Η οικοδόμηση της νέας, της αταξικής κοινωνίας, του κομμουνισμού, δεν αποτελεί απλώς και μόνο μία μετάβαση από κάποιο σχηματισμό σε κάποιον άλλο, αλλά συνιστά την εμφάνιση και την διαμόρφωση ενός ριζικά νέου τύπου κοινωνικής ανάπτυξης. Πρόκειται για μία κοσμοϊστορική αλλαγή, η οποία, ως προς το βάθος, την κλίμακα και τις προοπτικές της υπερβαίνει ακόμα και την μετάβαση της αρχαιότητας από την προ-ταξική στην ταξική κοινωνία. Πρόκειται για μία άρνηση-διαλεκτική άρση, τόσο των ταξικών ανταγωνιστικών τύπων ανάπτυξης της κοινωνίας, όσο και των πριν από αυτούς βαθμίδων, δηλ. ολόκληρης της μέχρι τώρα ιστορίας της ανθρωπότητας και των προϋποθέσεων της. Η επισήμανση αυτή θα πρέπει να υπολογίζεται όταν διατυπώνονται διάφορες εικασίες και εκτιμήσεις σχετικά με τους ρυθμούς οικοδόμησης της νέας κοινωνίας, με τις δυσκολίες που προκύπτουν κ.λ.π. Η επισήμανση αυτή αφορά επίσης τις δυσκολίες, την αντιφατικότητα και τον ιδιαίτερα περίπλοκο χαρακτήρα των σχετικών θεωρητικών προσεγγίσεων..."

Δ. Πατέλη, Μ. Δαφέρμου, Π. Παυλίδη

7/13/2009

Slavoj Zizek: Πώς να αρχίσουμε από την αρχή.















Στο καταπληκτικό μικρό του κείμενο ‘Σημειώσεις ενός Αρθρογράφου’ –γραμμένου τον Φλεβάρη του 1922, όταν οι Μπολσεβίκοι μετά τη νίκη τους στον Εμφύλιο Πόλεμο, παρά όλες τις αντιξοότητες, είχαν υποχρεωθεί να υποχωρήσουν στο πλαίσιο της Νέας Οικονομικής Πολιτικής, επιτρέποντας ένα πολύ ευρύτερο πεδίο αποδοχής της οικονομίας της αγοράς και της ιδιωτικής περιουσίας– ο Λένιν χρησιμοποιεί το μεταφορικό σχήμα του αναρριχητή, ο οποίος πρέπει να υποχωρήσει μετά την πρώτη του προσπάθεια να φθάσει στην κορυφή ενός νέου βουνού, για να περιγράψει τη σημαίνει η υπαναχώρηση στην επαναστατική διαδικασία και πώς μπορεί να υλοποιηθεί χωρίς την οπορτουνιστική εγκατάλειψη της υπόθεσης:

Ας φαντασθούμε έναν άνθρωπο, που αναρριχάται πάνω σ’ ένα ψηλό, απότομο κι ως τότε άβατο βουνό. Ας υποθέσουμε ότι έχει ξεπεράσει πρωτόγνωρες δυσκολίες και κίνδυνους κι ότι έχει πετύχει να φθάσει ψηλότερα από όσο οποιοσδήποτε άλλος ως τότε, αλλά ακόμη δεν έχει φθάσει στην κορυφή. Βρίσκεται σε μια θέση, που όχι μόνο είναι δύσκολο κι επικίνδυνο να προχωρήσει στην κατεύθυνση και κατά μήκος της διαδρομής που επέλεξε, αλλά χωρίς αμφιβολία είναι κι αδύνατο. [1]


Κάτω απ’ αυτές τις περιπτώσεις, γράφει ο Λένιν:

Ο αναρριχητής αναγκάζεται να γυρίσει πίσω, να κατέβει προς τα κάτω, να αναζητήσει έναν άλλο δρόμο, ίσως μακρύτερο, αλλά ένα δρόμο που θα του επιτρέψει να φθάσει στην κορυφή. Η κάθοδος από τα ύψη, όπου δεν έχει φθάσει κανείς άλλος πιο πριν, ίσως να αποδεικνύεται πιο επικίνδυνη και δύσκολη από την άνοδο, για τον φανταστικό ορειβάτη μας –τώρα είναι πιο εύκολο να γλιστρήσει, δεν είναι καθόλου εύκολο να βρει τα πατήματα, δεν υπάρχει εκείνος ο ενθουσιασμός, που αισθάνεται κανείς, όταν πρωτο-ανεβαίνει προς τα πάνω, καθώς κατευθύνεται απευθείας προς το στόχο κ.λπ. Πρέπει να τυλιχθεί στο σχοινί, να ξοδέψει χρόνο σκάβοντας με την ορειβατική σκαπάνη, για να ανοίξει πατήματα ή για να βρει προεξοχές, όπου θα δέσει στέρεα το σχοινί, πρέπει να κινείται στο ρυθμό του σαλιγκαριού, προχωρώντας προς τα κάτω, μακριά από το σκοπό του, χωρίς να γνωρίζει πού αυτή η εξαιρετικά επικίνδυνη κι επώδυνη κατάβαση θα τελειώσει ή κι αν τυχόν υπάρχει μια κάπως ασφαλέστερη παράκαμψη, από την οποία θα μπορούσε στη συνέχεια να ανέβει πιο θαρραλέα, πιο γρήγορα, πιο απευθείας στην κορυφή.

Το μόνο φυσιολογικό για τον αναρριχητή, που θα βρισκόταν σε μια τέτοια κατάσταση, θα ήταν να βιώσει ‘στιγμές απελπισίας.’ Το πιθανότερο, οι στιγμές αυτές θα ήταν περισσότερες και πιο ανυπόφορες, αν θα μπορούσε να ακούσει της φωνές εκείνων από κάτω, που ‘παρακολουθούν την επικίνδυνη κατάβαση με τηλεσκόπιο κι από μια ασφαλή απόσταση’: ‘Οι φωνές από κάτω αντηχούν με μια μοχθηρή χαρά. Δεν την κρύβουν. Κρυφογελούν χαιρέκακα και φωνάζουν: “Θα πέσει σ’ ένα λεπτό! Περιποιηθείτε τον καλά, τον τρελό!”.’ Άλλοι προσπαθούν να κρύψουν τη μοχθηρή χαιρεκακία τους, συμπεριφερόμενοι ‘περισσότερο σαν τον Ιούδα Γκολόβλυοφ,’ τον διαβόητο υποκριτή γαιοκτήμονα στο μυθιστόρημα του Σάλτυκοφ-Σέντριν, Η Οικογένεια Γκολόβλυοφ:

Στενάζουν κι υψώνουν με λύπη τα μάτια τους στον ουρανό, σαν να έλεγαν: “Μας θλίβει και μόνο το γεγονός να βλέπουμε ότι οι φόβοι μας δικαιολογούνται! Αλλά εμείς, που ξοδέψαμε όλη τη ζωή μας εκπονώντας ένα συνετό σχέδιο για την αναρρίχηση σ’ αυτό το βουνό, δεν σας είχαμε ζητήσει να αναβληθεί η άνοδος μέχρις ότου να ολοκληρωνόταν το σχέδιο μας; Και τόσο σθεναρά είχαμε διαμαρτυρηθεί να μην πάρουμε αυτόν τον δρόμο, που τώρα ο τρελός αυτός εγκαταλείπει (κοιτάξτε, κοιτάξτε, τα έχει μαζέψει! Κατεβαίνει! Ένα μόνο βήμα του παίρνει ώρες προετοιμασίας! Κι όμως μας βρίζατε χύμα, όταν επανειλημμένα ζητούσαμε αυτοσυγκράτηση και προσοχή!), κι όταν τόσο θερμά επιπλήτταμε τον τρελό αυτό και προειδοποιούσαμε τους πάντες να μην τον μιμούνται και να μην τον βοηθούν, το κάναμε εξ ολοκλήρου λόγω της αφοσίωσής μας στο μεγάλο σχέδιο της αναρρίχησης πάνω στο βουνό και για να αποτρέψουμε τη γενική ανυποληψία για το μεγάλο σχέδιο αυτό!’

