψεις, που κυριαρχούν σαν απόψεις στην κοινωνία, αλλά να βάλει και τις βάσεις ώστε να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις να ξαναγίνει επίκαιρη η ανθρώπινη δραστηριότητα έξω από την σφαίρα της οικονομίας και του εμπορεύματος. Να μετατεθούν τομείς της κοινωνικής πρακτικής και των κοινωνικών πόρων από την ανταλλακτική αξία στην αξία χρήσης.

Αντί λοιπόν να ζητάμε και να προτείνουμε μορφές κρατικού παρεμβατισμού για την διέξοδο από την κρίση, μήπως ήρθε η ώρα να διεκδικήσουμε και να αρχίζουμε να πραγματώνουμε την αποκοπή από την σφαίρα της εμπορευματικής οικονομίας και την μετατροπή τους σε ΔΗΜΟΣΙΑ, ΔΩΡΕΑΝ, ΚΑΘΟΛΙΚΑ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΑΓΑΘΑ αυτά της παιδείας, της υγείας, των συγκοινωνιών , της στέγασης, της ενέργειας, της τροφής κλπ.;

Φυσικά όσο παραμένει η σχέση μισθωτής εργασίας- κεφαλαίου ο καπιταλισμός παραμένει κυρίαρχός του παιχνιδιού. Όσο η εργασία και κατ’ επέκταση η ίδια η ανθρώπινη υπόσταση παραμένουν εμπορεύματα, τα θεμέλια του καπιταλισμού μένουν άθικτα. Δεν πρέπει να έχουμε καμία αυταπάτη πάνω σε αυτό. Εναλλακτικές προτάσεις απέναντι στην κρίση του “τούρμπο καπιταλισμού”, που εφορμούν από μια ριζοσπαστική οικολογική αφετηρία, όσο δεν βάζουν ρητά την κοινωνικοποίηση των Μέσων Παραγωγής, την κατάργηση της εμπορευματικής οικονομίας και της μισθωτής εργασίας, παραμένουν στο πεδίο της αυταπάτης ότι μέσα από τις συγκεκριμένες κοινωνικές σχέσεις της ιδιοκτησίας των Μέσων Παραγωγής και της μισθωτής εργασίας, μπορούν να αναπτυχθούν μορφές παραγωγής και οικονομίας, με οικολογικά, τοπικά και άμεσοδημοκρατικά χαρακτηριστικά. Όσο υπάρχουν αυτοί που κατέχουν (ή διαχειρίζονται πχ κρατική ή επιχειρηματική γραφειοκρατία κλπ) τα μέσα παραγωγής (γη, εργοστάσια, πρώτες ύλες, εργαλεία, μέσα μεταφοράς πηγές ενέργειας κλπ) κανένα μοντέλο οικολογικής, τοπικής και αμεσοδημοκρατικής οικονομίας δεν μπορεί να εφαρμοστεί αφού βασικός παράγοντας της οικονομίας θα παραμένει πάντα το κέρδος. Ο μόνος τρόπος να δούμε μια κοινωνία, όπου η παραγωγή των αγαθών της και των αξιών χρήσης δεν θα είναι υποδουλωμένη στο κέρδος και στην ακόρεστη ανάγκη για ανάπτυξη, αλλά θα λειτουργεί κάτω από τα κριτήρια της οικολογίας, της τοπικότητας, των ανθρώπινων αναγκών και της άμεσης δημοκρατίας, είναι μια κοινωνία που θα καταστρέψει τις εμπορευματικές σχέσεις.

Όμως εάν το “οξυγόνο” του καπιταλισμού είναι η συνεχής και αδιάκοπη επέκταση του, η μετατροπή των πάντων σε εμπορεύματα, το να βρούμε τρόπους μέσα από τους συλλογικούς αγώνες τις κοινωνικές αντιστάσεις και αυτοοργανωμένες δομές ώστε να αποσπάσουμε από το κεφάλαιο και τις εμπορευματικές σχέσεις τομείς τις ανθρώπινης- κοινωνικής δραστηριότητας είναι ένας τρόπος να “κόψουμε” το οξυγόνο στο κεφάλαιο. Ένας τρόπος να το “πολιορκήσουμε” αφαιρώντας του τον ζωτικό χώρο που έχει ανάγκη για την αδιάκοπη επέκταση του. Ένας τρόπος όχι μόνο να αμφισβητήσουμε την παντοδυναμία του, αλλά ακόμα παραπέρα την ίδια την αναγκαιότητα της εμπορευματικής οικονομίας, της ίδιας της σχέσης μισθωτής εργασίας-κεφαλαίου.

Προς μια κοινωνική και πολιτική πόλωση

Ζούμε ήδη μια διαδικασία κοινωνικής πόλωσης που βρίσκεται σε εξέλιξη. Η εμφάνιση της άκρας δεξιάς σε κοινοβουλευτικό επίπεδο ακολουθεί την εδώ και καιρό συγκρότηση της κοινωνικής της βάσης. Μίας βάσης που έχει εδώ και καιρό νομιμοποιήσει τις ρατσιστικές, εθνικιστικές, θρησκόληπτες πεποιθήσεις πριν αυτές βρουν κοινοβουλευτική εκπροσώπηση. Σε περιόδους κρίσης το κεφάλαιο προστρέχει στις δυνατότητες που του δίνουν τέτοιου τύπου ιδεολογίες για να μπορέσει να ανασυγκροτήσει την ηγεμονία του, μέσα σε ένα περιβάλλον οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής αστάθειας που διαμορφώνεται μέσα στην σημερινή συγκυρία. Στην προσπάθεια για ηγεμονία και σταθερότητα του συστήματος εκμετάλλευσης και κυριαρχίας, τμήματα των καπιταλιστών και των πολιτικών και πολιτειακών (πχ δικαστές) διαχειριστών του συστήματος θα προσπαθήσουν να κολακέψουν, να αναπτύξουν και να εκμεταλλευτούν τα συντηρητικά αντανακλαστικά ώστε να συγκροτήσουν κοινωνικές συμμαχίες απέναντι σε εκείνα τα κομμάτια της κοινωνίας που κάτω από το βάρος της κρίσης και της συμμετοχής τους στους κοινωνικούς αγώνες ριζοσπαστικοποιούνται. Ο εχθρός είναι ο “άλλος”, ο “ξένος”, ο “διαφορετικός” και όχι το κεφάλαιο. Αυτός μας κλέβει τις δουλειές και την αξιοπρέπεια (όπως γράφει το ΛΑ.Ο.Σ. στις αφίσες του) και όχι τα αφεντικά . Κρίση είναι ότι μοιραζόμαστε την φτώχια μας με τους πιο φτωχούς και όχι η ύπαρξη της φτώχιας δίπλα στην αφθονία. Η ρητορική της Άκρας Δεξιάς στόχο έχει να μεταφέρει τον ανταγωνισμό ανάμεσα στους “από κάτω” για να μην εκδηλωθεί ή για να αποδυναμωθεί ο ανταγωνισμός ανάμεσα στους “από κάτω” και τους “από πάνω”.