Ευτυχώς, συνεχίζει ο Λένιν, ο φανταστικός ορειβάτης μας δεν μπορεί να ακούσει τις φωνές αυτών των ανθρώπων, που είναι οι ‘αληθινοί φίλοι’ της ιδέας της ανόδου. Αν το έκανε, ‘το πιθανότερο είναι ότι θα του προκαλούσαν ναυτία’ –‘κι η ναυτία, λέγεται, δεν βοηθά κανένα να έχει το μυαλό του καθαρό και τον βηματισμό του σταθερό, ιδίως στα μεγάλα ύψη.’

Φυσικά, μια μεταφορά δεν ισοδυναμεί με μια απόδειξη: ‘όλες οι αναλογίες είναι αστείες.’ Κι ο Λένιν προχωρεί στην ανάλυση της πραγματικής κατάστασης, που αντιμετωπίζει η νεογέννητη Σοβιετική Δημοκρατία:

Το προλεταριάτο της Ρωσίας ανέβηκε σ’ ένα γιγαντιαίο ύψος με την επανάστασή του, σε σύγκριση με το 1789 και το 1793, αλλά κι επίσης και το 1871. Πρέπει να αποτιμήσουμε ό,τι έχουμε ή δεν έχουμε κάνει όσο το δυνατόν πιο νηφάλια, πιο ξεκάθαρα και πιο συγκεκριμένα. Αν το κάνουμε αυτό, θα μπορέσουμε να κρατούμε το νου μας σε διαύγεια. Και δεν θα υποφέρουμε από ναυτία, αυταπάτες ή απελπισία.

Αφού πρώτα απαριθμήσει τα επιτεύγματα του Σοβιετικού κράτους ως το 1922, ο Λένιν εξηγεί τι δεν έχει γίνει:

Δεν έχουμε όμως ακόμη τελειώσει την οικοδόμηση των θεμελίων της σοσιαλιστικής οικονομίας κι οι εχθρικές δυνάμεις του ετοιμοθάνατου καπιταλισμού μπορούν ακόμη να μας το στερήσουν κι αυτό. Πρέπει να το εκτιμήσουμε με σαφήνεια και να το παραδεχθούμε μ’ ειλικρίνεια. Γιατί δεν υπάρχει τίποτε πιο επικίνδυνο από τις αυταπάτες (και τον ίλιγγο, ιδιαίτερα στα μεγάλα ύψη). Και δεν υπάρχει τίποτε απολύτως φοβερό, τίποτε που να νομιμοποιεί και τον ελάχιστο βαθμό της απελπισίας, αν παραδεχθούμε την πικρή αυτή αλήθεια. Γιατί πάντα παροτρύναμε για κι επαναλαμβάναμε τη στοιχειώδη αλήθεια του Μαρξισμού –ότι για τη νίκη του σοσιαλισμού χρειάζονται οι κοινές προσπάθειες των εργατών από διάφορες προηγμένες χώρες. Είμαστε ακόμη μόνοι σε μια καθυστερημένη χώρα, μια χώρα που καταστράφηκε περισσότερο απ’ άλλες, παρότι κατορθώσαμε πολλά ως τώρα.

Πέρα απ’ αυτά, παρατηρεί ο Λένιν ‘έχουμε κρατήσει άθικτο το στρατό των επαναστατικών προλεταριακών δυνάμεων. Έχουμε διατηρήσει την ικανότητά του να ελίσσεται. Έχουμε κρατήσει το νου μας καθαρό και μπορούμε να υπολογίζουμε με νηφαλιότητα πού, πότε και μέχρι ποιου σημείου μπορούμε να υποχωρήσουμε (για να ξαναπεταχθούμε και πάλι πιο μπροστά). Πού, πότε και πώς να στρωθούμε στη δουλειά, για να αλλάξουμε αυτό που παραμένει ατελείωτο.’ Και συμπεραίνει:

Είναι καταδικασμένοι εκείνοι οι κομμουνιστές, οι οποίοι φαντάζονται ότι είναι δυνατό να φέρουν σε πέρας ένα τέτοιο κοσμοϊστορικό έργο, όπως είναι η αποπεράτωση των θεμελίων της σοσιαλιστικής οικονομίας (ιδιαίτερα σε μια μικρή αγροτική χώρα), χωρίς να κάνουν λάθη, χωρίς υπαναχωρήσεις, χωρίς πολυάριθμες τροποποιήσεις σε σχέση μ’ ό,τι παραμένει απεράτωτο ή έχει γίνει λανθασμένα. Οι κομμουνιστές που δεν έχουν αυταπάτες, που δεν αφήνονται στην απελπισία και που κρατούν τη δύναμή τους και την ευελιξία τους ‘να αρχίζουν από την αρχή,’ ξανά και ξανά, καθώς διερευνούν ένα εξαιρετικά δύσκολο καθήκον, είναι αυτοί που δεν είναι καταδικασμένοι (και το πιθανότερο είναι ότι δεν θα χαθούν).


Απότυχε καλύτερα

Εδώ, μπορούμε να δούμε τον Λένιν στις καλύτερες Μπεκετιανές στιγμές του να προμηνύει το στίχο του Γουέρστγουορντ Χο: ‘Δοκίμασε πάλι. Απότυχε πάλι. Απότυχε καλύτερα.’ [2] Το συμπέρασμά του –να αρχίσουμε από την αρχή– κάνει σαφές ότι δεν μιλά απλώς για την επιβράδυνση και την ενδυνάμωση αυτών που έχουν επιτευχθεί, αλλά για την επιστροφή προς τα πίσω στο εναρκτήριο σημείο: πρέπει να αρχίσουμε από την αρχή, όχι από εκεί όπου πετύχαμε να φθάσουμε στην προηγούμενη προσπάθειά μας. Με τους όρους του Κίρκεγκωρ, η επαναστατική διαδικασία δεν είναι μια σταδιακή διαδικασία, αλλά μια επαναληπτική κίνηση, μια κίνηση επανάληψης της αρχής, ξανά και ξανά.