Από την άλλη εδώ και καιρό μέσα στην ελληνική κοινωνία δημιουργείται ένας κοινωνικός πόλος που βλέπει ως μόνη λύση απέναντι στην χειροτέρευση των όρων ζωής του σε όλα τα επίπεδα, την υπεράσπιση των εργασιακών δικαιωμάτων και του δημόσιου χαρακτήρα μιας σειράς τομέων του κοινωνικού βίου (παιδεία, υγεία, περιβάλλον κλπ). Ακόμα όμως και αυτός ο κοινωνικός πόλος δεν είναι ομογενοποιημένος. Δεν ταυτίζεται ούτε στο εύρος της κριτικής (δεν είναι οι πιο πολλοί από αυτούς αντικαπιταλιστές), δεν συμμερίζονται τις ίδιες αγωνίες (π.χ. δεν έχουν τα ίδια αντανακλαστικά απέναντι στον ρατσισμό, τον εθνικισμό, τον αντισημιτισμό, το σεξισμό, τον θρησκευτικό φανατισμό, την κρατική καταστολή), δεν έχουν την ίδια ενεργό συμμετοχή στα κοινωνικά κινήματα και τις πολιτικές διεργασίες (άλλοι είναι ενεργοί στον Α ή στο Β βαθμό, ενώ άλλοι έχουν εκχωρήσει την αντιπροσώπευση των συλλογικών συμφερόντων τους στους επαγγελματίες της πολιτικής ή του συνδικαλισμού).

Τα εκλογικά και δημοσκοπικά ποσοστά της Αριστεράς βασίζονται ακριβώς στην εμφάνιση αυτού του πόλου μέσα στους κοινωνικούς αγώνες τις προηγούμενης περιόδου. Αγώνες που μπορεί να μην μπόρεσαν να συντονιστούν και να αποτελέσουν ένα ενιαίο αγωνιστικό μπλοκ κοινωνικής αντιπολίτευσης, κατάφεραν όμως να τραβήξουν μια διαχωριστική γραμμή μέσα στον κοινωνικό ιστό. Ο κοινωνικός αυτός πόλος συγκροτείται γύρο από τις έννοιες του Συλλογικού Δικαιώματος, του Δημόσιου Αγαθού, της Αντίστασης, της Ισότητας, των Κοινωνικών και Πολιτικών Ελευθερίων, της προστασίας του περιβάλλοντος και ως ένα βαθμό της ανατροπής της κυριαρχίας του κεφαλαίου.

Η αντανάκλαση αυτής της κοινωνικής πόλωσης στο πολιτικό πεδίο φαίνεται στην αδυναμία του δικομματικού πόλου να συνεχίσει με τον τρόπο που το έκανε την διαχείριση της κυβερνητικής εξουσίας, την γενικότερη έλλειψη εμπιστοσύνης του κόσμου στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία, στην με μόνιμα χαρακτηρίστηκα εμφάνιση ενός ακροδεξιού πολιτικού χώρου, στην ενίσχυση των ποσοστών της Αριστεράς, στην ανάπτυξη σε πανελλαδικό επίπεδο όλο και πιο πολλών Αναρχικών, Αντιεξουσιαστικών και Αυτόνομων συλλογικοτήτων και δομών (καταλήψεις, στέκια κλπ). Στην αναβάθμιση της παρέμβασης τόσο των Α/Α/Α ομάδων όσο και της Αριστεράς στα κοινωνικά κινήματα.

Από την ιδεολογική προπαγάνδα στους αυτοοργανωμένους κοινωνικούς αγώνες

Τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της περιόδου γίνονται καθαρά, όταν δούμε ότι έχουμε περάσει από την φάση της ιδεολογικής προπαγάνδας και των συμβολικών ενεργειών στην συμμετοχή σε μια σειρά αυτοοργανωμένων κοινωνικών αγώνων, που όχι μόνο αποκτάν κάποιες φορές συγκρουσιακά χαρακτηριστικά, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις ξεπερνάνε την μορφή των διεκδικητικών αγώνων και παίρνουν χαρακτηριστικά συγκρότησης ανταγωνιστικών δομών, ως προς τα κυρίαρχα μοντέλα που προωθούνται στην καπιταλιστική αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Και μιλάμε για τα κυρίαρχα μοντέλα της αγοράς, της διαμεσολάβησης, της ανάθεσης και της παθητικότητας (επίσημος συνδικαλισμός, τοπική “αυτοδιοίκηση”, ΜΚΟ, κλπ)

Αυτοί οι αγώνες παρόλο που μπορεί να φαίνονται μερικοί, αποσπασματικοί και ασυντόνιστοι σε σχέση με τις “ανάγκες της περιόδου”, είναι πολλές φορές αγώνες που έρχονται από το μέλλον σε σχέση με το περιεχόμενο, τις μορφές και τα υποκείμενα που αναδεικνύουν. Μπορεί απλώς να είναι φωτοβολίδες που σχίζουν στιγμιαία το σκοτάδι της καπιταλιστικής βαρβαρότητας, μπορεί όμως να είναι και οι εμπροσθοφυλακές των “μικρών μας ορδών που αναζητούν την ουτοπία”, εδώ και τώρα.

Κάτι αλλάζει λοιπόν;

Από τους αγώνες ενάντια στις αναπλάσεις και την περίφραξη των δημόσιων χώρων και τις δράσεις ενάντια στις κεραίες κινητής μέχρι τον αγώνα των κατοίκων της Λευκίμης ενάντια στον ΧΥΤΑ και της Θίσβης ενάντια στο εργοστάσιο του Λιθάνθρακα.

Από το μεγάλο ΦΚ για το άρθρο 16 μέχρι τους “εμβρυακούς” και “μοριακούς” αυτόνομους εργατικούς αγώνες.

Από τις απαλλοτριώσεις των Αναρχικών στα S/M ως τους αγώνες ενάντια σε απολύσεις εργαζομένων .

Από τον πολαπαλασιασμό των ορατών σημείων του Αντικαπιταλιστικού Χώρου (αυτοδιαχειριζόμενα στέκια, καταλήψεις κλπ), έως την δημιουργία όλο και πιο πολλών Επιτροπών Αγώνα σε γειτονιές και πόλεις.

Από το κίνημα των κρατουμένων στις φυλακές, έως τους πρόσφυγές που σηκώνουν τη φωνή και τη γροθιά τους στην Πάτρα, την Πέτρου Ράλλη και τον Αγ Παντελεήμονα.

Αναδύονται στο δημόσιο κοινωνικό χώρο νέοι αγώνες με νέα υποκείμενα, περιεχόμενα και μορφές συγκρότησης Η πολυπλοκότητα του ταξικού και κοινωνικού ανταγωνισμού, πάντα ξεπερνούσε τα συνδικαλιστικά και πολιτικά πλαίσια μέσα από τα οποία ήταν κυρίως αντιληπτή (συνδικάτο- οικονομικός αγώνας, κόμμα- πολιτική εκπροσώπηση). Στην σημερινή συγκυρία όμως αυτή η πολυπλοκότητα γίνεται ορατή. Η Αριστερά αλλά και η πλειοψηφία του Αντικαπιταλιστικού Χώρου αντιλαμβάνονται αυτή την πολυπλοκότητα ως αδυναμία και όχι ως δυνατότητα. Την αντιλαμβάνονται ως κατακερματισμό και πολυδιάσπαση και όχι ως διάχυση του ταξικού και κοινωνικού ανταγωνισμού.

Αντίθετα όμως από αυτή την αντίληψη που εφορμά (ομολογημένα ή ανομολόγητα) από την Λενινιστική θέση της “πρωτοπορίας”, η ορατότητα της πολυπλοκότητας του ταξικού και κοινωνικού ανταγωνισμού δημιουργεί μια σειρά από δυνατότητες στο Ανταγωνιστικό Κίνημα. Αναδεικνύει την αδυναμία του καπιταλισμού να ανταποκριθεί στο σύνολο των ανθρώπινων αναγκών. Δημιουργεί δομές, μορφές, αιτήματα και περιεχόμενα αγώνα έξω από τις επίσημες θεσμοποιημένες δομές του γραφειοκρατικού συνδικαλισμού και της κοινοβουλευτικής πολιτικής και τους μηχανισμούς αφομοίωσης που αυτές οι δομές έχουν συγκροτήσει. Εμφανίζονται δίπλα στους διεκδικητικούς κοινωνικούς και ταξικούς αγώνες κινηματικές πρακτικές που αμφισβητούνε την εμπορευματική φύση του καπιταλισμού . Όχι βέβαια στο εύρος και στην διάσταση που αυτές οι αντιεμπορευματικές πρακτικές να αποτελούν αντίπαλο δέος στον Καπιταλισμό, αλλά παρόλο που παραμένουν περιορισμένες, εφήμερες και αποσπασματικές είναι πλέον κοινωνικά ορατές, σε μια αμφίδρομη σχέση με την κοινωνία και όχι αυτόαναφορικές.

Η “κρίση” ως δυνατότητα και από τις δυο πλευρές του κοινωνικού και ταξικού ανταγωνισμού.

Η “κρίση” από την μεριά δημιουργεί ρήγματα στην ιδεολογική ηγεμονία του κεφαλαίου, από την άλλη όμως αποτελεί και την αφορμή για μια νέα επίθεση του κεφαλαίου ώστε να εντείνει και να διευρύνεί την εκμετάλλευση και τους όρους υπαγωγής του ανθρώπου και της φύσης στο κεφάλαιο. Δεν είναι μονάχα η προσπάθεια για άμεση και έμμεση μείωση του εργατικού κόστους στο όνομα της “βιωσιμότητας” των επιχειρήσεων. Είναι ολοένα και πιο έντονη προσπάθεια να μετατραπούν τα πάντα μέσω τις ιδιοκτησίας σε εμπορεύματα. Από την γνώση και το νερό μέχρι τα γονίδια και το διάστημα, από τις κοινωνικές υποδομές και τα δημόσια αγαθά, μέχρι τις ιδιότητες της ίδιας της έμβιας ζωής. Ενώ ο καπιταλισμός “δείχνει σημάδια “κόπωσης” και “ύφεσης”, την ίδια στιγμή ετοιμάζεται για ένα νέο άλμα στις μορφές εκμετάλλευσης και κυριαρχίας.

Το ίδιο και από την άλλη μεριά του “πλήθους” (χρησιμοποιούμε αυτόν τον ορισμό των Νέγκρι και Χάρτ για να περιγράψουμε την πολυπλοκότητα των υποκειμένων που υφίστανται την εκμετάλλευση και την κυριαρχία του κεφαλαίου, χωρίς να υπάγονται αναγκαστικά άμεσα στην σχέση κεφαλαίου- μισθωτής εργασίας). Εκεί που η κρίση εμφανίζεται ως άμεση επιδείνωση του βιοτικού επιπέδου των ανθρώπων σε όλο τον πλανήτη, εκεί που η επέκταση της καπιταλιστικής παραγωγής καταστρέφει το περιβάλλον, εκεί που οι δυνατότητες καταστολής και επιτήρησης του “πλήθους” φαίνεται να παίρνουν χαρακτηριστικά μιας κοινωνίας του “Μεγάλου Αδερφού”, εκεί ακριβώς κάτι αρχίζει να τρίζει στην ιδεολογική ηγεμονία του κεφαλαίου. Μπορεί αυτό το τρίξιμο να μην μετατρέπεται αυτόματα σε ένα τεράστιο ρήγμα, αλλά δημιουργεί ρωγμές, ρωγμές που πολλαπλασιάζονται αποσταθεροποιώντας το ίδιο το σύστημα της καπιταλιστικής ηγεμονίας. Αυτή η αποσταθεροποίηση δεν συνεπάγεται την ντε φάκτο ανατροπή του καπιταλισμού. Δημιουργεί όμως δυνατότητες προς αυτή την κατεύθυνση.


3/20/2008

Μαρξισμός και Ελεύθερο Λογισμικό

Γιώργος Παπανικολάου
17th March 2008

Πρόκειται για δοκίμιο του Raoul Victor που δημοσιεύθηκε στη λίστα του oekonux και μετέφρασε στην ελληνική γλώσσα ο Δημήτρης Παλαιοκώστας. Καθώς, για ιστορικούς λόγους, υπάρχει ένας σημαντικός αριθμός ανθρώπων που ασχολήθηκαν με τον Μαρξισμό στη χώρα μας το δοκίμιο προβάλει μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα οπτική για τις σχέσεις μαρξισμού και ΕΛ/ΛΑΚ. Θα παρουσιαστεί εδώ σε δύο ενότητες.

Θα ασχοληθώ με τρία ερωτήματαΣε ποιο βαθμό ο Μαρξισμός επιβεβαιώνεται από την πραγματικότητα του ελεύθερου λογισμικού;Σε ποιο βαθμό ο Μαρξισμός αμφισβητείται από αυτή την πραγματικότητα ;Ποια σχέση υπάρχει μεταξύ της πάλης των τάξεων και του ελεύθερου λογισμικού;

Αρχικά θα ήθελα να κάνω μερικές παρατηρήσεις σε ότι αφορά το νόημα που προσδίδω στις έννοιες: Ελεύθερο λογισμικό και Μαρξισμός.
Με τον όρο ελεύθερο λογισμικό αντιλαμβάνομαι μία «ηθική» με συγκεκριμένη στάση απέναντι στο λογισμικό. Καταγράφω τέσσερα χαρακτηριστικά1. Δεν υπόκειται σε σχέσεις εμπορικές σχέσεις αγοραστή/πωλητή2. Δεν έχει πατρίδα3. Η συνεργασία αποτελεί τη βάση της δραστηριότητας4. Η ικανοποίηση της προσφοράς προς την κοινότητα αποτελεί στόχο της παραγωγής

Ο Μαρξισμός είναι σαφώς ποιο δύσκολο να κωδικοποιηθεί. Ο Raymond Aron συνήθιζε να λέει ότι ο Μαρξισμός έχει την ιδιαιτερότητα ότι μπορεί να εξηγηθεί σε 5 λεπτά , 5 ώρες , 5 χρόνια ή μισό αιώνα. Εδώ θα ήθελα να κάνω δύο παρατηρήσεις.

-Δεν αποδέχομαι ως Μαρξιστικές τις Σταλινικές ιδεολογίες. Ο Σταλινισμός δεν είναι Μαρξισμός ή καλύτερα είναι μία νόθευση (διαστρέβλωση) η οποία οδηγεί στο αντίθετο των στόχων του Μαρξισμού: αντί για μία παγκόσμια μη εμπορική οικονομία ο Σταλινισμός υπερασπίζεται ένα εθνικό κρατικό καπιταλισμό. Οι μαρξιστές αριστεροί κομμουνιστές της Γερμανίας και της Ολλανδίας το γνώριζαν αυτό από την δεκαετία του 20.

-Ως Μαρξισμό αντιλαμβάνομαι την θεωρία η οποία , μεταξύ άλλων, ισχυρίζεται ότι η εξέλιξη του καπιταλισμού οδηγεί στην δημιουργία μίας νέας μετά-καπιταλιστικής κοινωνίας.