Ο Γκέοργκ Λούκατς τελείωνε το προ-Μαρξιστικό αριστούργημά του Η Θεωρία του Μυθιστορήματος με μια περίφημη φράση: ‘Το ταξίδι τέλειωσε, το ταξίδι αρχίζει.’ Να τι συμβαίνει τη στιγμή της ήττας: το ταξίδι μιας ιδιαίτερης επαναστατικής εμπειρίας τελειώνει, αλλά τότε το αληθινό ταξίδι, το έργο της επανέναρξης από την αρχή, αρχίζει. Όμως αυτή η προθυμία για υπαναχώρηση, με καμία έννοια, δεν συνεπάγεται ένα μη δογματικό άνοιγμα προς τους άλλους, μια ομολογία προς τους πολιτικούς ανταγωνιστές. ‘Κάναμε λάθος, είχατε δίκιο, και τώρα ας συνενώσουμε τις δυνάμεις μας.’ Αντίθετα, επιμένει ο Λένιν ότι σε τέτοιες στιγμές είναι που χρειάζεται η μέγιστη πειθαρχία. Απευθυνόμενος στην Ενδέκατη Σύνοδο του Κόμματος των Μπολσεβίκων, λίγους μήνες αργότερα, υποστήριζε:

Όταν ένας ολόκληρος στρατός (μιλώ μεταφορικά) βρίσκεται σ’ υποχώρηση, δεν μπορεί να έχει το ίδιο ηθικό με όταν προελαύνει. Σε κάθε βήμα του, υπάρχει το αίσθημα της θλίψης.. Εκεί βρίσκεται ο σοβαρός κίνδυνος. Είναι φοβερά δύσκολη η υποχώρηση μετά από μια μεγάλη νικηφόρα προέλαση, γιατί οι σχέσεις είναι εντελώς διαφορετικές. Κατά τη διάρκεια μιας νικηφόρας προέλασης, ακόμη κι αν χαλαρώσει η πειθαρχία, ο καθένας εφορμά προς τα μπρος με τον τρόπο του. Όμως, κατά τη διάρκεια μιας υποχώρησης, η πειθαρχία πρέπει να γίνει περισσότερο συνειδητή κι είναι χιλιάδες φορές πιο επιτακτική, γιατί, όταν όλος ο στρατός υποχωρεί, κανείς δεν γνωρίζει ούτε βλέπει πού πρέπει να σταματήσει. Βλέπει μόνο την υποχώρηση. Και σε τέτοιες περιστάσεις, αρκούν κάποιες λίγες φωνές πανικού, για να προκαλέσουν μια μαζική πανικόβλητη φυγή. Ο κίνδυνος τότε είναι τεράστιος. Όταν ένας πραγματικός στρατός βρίσκεται σ’ υποχώρηση, τα πολυβόλα κρατούνται σ’ ετοιμότητα, κι όταν μια διατεταγμένη υποχώρηση εκφυλίζεται σ’ άτακτη φυγή, δίνεται η εντολή να πυροβολούμε και μάλιστα πολύ σωστά.

Οι συνέπειες αυτής της θέσης ήσαν σαφέστατες για τον Λένιν. Απαντώντας ‘στα κηρύγματα’ των Μενσεβίκων και των Σοσιαλιστών Επαναστατών για τη ΝΟΠ –‘Η επανάσταση έχει πάει πολύ μακριά. Αυτά που λέτε τώρα, εμείς τα λέγαμε συνέχεια, επιτρέψτε μας λοιπόν να τα ξαναλέμε’– έλεγε στην Ενδέκατη Σύνοδο του Κόμματος:

Τους απαντάμε: ‘Ας σας στήσουμε τότε μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, αφού λέτε τέτοια πράγματα. Είτε αποφεύγετε να εκφράζετε τις απόψεις σας ή, αν επιμένετε να εκφράζετε δημόσια τις πολιτικές σας απόψεις στις παρούσες περιστάσεις, όπου η θέση μας είναι πολύ δυσκολότερη από όταν οι λευκοφρουροί μας επιτίθονταν απευθείας, τότε θα έχετε να ρίξετε το φταίξιμο μόνο στους εαυτούς σας, αν σας μεταχειρισθούμε σαν τα χειρότερα και τα πιο ολέθρια στοιχεία των λευκοφρουρών. [3]

Όμως, αυτός ο ‘κόκκινος τρόμος’ πρέπει να διακριθεί από τον Σταλινικό ‘ολοκληρωτισμό.’ Στα απομνημονεύματά του, ο Sándor Márai έδωσε έναν ακριβή ορισμό της διαφοράς. [4] Ακόμη και στις πιο βίαιες φάσεις της δικτατορίας του Λένιν, όταν όσοι αντιτάσσονταν στην επανάσταση στερούνταν βάναυσα το δικαίωμά τους στο (δημόσιο ελεύθερο) λόγο, δεν συνέβαινε όμως να στερηθούν του δικαιώματός τους να σιωπούν: τους επέτρεπαν να αποτραβηχτούν σε μια εσώψυχη εξορία. Είναι εδώ ενδεικτικό ένα επεισόδιο από το φθινόπωρο του 1922, όταν με παρακίνηση του Λένιν, οι Μπολσεβίκοι είχαν διοργανώσει τον απόπλου του διαβόητου ‘Ατμόπλοιου των Φιλοσόφων.’ Όταν έμαθε ότι μέσα στον κατάλογο αυτών που θα εξορίζονταν βρισκόταν και το όνομα ενός γέρου Μενσεβίκου ιστορικού, ο οποίος όμως είχε ήδη απομονωθεί στην ιδιωτική του ζωή και περίμενε τον θάνατο λόγω βαριάς ασθένειας, τότε ο Λένιν όχι μόνο τον έβγαλε από τον κατάλογο, αλλά και διέταξε να του δοθούν επιπλέον κουπόνια για τρόφιμα. Μόλις ο εχθρός παραιτήθηκε από τον πολιτικό αγώνα, σταμάτησε κι η εναντίον του εχθρότητα, που αισθανόταν ο Λένιν.

Όμως, για τον Σταλινισμό, ακόμη και μια τέτοια σιωπή ηχούσε ενοχλητικά. Όχι μόνο υπήρχε η απαίτηση από μεγάλες μάζες ανθρώπων να δείχνουν έμπρακτα την υποστήριξή τους λαμβάνοντας μέρος σε μεγάλα δημόσια συλλαλητήρια, ενώ επίσης οι καλλιτέχνες κι οι επιστήμονες όφειλαν να συμβιβάζονται κι αυτοί με τις συμμετοχές τους σε μεγάλες δράσεις, όπως με την προσθήκη των υπογραφών τους στις επίσημες διακηρύξεις ή με τις δημόσιες ομολογίες της αφοσίωσής τους στον Στάλιν και τον επίσημο Μαρξισμό. Αν, στη δικτατορία του Λένιν, μπορούσε κανείς να εκτελεσθεί γι’ αυτά που έλεγε, στο Σταλινισμό μπορούσε κανείς να εκτελεσθεί γι’ αυτά που δεν έλεγε. Αυτό ακριβώς γινόταν ως το τελευταίο όριο: η ίδια η αυτοκτονία, η υπέρτατη απεγνωσμένη απόσυρση μέσα στη σιωπή, καταδικάζονταν από τον Στάλιν σαν η ύστατη κι η βαρύτερη ενέργεια προδοσίας εναντίον του Κόμματος. Η διαφορά αυτή μεταξύ Λενινισμού και Σταλινισμού αντανακλά τη γενικότερή τους στάση απέναντι στην κοινωνία: για τον πρώτο, η κοινωνία είναι το πεδίο του ανελέητου αγώνα για την εξουσία, ενός αγώνα, που ήταν ανοιχτά αποδεχτός. Για το δεύτερο, η σύγκρουση επανα-ορίζεται, μερικές φορές σχεδόν ανεπαίσθητα, σαν η σύγκρουση μιας υγιούς κοινωνίας εναντίον εκείνων που αποκλείονται απ’ αυτή –των παρασίτων, των εντόμων, των προδοτών, όλων αυτών που είναι λιγότερο ανθρώπινοι.