-χωρίς εμπορικές σχέσεις (και πρωτ’απ’όλα χωρίς μισθωτή εργασία)-χωρίς πατρίδες (”Οι εργάτες δεν έχουν πατρίδα”)-βασισμένη στην ελεύθερη συνεργασία των παραγωγών (χωρίς τάξεις), όπου “η ελεύθερη ανάπτυξη του κάθε ένα αποτελεί όρο για την ελεύθερη ανάπτυξη όλων”.

Η σύμπτωση μεταξύ μεταξύ Μαρξισμού και ελεύθερου λογισμικού είναι εντυπωσιακή. Αυτό μας οδηγεί στο πρώτο ερώτημα: Σε ποιο βαθμό ο Μαρξισμός επιβεβαιώνεται από τη εμφάνιση του ελεύθερου λογισμικού;

Ο Μαρξ δεν επινόησε τον κομουνισμό. Σε πρωτόγονη μορφή , ο κομουνισμός είναι μία πολύ παλιά ιδέα. Οι σκλάβοι τις αρχαιότητας τον ονειρεύτηκαν , όπως επίσης και κάποιοι από τους πρώτους χριστιανούς , ή τους τους εξεγερμένους χωρικούς του μεσαίωνα. Δεν γνωρίζω όλες τις θρησκείες οι οποίες πιστεύουν στον παράδεισο, αλλά σίγουρα δεν γνωρίζω καμία στην οποία τα χρήματα και οι εμπορικές σχέσεις να κυβερνούν τον παράδεισο.

Ο Μαρξ ανέπτυξε την άποψη ότι για πρώτη φορά στην ιστορία η υλοποίηση του ονείρου καθίσταται δυνατή με την ανάπτυξη του καπιταλισμού , όπως ακριβώς ο καπιταλισμός δημιουργήθηκε αιώνες πριν μέσα από την ανάπτυξη της φεουδαρχίας. Η νέα κοινωνία θα είναι το αποτέλεσμα της εξέγερσης των παραγωγικών δυνάμεων ενάντια στις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής.

Για τον Μαρξ , η ιστορία δεν έχει κάποιο στόχο, αλλά μία κατεύθυνση κίνησης: την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, δηλαδή των ανθρώπινων και υλικών μέσων παραγωγής της κοινωνικής ζωής. Οι σχέσεις παραγωγής είναι οι σχέσεις που αναπτύσσουν οι άνθρωποι για την χρήση των παραγωγικών δυνάμεων. Σε τελική ανάλυση οι παραγωγικές σχέσεις καθορίζονται από την ανάγκη ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Μία πολύ γνωστή φράση του Μαρξ λέει: ¨Ο χειροκίνητος μύλος σας δίνει την κοινωνία με τον άρχοντα φεουδάρχη , ο ατμοκίνητος μύλος σας δίνει τον βιομηχανικό καπιταλιστή».

Η ιστορική εξέλιξη δεν είναι αρμονική. Η ροή της είναι ανώμαλη, αντιφατική, με μεγάλα άλματα μπροστά και περιόδους οπισθοχώρησης. Είναι το αποτέλεσμα της πάλης των αντιθέσεων. Παραδείγματος χάριν : η φεουδαρχία επέτρεψε την ανάπτυξη του εμπορίου αλλά σε κάποιο βαθμό ανάπτυξης, οι φεουδαρχικές σχέσεις έγιναν εμπόδιο στην ανάπτυξή του. Εντός του φεουδαρχικού συστήματος κάθε εμπορική μεταφορά αγαθών υποβάλλονταν σε φόρο από τον τοπικό φεουδάρχη. Αλλά καθώς το εμπόριο αναπτυσσόταν σε ποσότητα και αποστάσεις, ολοένα και περισσότερο οι φόροι –διόδια εμφανίζονταν ως παραλογισμός, αποτελώντας τροχοπέδη για την ανάπτυξή του. Για να καταστεί δυνατή η ανάπτυξη του εμπορίου και των ανθρώπων που είχαν συμφέρον από το εμπόριο, προέκυψε η επανάσταση ενάντια στους φεουδαρχικούς νόμους.

Το ελεύθερο λογισμικό προέκυψε μέσα από την ανάπτυξη των τεχνολογιών που δημιουργήθηκαν μέσα στον καπιταλισμό : τρανσίστορς , υπολογιστές κλπ. Το λογισμικό είναι μία τεράστια πρόοδος των παραγωγικών δυνάμεων. Είναι ένα ανθρώπινο προϊόν, το οποίο μπορεί να αποτελεί μέσο παραγωγής όπως ακριβώς ένα σύστημα οδήγησης μίας γραμμής συναρμολόγησης, ή ένα μέσο κατανάλωσης όπως ένα φιλμ ή ένα παιχνίδι, και επιπλέον έχει τη νέα και ξεχωριστή ιδιότητα να αναπαράγεται με ελάχιστο κόστος. Οι κεφαλαιοκρατικοί νόμοι όμως περιορίζουν την πλήρη ανάπτυξη αυτής της ιδιότητας: πνευματικά δικαιώματα , copyright κλπ. Το ελεύθερο λογισμικό είναι η εξέγερση των νέων παραγωγικών δυνάμεων απέναντι στις παλαιές κεφαλαιοκρατικές σχέσεις παραγωγής.

Ο Μαρξ δεν γνώρισε ούτε υπολογιστές ούτε λογισμικό. Η πραγματικότητα των αντιθέσεων, που έδωσε ζωή στο ελεύθερο λογισμικό, αποτελεί μια τέλεια επιβεβαίωση της θέσης του για την ιστορία.

Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Το ελεύθερο λογισμικό είναι επίσης επιβεβαίωση της μαρξιστικής άποψης ότι η μετα-καπιταλιστική κοινωνία μπορεί να είναι μία παγκόσμια μη-εμπορική κοινωνία , και όχι μία γραφειοκρατική κοινωνία μισθωτής σκλαβιάς. Τέλος, επιβεβαιώνει την Μαρξιστική άποψη ότι οι ιδέες του κομουνισμού δεν είναι το αποτέλεσμα σκέψης ενός λαμπρού μυαλού αλλά της κίνησης της ίδιας της καπιταλιστικής κοινωνίας. Ακόμα και εάν πολλοί χάκερς ακόμα πιστεύουν ότι «Μαρξισμός» σημαίνει εκατομμύρια θανάτων τον 20ο αιώνα, στην πραγματικότητα δρουν χωρίς να το γνωρίζουν, με βάση κάποιες βασικές αρχές του Μαρξισμού.

Σε ποιο βαθμό ο Μαρξισμός αμφισβητείται από το ελεύθερο λογισμικό;

Για τον Μαρξισμό δεν υπάρχει πιθανότητα ανάπτυξης μίας μορφής κομουνιστικής οικονομίας εντός του καπιταλισμού. Η επαναστατική τάξη, η εργατική τάξη , είναι η εκμεταλλευόμενη τάξη χωρίς δύναμη στην οικονομία. Δεν έχει την δύναμη να αναπτύξει μία νέα μορφή κοινωνικής οργάνωσης χωρίς πρώτα να κάνει μία πολιτική επανάσταση, αντίθετα με το παρελθόν όπου η επαναστατική τάξη, όπως για παράδειγμα η αστική τάξη, είχε χτίσει την οικονομική της δύναμη εντός της φεουδαρχίας, εντός της παλαιάς κοινωνίας.

Ο Graham Seaman, σε ένα μήνυμα της Αγγλικής λίστας είπε ότι η ιδέα αυτή “δεν φαίνεται κατηγορηματικά στον Μαρξ. Αλλά με βεβαιότητα φαίνεται να γίνεται αποδεκτή απ’ όλους τους κομμουνιστές μετά τον Μαρξ”.

Ο Marx έγραψε για τους συνεταιρισμούς εργαζομένων, οι οποίοι συνιστούσαν ένα σημαντικό μέρος του κινήματος των εργαζομένων στο 19ο αιώνα. Είπε ότι η σχέση κεφαλαιοκράτη-εργάτη εξαλείφθηκε, ως ένα βαθμό, μέσα στο συνεταιρισμό. Αλλά επέμεινε στο γεγονός ότι παρέμειναν φυλακισμένοι του περιβάλλοντος κεφαλαιοκρατικού κόσμου, ότι οι εργαζόμενοι ήσαν στην πραγματικότητα οι συλλογικοί κεφαλαιοκράτες του εαυτού τους και ότι δεν θα μπορούσαν να αντισταθούν στην ανάπτυξη μονοπωλίων. Ο Marx δεν ανέπτυξε ποτέ μια θεωρία για μια πιθανή συνύπαρξη μεταξύ της κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής και βιώσιμων σταθερών σπόρων κομμουνισμού.
————————————————————
Πριν πάμε στο τρίτο ερώτημα, ίσως είναι ενδιαφέρον να ρίξουμε μία ματιά στην διαφορά μεταξύ του κόσμου των συνεταιρισμών και του κόσμου του ελεύθερου λογισμικού. Μήπως το ελεύθερο λογισμικό απορροφηθεί, ενσωματωθεί από τον καπιταλιστικό κόσμο όπως ακριβώς οι συνεταιρισμοί ;

Οι συνεταιρισμοί παραμένουν στον χώρο του εμπορίου, των εμπορικών ανταλλαγών τουλάχιστον σε ότι αφορά τον «εξωτερικό» κόσμο. Πωλούν ότι παράγουν και αγοράζουν ότι χρειάζονται. Η πιθανή «μη καπιταλιστική» φύση τους παραμένει κλειδωμένη μεταξύ των μελών του. Η κοινότητα του ελεύθερου λογισμικού είναι το αντίθετο. Δεν είναι μόνο μεταξύ των μελών όπου οι σχέσεις είναι διαφορετικές από του καπιταλισμού. Το ελεύθερο λογισμικό είναι ανοικτό στον «εξωτερικό» κόσμο. Η κοινότητα «δίνει» τα προϊόντα της έξω από τον κόσμο της και κάνοντας αυτό έχει την τάση να εξάγει μία νέα οικονομική σχέση. Αυτό είναι το πιο δυνατό όπλο επιβίωσης και ανάπτυξης.

Είναι και θα είναι δύσκολο για τον καπιταλισμό να παλέψει ενάντια σε αυτή την ανάπτυξη. Το ελεύθερο λογισμικό είναι «ελεύθερο», φθηνό , και είναι πολύ σημαντικό για ένα σύστημα όπου η παραγωγή βασίζεται στην ανταγωνιστικότητα, μέσα από χαμηλά κόστη. Η IBM, για παράδειγμα, υιοθέτησε το linux εν μέρει για να αποδράσει από το μονοπώλιο της Microsoft, αλλά επίσης για να γίνει πιο ανταγωνιστική. Η κίνησή της αυτή όμως επιτρέπει και ενθαρρύνει την ανάπτυξη του ελεύθερου λογισμικού. Σε κάποιο βαθμό, μπορεί να γίνει παραλληλισμός με την φεουδαρχία να παλεύει ενάντια στον καπιταλισμό. Ο καπιταλισμός αναπτύχθηκε κυρίως στις φεουδαρχικές πόλεις. Αλλά οι βασιλείς, στη Γαλλία για παράδειγμα, στη μάχη τους ενάντια σε άλλους γαιοκτήμονες έπρεπε να υποστηρίξουν τις πόλεις, γεγονός που με τη σειρά του βοήθησε την ανάπτυξη του καπιταλισμού. Στο τέλος , οι πόλεις επαναστάτησαν καταστρέφοντας την εξουσία των βασιλέων.

Η πραγματικότητα του ελεύθερου λογισμικού αντιτίθεται στον μαρξισμό σε ένα συγκεκριμένο ερώτημα: στην πιθανότητα εμφάνισης σπερμάτων κομουνισμού εντός του καπιταλισμού. Η ιδέα όμως της αναγκαιότητας μιας πολιτικής σύγκρουσης, επανάστασης, που θα επιτρέψουν στα σπέρματα να αποτελέσουν την βάση της νέας κοινωνίας πιστεύω ότι παραμένει σωστή.

Ποια είναι η σχέση μεταξύ πάλης των τάξεων και ελεύθερου λογισμικού;
Το τρίτο ζήτημα που ήθελα να πραγματευτώ είναι η σχέση του ελεύθερου λογισμικού με την ταξική πάλη.

Σύμφωνα με τη θεωρία του Μαρξ , η μετα καπιταλιστική κοινωνία θα οικοδομηθεί από την εργατική τάξη δηλαδή από τους ανθρώπους οι οποίοι αποτελούν αντικείμενο εκμετάλλευσης σύμφωνα με τους καπιταλιστικούς νόμους της μισθωτής εργασίας και του κέρδους. Από την εποχή της Παρισινής κομμούνας, το 1871, η ιδέα αυτή έχει επιβεβαιωθεί από την ιστορία σε διαφορετικές περιπτώσεις. Τουλάχιστον εν μέρει , καθώς εκατοντάδες χιλιάδες εργάτες υπερασπίζονταν αντικαπιταλιστικές ιδέες και την ανάγκη μιας νέας κοινωνίας: Ρωσία 1905, Ρωσία 1917, Γερμανία 1918-19, Ουγγαρία 1919, Ιταλία 1920, Ισπανία 1936, Ουγγαρία 1956, στο τέλος της δεκαετίας του 60 και τη δεκαετία του 70 στην Γαλλία, Ιταλία, Αργεντινή, Πορτογαλία κλπ. Αλλά όλα αυτά τα κινήματα ηττήθηκαν. Υπάρχουν πολύ λόγοι που το εξηγούν. Σε όλες όμως υπήρχε μία τεράστια αδυναμία: Η έλλειψη ενός καθαρού, συνεκτικού οράματος για την μετα-καπιταλιστική κοινωνία. Το ρωσικό μοντέλο, το σταλινικό μοντέλο ήταν και είναι ένα παραπλανητικό (παραπειστικό) μοντέλο, ένα αποκρουστικό μοντέλο.
Στο παρελθόν κατά την μετάβαση από μία μορφή κοινωνίας σε άλλη, οι άνθρωποι είχαν λίγο ή πολύ την πιθανότητα να δουν στην πράξη τις μορφές της νέας κοινωνίας. Η φεουδαρχικές σχέσεις παραγωγής αναπτύχθηκαν εντός της αρχαίας σκλαβιάς, οι καπιταλιστικές εντός της φεουδαρχίας. Για παράδειγμα, ένας σκλάβος μπορούσε να δραπετεύσει από τον αφέντη του, για την πόλη και να γίνει ελεύθερος άνθρωπος. Σε κάποιο βαθμό είχε επιλογή. Οι «ελεύθερες πόλεις» αποτελούσαν κατά μία έννοια, ένα πρακτικό μοντέλο, του τι θα μπορούσε να είναι η νέα κοινωνία.