Ένας Σοβιετικός διαχωρισμός εξουσιών;

Ήταν αναγκαίο το πέρασμα από τον Λένιν στον Στάλιν; Η Χεγκελιανή απάντηση θα επικαλούταν την αναδρομική αναγκαιότητα: αφού αυτό το πέρασμα είχε συμβεί, αφού ο Στάλιν είχε κερδίσει, ήταν αναγκαίο. Το καθήκον του διαλεκτικού ιστορικού είναι να μπορεί να το συλλαμβάνει ‘στο γίγνεσθαί’ του, φανερώνοντας όλη την ενδεχομενικότητα της πάλης, που θα ήταν δυνατό να είχε τελειώσει και διαφορετικά, με τον τρόπο που προσπάθησε να κάνει ο Μοσέ Λεβίν στην Τελευταία Μάχη του Λένιν. Ο Λεβίν υπογραμμίζει, πρώτα, την επιμονή του Λένιν για μια πλήρη κυριαρχία των εθνικών οντοτήτων, που συνέθεταν το Σοβιετικό κράτος –και δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι, σε μια επιστολή του προς το Πολιτικό Γραφείο στις 22 Σεπτεμβρίου 1922, ο Στάλιν κατηγορούσε ανοιχτά τον Λένιν για ‘εθνικό φιλελευθερισμό.’ Δεύτερο, εξαίρει ο Λέβιν την έμφαση που έδινε ο Λένιν για τη μετριοπάθεια των στόχων: όχι σοσιαλισμό, αλλά πολιτισμό, καθολική παιδεία, αποτελεσματικότητα, τεχνοκρατία, συνεταιριστικές κοινωνίες, που θα επιτρέπουν στους αγρότες να γίνουν ‘πολιτισμένοι έμποροι’ μέσα στο πλαίσιο της ΝΕΠ. Προφανώς, αυτή ήταν μια πολύ διαφορετική άποψη από εκείνη του ‘σοσιαλισμού σε μια χώρα.’ Μερικές φορές, προκαλεί έκπληξη πόσο απερίφραστη ήταν η μετριοπάθειά του: ο Λένιν κοροϊδεύει όλες τις προσπάθειες για την ‘οικοδόμηση του σοσιαλισμού,’ αναφέρει συνέχεια το θέμα των κομματικών ελλειμμάτων κι επιμένει για μια Σοβιετική πολιτική αυτοσχεδιαστικής φύσης, συχνά παραθέτοντας την φράση του Ναπολέοντα ‘On s’engage.. et puis on voit’ (‘Ασχολούμαστε.. και μετά βλέπουμε’).

Είναι γνωστή η τελευταία μάχη του Λένιν ενάντια στην κρατική γραφειοκρατία. Εκείνο όμως που είναι λιγότερο γνωστό, όπως παρατηρεί ο Λεβίν με μεγάλη σαφήνεια, είναι το γεγονός ότι ο Λένιν προσπαθούσε να τετραγωνίσει τον κύκλο της δημοκρατίας και της δικτατορίας του κόμματος-κράτους μέσω της πρότασής του για ένα νέο ηγετικό σώμα, την Επιτροπή Κεντρικού Ελέγχου. Ενώ αποδεχόταν πλήρως τη δικτατορική φύση του Σοβιετικού καθεστώτος, προσπαθούσε να εγκαταστήσει στην κορυφή του μια ισορροπία μεταξύ διάφορων στοιχείων, ένα ‘σύστημα αμοιβαίων ελέγχων, που θα μπορούσε να υπηρετήσει την ίδια λειτουργία –η σύγκριση δεν είναι παρά προσεγγιστική– όπως γίνεται με το διαχωρισμό εξουσιών σ’ ένα δημοκρατικό καθεστώς.’ Μια διευρυμένη Κεντρική Επιτροπή θα μπορούσε να θεσπίζει τις γενικές κατευθύνσεις της πολιτικής και να εποπτεύει όλο τον κομματικό μηχανισμό. Μέσω αυτού του οργάνου, η Επιτροπή Κεντρικού Ελέγχου θα μπορούσε: να δρα ελέγχοντας την Κεντρική Επιτροπή και τα ποικίλα παρακλάδια της –το Πολιτικό Γραφείο, τη Γραμματεία, το Οργανωτικό Γραφείο κ.λπ. Η ανεξαρτησία της θα εξασφαλιζόταν από την απευθείας σύνδεσή της με τη Σύνοδο του Κόμματος, χωρίς τη διαμεσολάβηση του Πολιτικού Γραφείου και των διοικητικών οργάνων του ή της Κεντρικής Επιτροπής. [5]

Έλεγχοι κι ισορροπίες, διαχωρισμός εξουσιών, αμοιβαίοι έλεγχοι –αυτή ήταν η απεγνωσμένη απάντηση του Λένιν στο ερώτημα: ποιος ελέγχει τους ελεγκτές; Υπάρχει κάτι το ονειρώδες, εντελώς φαντασμαγορικό, στην ιδέα αυτή της Επιτροπής Κεντρικού Ελέγχου: ένα ανεξάρτητο, παιδαγωγικό, ελεγκτικό σώμα με ‘απολιτικά’ μέλη, αποτελούμενο από τους καλύτερους δάσκαλους και τεχνοκράτες, για να μπορεί να ασκεί έλεγχο στην ‘πολιτικοποιημένη’ Κεντρική Επιτροπή και τα όργανά της –κοντολογίς, μια προσπάθεια των ουδέτερων ειδικών να κρατούν συντεταγμένα τα κομματικά στελέχη. Όμως, όλα αυτά στηρίζονται στην πραγματική ανεξαρτησία της Συνόδου του Κόμματος –η οποία εκ των πραγμάτων ήδη υποθάλπεται από την απαγόρευση των φραξιών, που επέτρεπε τον κορυφαίο κομματικό μηχανισμό να ελέγχει τη Σύνοδο και να διώχνει τους επικριτές του σαν φραξιονιστές. Η αφέλεια της εμπιστοσύνης του Λένιν προς τους ειδικούς προκαλεί όλο και μεγαλύτερη εντύπωση, αν αναλογιστούμε ότι προερχόταν από έναν ηγέτη, ο οποίος ήταν συνειδητοποιημένος για την καθολική διεισδυτικότητα του πολιτικού αγώνα, που δεν επέτρεπε καμία ουδέτερη τοποθέτηση.

Η κατεύθυνση, προς την οποία ήδη φυσούσε ο άνεμος, είναι ολοφάνερη στην πρόταση του Στάλιν το 1922 απλώς για την ανακήρυξη της κυβέρνησης της Ρωσικής Σοβιετικής Ομόσπονδης Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας, που επίσης θα γινόταν κυβέρνηση των Δημοκρατιών της Ουκρανίας, του Μπελαρούς, του Αζερμπαϊστάν, της Αρμενίας και της Γεωργίας:

Αν η απόφαση αυτή επικυρωθεί από την Κεντρική Επιτροπή του ΡΚΚ, δεν θα δημοσιοποιηθεί, αλλά θα μεταφερθεί στις Κεντρικές Επιτροπές των Δημοκρατιών, για να κυκλοφορήσει μεταξύ των Σοβιετικών οργάνων, των Κεντρικών Εκτελεστικών Επιτροπών ή των Συνόδων των Σοβιέτ στις εν λόγω Δημοκρατίες, πριν από τη σύγκληση της Πανρωσικής Συνόδου των Σοβιέτ, όπου θα δηλωθεί ως επιθυμία των Δημοκρατιών αυτών. [6]

Η αλληλεπίδραση της ανώτερης εξουσίας με τη βάση της όχι μόνο καταργείται –έτσι ώστε η ανώτερη εξουσία απλώς να επιβάλλει τη βούλησή της– αλλά, προσθέτοντας και την ύβρη στην προκαλούμενη βλάβη, ξαναπαρουσιάζεται σαν το αντίθετό της: η ΚΕ αποφασίζει ποια επιθυμία της βάσης θα τεθεί υπόψη της ανώτερης εξουσίας σαν δική της.