Το ελεύθερο λογισμικό θα μπορούσε να αποτελέσει, σε μερικά χρόνια, ένα είδος «προτύπου», ακόμα εν μέρει, μίας μετα-κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας. Το ελεύθερο λογισμικό μπορεί μόνο να είναι «σπέρμα» μιας νέας κοινωνίας, δεδομένου ότι δεν μπορεί να περιλάβει τη συνολική παραγωγή. Αποδεικνύει όμως , στην πράξη , ότι οι άνθρωποι μπορούν να παράγουν τα πιο σύγχρονα και προηγμένα προϊόντα χωρίς εμπορικές σχέσεις και χωρίς κράτος
Αυτή τη στιγμή, μόνο μία μικρή μειοψηφία του παγκόσμιου πληθυσμού γνωρίζει τι είναι το ελεύθερο λογισμικό ακόμα και στις ανεπτυγμένες χώρες. Δύσκολα μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο. Αλλά ίσως τον παίξει στο μέλλον.
Ένα καλό παράδειγμα είναι το “Oscar project“. Είναι ένα πρόγραμμα για την σχεδίαση αυτοκινήτου με λογισμικό ανοικτού κώδικα. Ξεκίνησε στη Γερμανία και αναπτύχθηκε ώστε να ενσωματώσει και Αμερικανούς επαγγελματίες σχεδιαστές. (Οι οποίοι κάποια στιγμή σταμάτησαν την συμμετοχή τους. Στην αρχή το site ανέφεραν ότι έπρεπε να σταματήσουν χωρίς να μπορούν να πουν οτιδήποτε άλλο. Αργότερα ανακοίνωσαν ότι θα επιστρέψουν στις αρχές του 2004 χωρίς όμως να το πράξουν.) Απλώς φανταστείτε ότι το πρόγραμμα πραγματοποιείται και ότι θα μπορούσατε να το δείτε στο δρόμο και να πείτε : « Για δες αυτό το αμάξι, είναι ένα από τα καλύτερα και έχει σχεδιαστεί όχι με σκοπό το κέρδος αλλά για την ευχαρίστηση της δημιουργίας και της προσφοράς στην κοινότητα» Η πραγματοποίηση τέτοιων έργων μπορούν να προσφέρουν στην πεποίθηση ότι η νέα κοινωνία είναι εφικτή, πολύ περισσότερο από χιλιάδες βιβλία και εκδόσεις.

Κάθε κοινωνική μάχη των μισθωτών (όπως για παράδειγμα οι απεργίες και διαδηλώσεις στη Γαλλία, την άνοιξη του 2003, ενάντια στη μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος) έχει διπλό περιεχόμενο. Από τη μία πλευρά, την διεκδίκηση υψηλότερων μισθών ή την άρνηση χειροτέρευσης των εργασιακών σχέσεων και του επιπέδου ζωής, πάντα εντός του καπιταλιστικού συστήματος.

Από την άλλη υπάρχει η τάση να τίθεται σε αμφισβήτηση η λογική του καπιταλισμού καθώς το επίπεδο ζωής καθορίζεται από την λογική του κέρδους. Οι δύο τάσεις συνυπάρχουν αν και η δεύτερη είναι γενικά πολύ αδύναμη. Η τελευταία εμφανίζεται πιο εύκολα όταν το κίνημα εξαπλώνεται μεταξύ εργατών διαφορετικών τομέων (όπως έγινε στη Γαλλία στη διάρκεια του ανοιξιάτικου κινήματος). Αλλά ακόμα και όταν εμφανίζεται, σύντομα εξασθενεί λόγω έλλειψης στόχου και την απουσία πίστης ότι μία νέα μετα-καπιταλιστική κοινωνία είναι εφικτή.

Ορισμένοι «μαρξιστές», ειδικά μετά τις ήττες στις δεκαετίες του 80 και του 90, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η πάλη των τάξεων είναι αδιέξοδη, τμήμα του αυτοελέγχου του κεφαλαίου. Πιστεύω ότι αυτό είναι λάθος. Η ανάπτυξη της πραγματικότητας του ελεύθερου λογισμικού, το γεγονός ότι μπορεί να εξελιχθεί σε σημαντική και υπαρκτή εμπειρία, θα ανοίξει και υποκινήσει το επαναστατικό περιεχόμενο, το οποίο εμφανίζεται σε κάθε σημαντική κοινωνική μάχη.

Η πάλη των τάξεων και το ελεύθερο λογισμικό δεν αντιτίθενται μεταξύ τους, μπορούν να εμπνεύσουν η μια την άλλη.

Συμπεράσματα

Πολλοί χάκερς αγνοούν τον μαρξισμό ή χειρότερα τον ταυτίζουν με τον σταλινισμό. Θα απέρριπταν την ιδέα, ότι σε κάποιο βαθμό, δουλεύουν με μαρξιστικό τρόπο όταν αναπτύσσουν ελεύθερο λογισμικό. Είναι αυτό σημαντικό; Όχι ιδιαίτερα, τουλάχιστον προς το παρόν. Το πιο σημαντικό είναι η πραγματική δουλειά που κάνουν. Καθώς όμως το ελεύθερο λογισμικό θα μεγαλώνει την παρουσία του στην κοινωνική ζωή, τα ριζικά ερωτήματα θα εμφανιστούν και τότε αυτή η άγνοια θα είναι αδυναμία.

Στον τάφο του Μαρξ μπορεί να διαβάσει κανείς : « Οι φιλόσοφοι έχουν περιγράψει τον κόσμο με διαφορετικό τρόπο. Το θέμα πάντως είναι να τον αλλάξουμε». Τα μέλη της κοινότητας του ελεύθερου λογισμικού αλλάζουν τον κόσμο. Αργά ή γρήγορα θα πρέπει να έχουν μία γενική φιλοσοφία της ιστορίας για να καταλάβουν όλες τις διαστάσεις και προοπτικές των πράξεών τους. Ίσως τότε ανακαλύψουν και αναπτύξουν τον μαρξισμό ως ένα εργαλείο της δουλειάς τους.

http://bloggr.p2pfoundation.net/?p=56

2/18/2008

Δυο-Τρία Λόγια για το Πλήθος


Τα τελευταία χρόνια, μέσα απ’ τη δουλειά των Antonio Negri και Michael Hardt για τη δομή της παγκόσμιας εξουσίας, που την ονομάζουν Αυτοκρατορία, ξανάρθε στην επικαιρότητα η πολιτικο-φιλοσοφική έννοια του πλήθους (multitude), που στο παρελθόν είχε ευρύτατα χρησιμοποιηθεί – με διαφορετικές όμως σημασίες – απ’ τους Machiavelli, Hobbes, Spinoza, Locke, Rousseau κ.ά.

Πού αναφέρεται το πλήθος; Λίγο-πολύ – αλλά με ορισμένες βασικές διαφορές – το πλήθος περιγράφει αυτό που κάποτε ονομάζεται “μάζες” κι άλλοτε “λαός.” Ταυτοποιεί ένα σύνολο πολιτικών υποκειμένων, επιθυμιών και ταυτοτήτων, που μπορούν να συγκροτήσουν την κινητήρια δύναμη του κοινωνικο-πολιτικού γίγνεσθαι κι έχουν τη δυνατότητα να αντιμετωπίσουν και να αλλάξουν την υπάρχουσα παγκόσμια τάξη, δηλαδή, την Αυτοκρατορία. Φυσικά, το πλήθος είναι μόνο ένα τμήμα της κοινωνίας, το οποίο, όπως εξηγεί ο Étienne Balibar στη μελέτη του για την πολιτική παράδοση του Spinoza, βρίσκεται ενδιάμεσα μεταξύ του “ατόμου” και του “Κράτους,” των δυο όρων με τους οποίους πραγματώνεται η δύναμή του. Ειδικότερα, για τον Balibar, όσο λιγότερη εξουσία κατέχουν τα επιμέρους τμήματα της κοινωνίας (και, στην οριακή περίπτωση, τα άτομα), τόσο περισσότερη εξουσία συγκεντρώνεται στις κοινωνικές συνενώσεις (και, στην οριακή περίπτωση, στο Κράτος ή, ενδιάμεσα, στο πλήθος). Ταυτόχρονα όμως, όσο περισσότερη εξουσία κατέχει μια κοινωνική συνένωση, τόσο δυσκολότερη γίνεται η έκφραση της ομοθυμίας της κι η πολιτική διαχείριση της ενότητάς της.

Αλλά πάνω σε τι είδους ενότητα ή συνοχή βασίζεται το πλήθος; Και πώς γίνεται κατανοητή κι αισθητή η συγκεκριμένη ιδιαιτερότητά του; Τα ερωτήματα αυτά μπορούν να απαντηθούν από τη σκοπιά διαφορετικών επιχειρηματολογιών.

Από οντολογικής πλευράς, το πλήθος δεν θεωρείται ότι έχει καμιά ιδιαίτερη μοναδικότητα, αλλά ότι απλώς είναι μια πολλαπλότητα μοναδικοτήτων (Deleuze & Guattari). Δηλαδή, αυτό που είναι το πλήθος σαν σύνολο ατόμων δεν αντιστοιχεί, δεν μεταφέρεται σε, ούτε αναπαρίσταται από αυτό που είναι ή από τις ιδιότητες που έχει κάθε άτομο ξεχωριστά (κάτι που θυμίζει το θεώρημα του Arrow της κοινωνικής επιλογής). Τα άτομα, που περιέχονται σ’ ένα πλήθος, είναι μοναδικές διακριτές οντότητες, ποικιλόμορφες, ανομοιογενείς, διαφοροποιημένες μεταξύ τους, η κάθε μια με τη δική της φυσιογνωμία και ταυτότητα. Συνεπώς, το πλήθος είναι μια πληθυντική έννοια. Δεν μπορεί να υπάρξει καμία ενικότητα, κανένα ενιαίο συνολικό χαρακτηριστικό, που να απορρέει ή να αναδύεται απ’ τη συνάθροιση ή τη συνένωση των ατόμων, που συγκροτούν το πλήθος. Το μόνο που αναπαριστά το πλήθος σαν σύνολο ατόμων είναι το ίδιο το όνομά του. Και δεν υπάρχει κανένας τρόπος, φαινομενολογικός ή εμπειρικός, με τον οποίο να μπορεί να γίνει κατανοητή ποια είναι η μοναδικότητά του. Επιπλέον, εκτός από πολλαπλότητα μοναδικοτήτων, το πλήθος μπορεί να περιγραφεί κι από άλλους, παρόμοια παράδοξους και λογικά αντιφατικούς χαρακτηρισμούς. Για παράδειγμα, σαν διαφορά κι επανάληψη (Deleuze), σαν κίνημα ενότητας κι επέκτασης (Negri), σαν συστολή και διαστολή (Spinoza) κ.ο.κ.

Ταυτόχρονα, η κοινωνική θεώρηση του πλήθους ξεκαθαρίζει κάποια σοβαρά πολιτικά ζητήματα – όπως τις δομικές δυσκολίες για την πολιτική ενότητα, όταν τα μέλη του έχουν διαφορετικά συμφέροντα, τάσεις ή προτεραιότητες. Παρόμοια, η εγγενής ετερογένεια κι ο θεσμικός παροπλισμός των συνιστωσών του δεν επιτρέπουν στο πλήθος να έχει το δικό του, ρητό ή άρρητο, κοινωνικό συμβόλαιο και καθιστούν πρακτικά αδύνατη την ομοφωνία μεταξύ των μελών του. Γι’ αυτό, με τη συμβολαιική απόρριψη (Spinoza), θεωρείται ότι διαφοροποιείται η έννοια του πλήθους απ’ την έννοια του “λαού.” Επιπλέον όμως, κόβοντας τους δεσμούς του με την παραδοσιακή εθνική κυριαρχία, το πλήθος βρίσκεται βιοπολιτικά ευάλωτο μεταξύ αφενός της θεσμικής ενσωμάτωσής του κι αφετέρου του βιοπολιτικού αποκλεισμού της “γυμνής ζωής” του απ’ το κράτος της εξαίρεσης (Giorgio Agamben).

Ειδικότερα, οι Negri και Hardt διακηρύσσουν ότι στο πλήθος η πολλαπλότητα των μοναδικών μορφών ζωής μοιράζεται μια κοινή παγκόσμια ύπαρξη: “η ανθρωπολογία του πλήθους είναι η ανθρωπολογία της μοναδικότητας και της κοινότητας.” Πάνω στην καλλιέργεια του “κοινού χώρου” και τη συνεργασία μεταξύ των μελών του δομούνται τα κοινά συμφέροντα, οι συλλογικές επιδιώξεις, οι διεκδικήσεις κι οι συνθήκες εκείνες, που διευκολύνουν τις διαδικασίες της αυθόρμητης αυτο-οργάνωσης του πλήθους. Έτσι, η πολιτική-οργανωτική στρατηγική του είναι να ξεπερασθούν “δικτυακά” – δηλαδή, μέσω της εκμετάλλευσης των “σχεσιακών” πλεονεκτημάτων της οικοδόμησης του κοινού χώρου πάνω σε δίκτυα κινητοποιήσεων – όλες εκείνες οι “οντολογικές” δεσμεύσεις, στις οποίες ο “ετερογενής” καταθρυμματισμός των πολλαπλοτήτων καθηλώνει τις μοναδικότητες. Για κάποιους όμως, προϋπόθεση αυτού του “σχεσιακού” κοινοτικού περιεχομένου είναι πάλι η συμβολαιική απαγκίστρωση απ’ τις μορφές κυριαρχίας (Jean-Luc Nancy). Γιατί έτσι ενεργοποιούνται ακώλυτα κάποιες άτυπες κοινωνικές σχέσεις, που ως τότε βρίσκονταν επισκιασμένες κάτω από τυπικές συμβολαιικές διαδικασίες, για να μπορέσουν να στηρίξουν το έμφυτο (εμμενές) δυναμικό της αυτο-διακυβέρνησης του πλήθους.

Ιδιαίτερο όμως ενδιαφέρον έχει η θεώρηση του πλήθους κάτω απ’ την οικονομική σκοπιά. Αλλά χρειάζονται πρώτα να γίνουν κάποιες θεωρητικές διευκρινίσεις για τη σχέση οικονομίας και πολιτικής στο πλαίσιο των κριτικών μετα-Μαρξιστικών μελετών. Ως γνωστόν, η αντίληψη για την οικονομία σαν γενεσιουργός κι αναγκαία συνθήκη έκφρασης των πολιτικών υποκειμενικοτήτων τελευταία έχει αμφισβητηθεί (π.χ., από τους Arendt, Rancière, Laclau, Mouffe κ.ά.). Εντούτοις, παρότι οι Negri και Hardt γενικώς συγκαταλέγονται στο μεταμοντέρνο Μαρξιστικό ρεύμα, στο σημείο αυτό διαφοροποιούνται ριζικά. Γι’ αυτούς, το πλήθος σαν μια νέα μορφή υποκειμενικότητας ορίζεται όχι σ’ αντίθεση με τις οικονομικές συνθήκες αλλά μέσα απ’ αυτές: το πλήθος “είναι μια ταξική έννοια.” Για να καταλάβουμε όμως καλύτερα τον ταξικό χαρακτηρισμό του πλήθους, θα πρέπει προηγουμένως να συζητήσουμε το γενικότερο ζήτημα του πώς οι Negri και Hardt αντιλαμβάνονται την οικονομία να μετασχηματίζει την κοινωνία.