Διακριτικότητα και τρόμος

Ένα ακόμη χαρακτηριστικό της τελευταίας μάχης του Λένιν, στο οποίο ο Λεβίν εφιστά την προσοχή μας, είναι η αναπάντεχη εστίαση στην ευγένεια και την προσήνεια. Ο Λένιν είχε αναστατωθεί πολύ από δυο περιστατικά: σε μια πολιτική συζήτηση, ο αντιπρόσωπος της Μόσχας στην Γεωργία, Σέργκο Ορντζονικίντζε, χτύπησε σωματικά ένα μέλος της Γεωργιανής ΚΕ. Κι ο ίδιος ο Στάλιν ύβρισε λεκτικά την Κρούπσκαγια (έχοντας ανακαλύψει ότι αυτή έδωσε στον Τρότσκυ την επιστολή του Λένιν, στον οποίο πρότεινε μια συμφωνία εναντίον του Στάλιν). Το τελευταίο περιστατικό προέτρεψε τον Λένιν να γράψει την περίφημη έκκλησή του:

Ο Στάλιν είναι πολύ άγριος και το ελάττωμα αυτό, μολονότι κάπως ανεκτό μεταξύ μας και στις σχέσεις μεταξύ μας ως Κομμουνιστών, γίνεται απαράδεκτο για έναν Γενικό Γραμματέα. Γι’ αυτό, προτείνω οι σύντροφοι να σκεφτούν κάποιο τρόπο, για να απομακρύνουν τον Στάλιν από τη θέση αυτή και να αναθέσουν τα καθήκοντά του σε κάποιον άλλον άνθρωπο, ο οποίος, από κάθε πλευρά, να διαφέρει και να είναι ανώτερος από τον Σύντροφο Στάλιν, δηλαδή, να είναι πιο ανεκτικός, πιο αφοσιωμένος, πιο ευγενικός και πιο διακριτικός απέναντι στους συντρόφους, λιγότερο ιδιότροπος. [7]

Οι προτάσεις του Λένιν για την Επιτροπή Κεντρικού Ελέγχου κι η έγνοιά του για τη διατήρηση της προσήνειας, οπωσδήποτε, δεν δείχνουν κάποια φιλελεύθερη άμβλυνση. Σε μια επιστολή στον Καμένεφ, την ίδια περίοδο, δηλώνει ξεκάθαρα: ‘Είναι μεγάλο λάθος να θεωρούμε ότι η ΝΟΠ έβαλε τέλος στον τρόμο. Πάλι χρειάζεται να καταφύγουμε στον τρόμο και στον οικονομικό τρόμο.’ Εντούτοις, ο τρόμος αυτός, που θα έσωζε τη σχεδιαζόμενη περιστολή του κρατικού μηχανισμού και της Cheka, θα ήταν περισσότερο μια απειλή παρά μια πραγματικότητα: όπως αφηγείται ο Λεβίν, ο Λένιν αναζητούσε έναν τρόπο, ‘με τον οποίον σ’ όλους εκείνους, που θα ήθελαν τώρα [κάτω από τη ΝΟΠ] να υπερβούν τα όρια, που έβαζε το κράτος στους επιχειρηματίες, θα έπρεπε να τους θυμίσουν “διακριτικά κι ευγενικά” την ύπαρξη αυτού του ύστατου όπλου.’ [8] Ο Λένιν είχε δίκιο εδώ: η δικτατορία αναφέρεται στο συγκροτησιακό πλεονασμό της (κρατικής) εξουσίας και, στο επίπεδο αυτό, δεν υπάρχει καμιά ουδετερότητα. Το κρίσιμο ερώτημα είναι: πλεονασμός, που ανήκει σε ποιον; Αν δεν είναι δικός μας, είναι δικός τους.

Ονειρευόμενος, για να χρησιμοποιήσουμε τη δική του έκφραση, τον τρόπο λειτουργίας της ΕΚΕ στο τελικό κείμενό-του του 1923, ‘Καλύτερα Λιγότερα, Αλλά Καλύτερα,’ ο Λένιν προτείνει όπως το σώμα αυτό θα έπρεπε να καταφεύγει σε:

κάποιο μισο-αστείο τέχνασμα, ένα πονηρό κόλπο, έναν τρόπο εξαπάτησης ή κάτι τέτοιο. Γνωρίζω ότι στα σοβαρά κι ενθουσιώδη κράτη της Δυτικής Ευρώπης μια τέτοια ιδέα θα τρομοκρατούσε τους ανθρώπους κι ότι δεν θα υπήρχε ούτε ένας αξιοπρεπής αξιωματούχος, που θα τη δεχόταν. Όμως, ελπίζω ότι δεν έχουμε ακόμη γίνει τόσο γραφειοκράτες όσο όλοι αυτοί κι ότι μεταξύ μας η συζήτηση πάνω στην ιδέα αυτή δεν θα προξενήσει τίποτε περισσότερο από τη διασκέδαση.

Αλήθεια, γιατί να μη συνδυάζουμε την ευχαρίστηση με την ωφελιμότητα; Γιατί να μην καταφεύγουμε σε κάποιο αστείο ή μισο-αστείο τέχνασμα, για να εκθέσουμε κάτι γελοίο, κάτι βλαβερό, κάτι μισο-αστείο, μισο-βλαβερό κ.λπ.; [9]

Δεν είναι αυτός σχεδόν ένας αισχρός διπλασιασμός της ‘βαριάς’ εκτελεστικής εξουσίας, που βρίσκεται συγκεντρωμένη στα χέρια της ΚΕ και του Πολιτικού Γραφείου; Τεχνάσματα, πονηρά κόλπα –ένα υπέροχο όνειρο, αλλά, παρόλα αυτά, και μια ουτοπία. Η αδυναμία του Λένιν, ισχυρίζεται ο Λεβίν, ήταν ότι, ενώ είδε το πρόβλημα της γραφειοκρατικοποίησης, υποτίμησε τη βαρύτητά της και τις πραγματικές διαστάσεις της: ‘η κοινωνική ανάλυσή του ήταν βασισμένη πάνω σε μόνο τρεις κοινωνικές τάξεις –τους εργάτες, τους αγρότες και την μπουρζουαζία– χωρίς να παίρνει υπόψη του τον κρατικό μηχανισμό σε μια χώρα, που είχε εθνικοποιήσει τους κύριους τομείς της οικονομίας.’ [10]

Οι Μπολσεβίκοι συνειδητοποίησαν γρήγορα ότι η πολιτική τους εξουσία στερούταν μιας διακριτής κοινωνικής βάσης: το μεγαλύτερο τμήμα της εργατικής τάξης, εκ μέρους της οποίας ασκούσαν την εξουσία τους, είχε εξαφανιστεί στον Εμφύλιο Πόλεμο και, γι’ αυτό, με κάποιο τρόπο, κυβερνούσαν πάνω σ’ ένα κενό κοινωνικής αντιπροσώπευσης. Όμως, φανταζόμενοι τους εαυτούς τους σαν μια καθαρή πολιτική εξουσία, που επέβαλε τη βούλησή της πάνω στην κοινωνία, παρέβλεπαν να δουν πώς –αφού, εκ των πραγμάτων, αυτοί ήταν ο ιδιοκτήτης, ή δρούσαν σαν το διαχειριστή στη θέση του απόντος ιδιοκτήτη, των παραγωγικών δυνάμεων– η κρατική γραφειοκρατία ‘θα μπορούσε να γίνει η πραγματική κοινωνική βάση της εξουσίας’:

Δεν υπάρχει τίποτε τέτοιο σαν την ‘καθαρή’ πολιτική εξουσία χωρίς τα οποιαδήποτε κοινωνικά θεμέλια. Ένα καθεστώς πρέπει να βρει κάποια άλλη κοινωνική βάση, διαφορετική από τον ίδιο το δικό του κατασταλτικό μηχανισμό. Το ‘κενό,’ στο οποίο το Σοβιετικό καθεστώς φαινόταν να αιωρείται, γρήγορα γέμισε, αν κι οι ίδιοι οι Μπολσεβίκοι δεν το έβλεπαν ή δεν ήθελαν να το δουν. [11]

Είναι συζητήσιμο κατά πόσο αυτή η βάση θα μπλόκαρε το σχέδιο του Λένιν για την ΕΚΕ. Είναι αλήθεια ότι, ταυτόχρονα μ’ έναν αντι-οικομικίστικο κι αιτιοκρατικό τρόπο, ο Λένιν επιμένει για την αυτονομία του πολιτικού, αλλά αυτό που αποτυγχάνει να δει, όπως το επεσήμανε ο Μπαντιού, δεν είναι πώς κάθε πολιτική δύναμη αντιπροσωπεύει κάποια κοινωνική δύναμη ή τάξη, αλλά πώς αυτή η πολιτική δύναμη της συγκεκριμένης αντιπροσώπευσης εγγράφεται απευθείας μέσα στο ίδιο το επίπεδο των αντιπροσωπεύσεων σαν η πολιτική δύναμη, που αντιπροσωπεύει τον ίδιο τον εαυτό της. Η τελευταία μάχη του Λένιν ενάντια στον Στάλιν έχει, επομένως, όλα τα χαρακτηριστικά μιας γνήσιας τραγωδίας: δεν ήταν ένα μελόδραμα, όπου ο καλός μάχεται με τον κακό, αλλά μια τραγωδία, στην οποία ο ήρωας φθάνει στο σημείο να συνειδητοποιήσει ότι μάχεται εναντίον των ιδίων των επιγόνων του κι ότι ήδη είναι πολύ αργά για να σταματήσει το μοιραίο ξετύλιγμα των δικών του λανθασμένων αποφάσεων του παρελθόντος.


Ένας διαφορετικός δρόμος

Επομένως, πού είμαστε σήμερα μετά τη ‘σκοτεινή καταστροφή’ (désastre obscure) του 1989; Όπως το 1922, οι φωνές από πίσω ηχούν με χαιρεκακία παντού γύρω μας: ‘Θα περιποιηθούμε καλά τους τρελούς, που ήθελαν να επιβάλουν το ολοκληρωτικό τους όραμα στην κοινωνία!’ Άλλοι, προσπαθώντας να κρύψουν την κακεντρεχή χαρά τους, στενάζουν κι υψώνουν με λύπη τα μάτια τους στον ουρανό, σαν να έλεγαν: ‘Μας θρηνεί μόνο που βλέπουμε τους φόβους μας να επαληθεύονται! Πόσο ευγενικό ήταν το όραμά σας να δημιουργήσετε μια δίκαια κοινωνία! Η καρδιά μας χτυπούσε μαζί σας, αλλά η λογική μας έλεγε ότι τα σχέδιά σας θα τέλειωναν μόνο μέσα στη μιζέρια και με νέες στερήσεις ελευθεριών!’ Ενώ απορρίπτουμε κάθε συμβιβασμό μ’ αυτές τις σαγηνευτικές φωνές, πρέπει οπωσδήποτε να αρχίσουμε από την αρχή –να μην συνεχίζουμε να πορευόμαστε κι άλλο πάνω στα ίχνη των θεμελίων της επαναστατικής εποχής του 20ου αιώνα ή, ακριβέστερα, του 1968– αλλά να γυρίσουμε πίσω στο εναρκτήριο σημείο και να διαλέξουμε έναν άλλο δρόμο.

Αλλά πώς; Το καθοριστικό πρόβλημα του Δυτικού Μαρξισμού ήταν η ανυπαρξία του επαναστατικού υποκειμένου: γιατί η εργατική τάξη δεν μπορεί να ολοκληρώσει το πέρασμα από το μέσα-στον-εαυτό-της στο για-τον-εαυτό-της και να αυτο-συγκροτηθεί σαν ένας επαναστατικός παράγοντας; Το ερώτημα αυτό απετέλεσε τον κύριο λόγο ύπαρξης (το raison d’être) για την αναφορά του Δυτικού Μαρξισμού στη ψυχανάλυση, η οποία κλήθηκε να εξηγήσει τους ασυνείδητους μηχανισμούς του λίμπιντο, που εμποδίζουν την ανύψωση της ταξικής συνείδησης, η οποία είναι εγγεγραμμένη μέσα στην ίδια την ύπαρξη ή την κοινωνική κατάσταση της εργατικής τάξης. Με τον τρόπο αυτό, σωζόταν η αλήθεια της Μαρξιστικής κοινωνικο-οικονομικής ανάλυσης: δεν υπήρχε κανένας λόγος, που θα δικαιολογούσε τις ρεβιζιονιστικές θεωρίες για την άνοδο των μεσαίων τάξεων. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο, ο Δυτικός Μαρξισμός είχε επίσης αναλάβει μια διαρκή αναζήτηση του Άλλου, που θα μπορούσε να παίξει το ρόλο του επαναστατικού παράγοντα, ως του αντικαταστάτη, που θα αναπλήρωνε την απρόθυμη εργατική τάξη: των αγροτών του Τρίτου Κόσμου, των φοιτητών και των διανοούμενων, των αποκλεισμένων. Αλλά όμως, είναι το ίδιο πιθανό αυτή η απεγνωσμένη αναζήτηση του επαναστατικού παράγοντα να αποτελεί τη μορφή της εμφάνισης του ακριβώς αντίθετού της: του φόβου της εύρεσής του, του φόβου να δούμε ότι και πού ήδη αυτό υπάρχει. Το να περιμένουμε από κάποιον άλλο να κάνει τη δουλειά αντί για μας, είναι ένας τρόπος να εξορθολογίζουμε την αδράνειά μας.

Είναι απέναντι σ’ αυτό το πλαίσιο που ο Αλαίν Μπαντιού πρότεινε ότι πρέπει να επαναβεβαιώσουμε την κομμουνιστική υπόθεση. Γράφει:

Αν πρέπει να εγκαταλείψουμε την υπόθεση αυτή, τότε δεν αξίζει πια να κάνουμε τίποτε άλλο στο πεδίο της συλλογικής δράσης. Χωρίς τον ορίζοντα του κομμουνισμού, χωρίς την Ιδέα, τίποτε στο ιστορικό και το πολιτικό γίγνεσθαι δεν έχει ενδιαφέρον για τους φιλόσοφους.


Όμως, συνεχίζει ο Μπαντιού:

το να επιμένουμε στην Ιδέα αυτή, στην ύπαρξη της υπόθεσης, δεν σημαίνει ότι η πρώτη μορφή της παρουσίασής της, που ήταν εστιασμένη πάνω στην ιδιοκτησία και το κράτος, πρέπει επίσης να διατηρηθεί ακριβώς όπως ήταν. Στην πραγματικότητα, αυτό που μας αντιστοιχεί σαν φιλοσοφικό καθήκον, ακόμη και σαν υποχρέωση, είναι να βοηθήσουμε να αναδυθεί ένας νέος τύπος ύπαρξης της υπόθεσης αυτής. [12]

Θα πρέπει να προσέξει κανείς να μη διαβάσει τις παραπάνω γραμμές με τον Καντιανό τρόπο, αντιλαμβανόμενος τον κομμουνισμό σαν μια ρυθμιστική Ιδέα κι, έτσι, ανασταίνοντας το φάντασμα του ‘ηθικού σοσιαλισμού,’ με την ισότητα ως τον a priori κανόνα ή αξίωμά του. Αντίθετα, θα πρέπει να διατηρήσει κανείς τις ακριβείς αναφορές στο σύνολο των κοινωνικών ανταγωνισμών, που γεννούν την ανάγκη για τον κομμουνισμό, δηλαδή, την παλιά καλή Μαρξιστική έννοια του κομμουνισμού, όχι σαν ιδανικό, αλλά σαν κίνημα, που αντιδρά απέναντι στις υπάρχουσες αντιφάσεις. Το να αντιμετωπίζουμε τον κομμουνισμό σαν μια αιώνια Ιδέα συνεπάγεται ότι η κατάσταση, που τον γεννά, δεν είναι λιγότερο αιώνια, ότι οι ανταγωνισμοί, αντίδραση στους οποίους αποτελεί ο κομμουνισμός, βρίσκονται πάντα εδώ και παντού. Από όπου απέχει μόνο ένα βήμα η αποδομητική ανάγνωση του κομμουνισμού σαν όνειρο της πραγματικότητας, σαν κατάργηση όλων των αλλοτριωτικών αναπαραστάσεων, σαν ένα όνειρο, που ευδοκιμεί πάνω στο ίδιο το δικό του το αδύνατο.

Μολονότι είναι εύκολο να ειρωνευτούμε την έννοια του Τέλους της Ιστορίας του Φουκουγιάμα, οι πλειονότητα των ανθρώπων σήμερα είναι Φουκουγιαμιστές. Ο φιλελεύθερος δημοκρατικός καπιταλισμός έχει γίνει αποδεκτός ως ο τελικά ανευρεθείς τύπος της καλύτερης δυνατής κοινωνίας. Το μόνο που μένει κανείς να κάνει είναι να τον καταστήσει πιο δίκαιο, πιο ανεκτικό κ.ο.κ. Ένα απλό συναφές ερώτημα εγείρεται τότε: αν ο φιλελεύθερος-δημοκρατικός καπιταλισμός είναι, αν όχι ο καλύτερος, αλλά η λιγότερο χειρότερη μορφή της κοινωνίας, γιατί τότε να μην απλώς παραιτηθούμε, από οποιαδήποτε άλλη αναζήτηση και, δείχνοντας ωριμότητα, να τον αποδεχθούμε ολόψυχα; Γιατί να επιμένουμε στην κομμουνιστική υπόθεση, παρόλες τις περί του αντιθέτου ενδείξεις;


Κοινωνικές τάξεις και κοινοί χώροι

Δεν αρκεί να μένουμε πιστοί στην κομμουνιστική υπόθεση: πρέπει επίσης να μπορούμε να εντοπίζουμε τους ανταγωνισμούς μέσα στην ιστορική πραγματικότητα, κάτι το οποίο κάνει, στην πράξη, επιτακτική την ανάγκη της κομμουνιστικής υπόθεσης. Σήμερα, το μόνο αληθινό ερώτημα είναι: περιέχει ο παγκόσμιος καπιταλισμός τους ανταγωνισμούς, που έχουν αρκετό δυναμισμό, για να αποτρέψουν την απεριόριστη αναπαραγωγή του; Απ’ αυτήν την άποψη, βλέπουμε να παρουσιάζονται σήμερα τέσσερις τέτοιοι ανταγωνισμοί: η προδιαγραφόμενη απειλή της οικολογικής καταστροφής, η ακαταλληλότητα της μορφής της ιδιωτικής περιουσίας για την περίπτωση των πνευματικών δικαιωμάτων, οι κοινωνικο-ηθικές επιπτώσεις των νέων τεχνολογικο-επιστημονικών εξελίξεων, ιδιαίτερα στην εμβιογενετική, και, τέλος αλλά εξίσου σημαντικές, οι νέες μορφές των κοινωνικών διακρίσεων, του απαρτχάιντ, των νέων τειχών, των νέων φτωχογειτονιών και παραγκουπόλεων. Ας παρατηρήσουμε ότι υπάρχει μια ποιοτική διαφορά μεταξύ του τελευταίου τύπου, ο οποίος βασίζεται στο χάσμα, που διαχωρίζει τους αποκλεισμένους από τους ενσωματωμένους, και των άλλων τριών τύπων, οι οποίοι καταδεικνύουν τις περιοχές, αυτές που οι Χαρντ και Νέγκρι ονομάζουν ‘κοινούς χώρους’ (commons), που συνιστούν τη διαμοιρασμένη, την κοινή, υπόσταση της κοινωνικής μας ύπαρξης, των οποίων η ιδιωτικοποίηση αποτελεί μια βίαιη πράξη κι απέναντι στην οποία θα μπορούσε να νομιμοποιηθεί, αν χρειασθεί, ακόμη και μια βίαιη αντίσταση.

Πρώτα, υπάρχουν οι κοινοί χώροι της κουλτούρας, οι απευθείας κοινωνικοποιημένες μορφές του γνωσιακού κεφάλαιου: πρωταρχικά, της γλώσσας, των μέσων της επικοινωνίας και της εκπαίδευσης, αλλά επίσης και των κοινών δημόσιων υποδομών, όπως των δημόσιων μεταφορών, του ηλεκτρισμού, του ταχυδρομείου κ.λπ. Αν επιτρεπόταν το μονοπώλιο του Μπιλ Γκέιτς, θα φθάναμε στην παράλογη κατάσταση, στην οποία ένας ιδιώτης θα κατείχε ολόκληρο τον ιστό του λογισμικού των βασικού δικτύου των παγκόσμιων επικοινωνιών. Δεύτερο, υπάρχουν οι κοινοί χώροι της εξωτερικής φύσης, που απειλούνται από την ρύπανση και την εκμετάλλευση –από το πετρέλαιο ως τα δάση κι ως το ίδιο το φυσικό περιβάλλον– και, τρίτο, οι κοινοί χώροι της εσωτερικής φύσης, η εμβιογενετική κληρονομιά της ανθρωπότητας. Εκείνο που όλοι αυτοί οι αγώνες διαμοιράζονται, εκείνο που όλοι έχουν κοινό, είναι η συνειδητοποίηση του καταστροφικού δυναμικού –που φθάνει ως τον αυτο-αφανισμό της ίδιας της ανθρωπότητας– όταν αφήνεται η καπιταλιστική λογική του εγκλεισμού τους μέσα στα πλαίσια της φιλελεύθερης διαχείρισης. Είναι ακριβώς η αναφορά αυτή στους ‘κοινούς χώρους,’ το γεγονός που επιτρέπει σήμερα την ανάσταση της έννοιας του κομμουνισμού: μας καθιστά ικανούς να δούμε τον προοδευτικό εγκλεισμό τους σαν μια διαδικασία προλεταριοποίησης όλων εκείνων, που, έτσι, βρίσκονται αποκλεισμένοι από την ίδια την ύπαρξή τους, σαν μια διαδικασία, που επίσης στοχεύει προς την εκμετάλλευση. Σήμερα, το καθήκον μας είναι να συμβάλουμε σε μια ανανέωση της πολιτικής οικονομίας της εκμετάλλευσης –για παράδειγμα, στην περίπτωση των ανώνυμων ‘εργατών της γνώσης,’ που τους εκμεταλλεύονται οι εταιρίες τους.