Στο ζήτημα αυτό, οι Negri και Hardt εμπνέονται κι ακολουθούν τη δουλειά του Michel Foucault αναφορικά με την κατανόηση της παραγωγής στο σύγχρονο καπιταλισμό. Για τον Foucault, η παραγωγικότητα δεν είναι μια ιδιότητα του υποκειμένου αλλά μάλλον μια συγκρουσιακή διαδικασία, που παράγει και παράγεται απ’ την υποκειμενικότητα. Είναι μια διαδικασία, στην οποία συν-εμπλέκονται η ανθρώπινη βιολογική ύπαρξη μαζί με την πολιτική έκφραση κι υπόσταση. Γι’ αυτό, για τον Foucault, η “βιοεξουσία” δεν καταστέλλει κι ούτε αρνείται, αλλά παράγει την υποκειμενικότητα, πέρα από κάθε οικονομικό ντετερμινισμό, εργαλειακότητα ή τελεολογία. Δανειζόμενοι όμως απ’ τον Foucault αυτήν την έννοια της “βιοπολιτικής,” οι Negri και Hardt επιχειρούν να εξειδικεύσουν στη σύγχρονη περίοδο της οικονομίας των υπηρεσιών, της πληροφορίας και του μετα-φορντικού μοντέλου παραγωγής τον παρατηρούμενο μετασχηματισμό στη σχέση μεταξύ ζωής κι οικονομίας. Επιπλέον, επεκτείνουν το περιεχόμενο της “ζωής,” που πλέον δεν αποτελείται μόνο απ’ τα καθαρώς βιολογικά στοιχεία – της αναπαραγωγής, ιατρικής, υγείας κ.λπ. – αλλά περιλαμβάνει το σύνολο των στοιχείων της ενσώματης ύπαρξης – γλώσσα, συναισθήματα, σχέσεις, επιθυμίες, μόδα, τρόπους έκφρασης ή στυλ διαβίωσης κ.λπ. – που διαρκώς μετασχηματίζονται κάτω απ’ τις καθημερινές ανάγκες και δυνατότητες του χώρου της εμπορευματοποιημένης παραγωγής της σύγχρονης καπιταλιστικής κοινωνίας. Γι’ αυτό, η βιοπολιτική παραγωγή κι αναπαραγωγή των συνολικών μορφών ζωής του πλήθους μέσα στην Αυτοκρατορία ξεπερνά τον καθαρά οικονομικό προσδιορισμό και, σύμφωνα με τον Jason Read, αποτελεί ένα καλό παράδειγμα της έννοιας του υπερπροσδιορισμού του Louis Althusser: επειδή είναι αδιαχώριστες μεταξύ τους οι συνέπειες των αντιφάσεων μεταξύ των διαφορετικών στοιχείων του κοινωνικού (οικονομίας, πολιτικής, κουλτούρας, φιλοσοφίας), γίνεται αδύνατη η αναγωγή του κοινωνικού σχηματισμού πάνω σε μια κεντρική αντίφαση.

Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες, η έννοια του πλήθους φαίνεται να εξαρτάται από μια άλλη θεμελιώδη έννοια της ανάλυσης των Negri και Hardt, την “άυλη εργασία.” Ο όρος αυτός – όπως τον επεξεργάσθηκαν κυρίως οι Lazzarato, Virno και Negri – αναφέρεται στον ιδιαίτερο ρόλο που παίζουν στην βιοπολιτική παραγωγή τα διανοητικά και συναισθηματικά στοιχεία της εργασίας, καθώς κι οι τεχνολογίες πληροφορίας κι επικοινωνίας. Βέβαια, η έμφαση δεν δίνεται στις νέες σχέσεις παραγωγής ή στους νέους τομείς της οικονομίας, αλλά στο γεγονός ότι πρόκειται για ένα μετασχηματισμό της εργασίας, που συνεπάγεται έναν ριζικό μετασχηματισμό ολόκληρης της κοινωνίας και των πολιτικών υποκειμενικοτήτων. Και σ’ αυτό το πλαίσιο, η ηγεμονία των κυρίαρχων σχέσεων παραγωγής δεν βρίσκεται τόσο στον έλεγχο που ασκούν πάνω σ’ άλλες σχέσεις και λογικές, όσο στην ενεργοποίηση των πολιτικών ευαισθησιών που επιτρέπουν. Έτσι, η άυλη εργασία δεν παράγει μόνο πράγματα ή υπηρεσίες, αλλά και συνήθειες, γλωσσικές εκφράσεις, νοήματα κι επιθυμίες κοινωνικής ζωής. Οι Negri και Hardt φθάνουν μέχρι του σημείου να υποστηρίξουν ότι η άυλη παραγωγή φτιάχνει την κοινωνική ζωή, δημιουργώντας το κοινό μέσα απ’ την εργασία, η οποία είναι αυτή που δίνει νόημα και περιεχόμενο στη συλλογική ύπαρξη.

Φυσικά, υπάρχουν προβλήματα στην ιδέα του πλήθους από διάφορες απόψεις. Π.χ., οι “διαιρέσεις του παρόντος” στην “ανθρωπολογική συνθήκη” του πλήθους (Read), που προκαλούνται απ’ τις ίδιες μορφές εργασίας και σχέσεις παραγωγής που συγκροτούν την κοινότητά του. Δίπλα σ’ ένα προνομιούχο πλήθος που ενσωματώνεται στην Αυτοκρατορία και συμπεριλαμβάνεται στους θεσμοθετημένους μηχανισμούς και διαδικασίες, πάντα απομένει ένα βιοπολιτικά αποκλεισμένο κι υποταγμένο πλήθος, που είναι καταδικασμένο στη βορά της αγοράς κι ευνουχισμένο για την έκφραση της δικής του υποκειμενικότητας. Κι η ισορροπία μεταξύ των δυο δυνάμεων που έχει το πλήθος στα χέρια του, αφενός για τη συντακτική δράση (constituent power) κι αφετέρου για τη θεσμική συγκρότηση (constituted power), είναι ιδιαίτερα ενδεχομενική και δεν αποκλείει τα περάσματα απ’ τη μια μορφή δύναμης στην άλλη. Παρόμοια, η “συστημική” διαλεκτική πλήθους-Αυτοκρατορίας των Negri και Hardt δεν μπορεί να ξεριζώσει την πραγματική αντίθεση μεταξύ εξουσίας κι αντίστασης, αναγάγοντάς την στη μονομέρεια της μοναδικής ουσίας του Spinoza. Γιατί, όπως παρατηρεί ο Alain Badiou, το στοιχείο που καθιστά δυνατή την αντίσταση απέναντι στην εξουσία είναι η ασυμβατότητα στη φύση των δυο όρων κι η ετερογένεια στους χώρους της συγκρότησής τους.


Ετικέτες ,


http://thrymmata.blogspot.com