Παρόλα αυτά, είναι μόνο ο τέταρτος ανταγωνισμός, η αναφορά στους αποκλεισμένους, το γεγονός που δικαιολογεί την έννοια του κομμουνισμού. Δεν υπάρχει τίποτε περισσότερο ιδιωτικό από μια κρατική κοινότητα, η οποία αντιλαμβάνεται τους αποκλεισμένους σαν απειλή και μοχθεί να τους κρατήσει σε μια κατάλληλη απόσταση. Μ’ άλλα λόγια, μεταξύ των τεσσάρων ανταγωνισμών, ο ανταγωνισμός μεταξύ των ενσωματωμένων και των αποκλεισμένων είναι ο πιο κρίσιμος: χωρίς αυτόν, όλοι οι άλλοι χάνουν την ανατρεπτική τους αξία. Η οικολογία μετατρέπεται σ’ ένα πρόβλημα βιώσιμης ανάπτυξης, τα πνευματικά δικαιώματα σε μια πολύπλοκη νομική διεκδίκηση, η εμβιογενετική σ’ ένα ηθικό ζήτημα. Μπορεί κανείς να μάχεται αληθινά για το περιβάλλον, να υπερασπίζεται μια ευρύτερη έννοια των πνευματικών δικαιωμάτων, να αντιτάσσεται στην κατοχύρωση της πνευματικής ιδιοκτησίας των γονιδίων, χωρίς όμως να λαμβάνει υπόψη του τον ανταγωνισμό μεταξύ των ενσωματωμένων και των αποκλεισμένων. Ακόμη περισσότερο, μπορεί κανείς να εκφράζει κάποιους από τους αγώνες αυτούς μέσω των κινδύνων, που αντιμετωπίζουν οι ενσωματωμένοι, να μολυνθούν από τους αποκλεισμένους. Με τον τρόπο αυτό, δεν φθάνουμε σε καμιά αληθινή καθολικότητα, αλλά έχουμε μόνο κάποιες ‘ιδιωτικές’ έγνοιες με την Καντιανή έννοια. Εταιρίες, όπως η Whole Foods κι η Starbucks, εξακολουθούν να χαίρουν κάποιας εκτίμησης από πλευράς φιλελεύθερων, μολονότι κι οι δυο τους επιδίδονται σε αντι-συνδικαλιστικές δραστηριότητες. Το κόλπο είναι ότι πουλούν προϊόντα με μια προοδευτική χροιά: καφέ από καρπούς, που αγοράζονται στις αγορές του ‘τίμιου εμπορίου,’ ακριβά υβριδικά οχήματα κ.λπ. Κοντολογίς, χωρίς τον ανταγωνισμό μεταξύ των ενσωματωμένων και των αποκλεισμένων, βρισκόμαστε σ’ έναν κόσμο, στον οποίον ο Μπιλ Γκέιτς είναι ο μεγαλύτερος ανθρωπιστής, που μάχεται την φτώχεια και τις αρρώστιες, κι ο Ρούπερτ Μέρντοκ είναι ο μεγαλύτερος περιβαλλοντιστής, που κινητοποιεί εκατοντάδες εκατομμυρίων για ηθικούς σκοπούς μέσα στην αυτοκρατορία του των μήντια.

Αυτό που πρέπει να προσθέσουμε εδώ, αν θέλουμε να κινηθούμε πέρα από τον Καντ, είναι ότι υπάρχουν κοινωνικές ομάδες, οι οποίες, εξ αιτίας της στέρησής τους να κατέχουν μια καθορισμένη θέση μέσα στην ‘ιδιωτική’ τάξη της κοινωνικής ιεραρχίας, στέκονται απευθείας υπέρ της καθολικότητας: αποτελούν αυτό που ο Ζακ Ρανσιέρ ονομάζει το ‘μέρος των χωρίς μέρος’ του κοινωνικού σώματος. Η οποιαδήποτε χειραφετική πολιτική γεννάται από το βραχυκύκλωμα μεταξύ της καθολικότητας της δημόσιας χρήσης του λόγου και της καθολικότητας του ‘μέρους των χωρίς μέρος.’ Αυτό ήδη αποτελούσε το κομμουνιστικό όνειρο του νεαρού Μαρξ –να φέρει μαζί την καθολικότητα της φιλοσοφίας με την καθολικότητα του προλεταριάτου. Από την Αρχαία Ελλάδα, έχουμε ένα όνομα για την παρείσφρηση των αποκλεισμένων μέσα στον κοινωνικο-πολιτικό χώρο: το όνομα της δημοκρατίας.

Αλλά κι η κυρίαρχη φιλελεύθερη έννοια της δημοκρατίας ασχολείται επίσης με τους αποκλεισμένους, όμως μ’ έναν ριζικά διαφορετικό τρόπο: εστιάζεται πάνω στην ενσωμάτωσή τους, σαν να ήταν φωνές μιας μειονότητας. Όλες οι θέσεις πρέπει να ακούγονται, όλα τα συμφέροντα πρέπει να ικανοποιούνται, τα ανθρώπινα δικαιώματα των πάντων πρέπει να είναι εγγυημένα, όλοι οι τρόποι ζωής, κουλτούρας κι όλες οι πρακτικές πρέπει να γίνονται σεβαστές κ.ο.κ. Η έμμονη ιδέα μιας τέτοιας δημοκρατίας είναι να προστατεύει όλα τα είδη των μειονοτήτων: πολιτιστικές, θρησκευτικές, σεξουαλικές κ.λπ. Εδώ, ο τύπος της δημοκρατίας συνίσταται σε υπομονετικές διαπραγματεύσεις και συμβιβασμούς. Αυτό που χάνεται σε μια τέτοια δημοκρατία είναι η θέση της καθολικότητας, που δομείται με τους αποκλεισμένους. Η νέα χειραφετική πολιτική δεν θα αποτελεί πια τη δράση ενός ιδιαίτερου κοινωνικού παράγοντα, αλλά έναν εκρηκτικό συνδυασμό διαφορετικών παραγόντων. Αυτό που μας ενώνει είναι ότι, σ’ αντίθεση με την κλασική εικόνα των προλετάριων, που δεν έχουν ‘τίποτε να χάσουν παρά τις αλυσίδες τους,’ εμείς τώρα κινδυνεύουμε να χάσουμε τα πάντα. Η απειλή είναι ότι θα καταντήσουμε να είμαστε ένα αφηρημένο και κενό Καρτεσιανό υποκείμενο, αποστερημένο από κάθε συμβολικό περιεχόμενο, με τη γενετική μας βάση να χειραγωγείται και να φυτοζωούμε μέσα σ’ ένα αβίωτο περιβάλλον. Η τριπλή αυτή απειλή μας κάνει όλους προλετάριους, που έχουμε γίνει μια ‘ανυπόστατη υποκειμενικότητα,’ όπως το έθετε ο Μαρξ στο Grundrisse. Η φιγούρα του ‘μέρους χωρίς μέρος’ μας φέρνει αντιμέτωπους με την αλήθεια της ίδιας της σημερινής μας κατάστασης. Κι είναι μια ηθικο-πολιτική πρόκληση να αναγνωρίσουμε τους εαυτούς μέσα σε μια τέτοια φιγούρα. Κατά κάποιο τρόπο, είμαστε όλοι αποκλεισμένοι, από τη φύση, όπως κι από τη συμβολική μας υπόσταση. Σήμερα, όλοι μας είμαστε, εν δυνάμει, homo sacer ή ‘γυμνή ζωή’ κι ο μόνος τρόπος να αποφύγουμε να γίνουμε κάτι τέτοιο, και στην πραγματικότητα, είναι να δράσουμε αποτρεπτικά.


Σημειώσεις

[1] Β.Ι. Λένιν, ‘Σημειώσεις ενός Αρθρογράφου,’ δημοσιευμένο μεταθανάτια στην Πράβδα, στις 16 Απριλίου 1924, και συμπεριλαμβανόμενου στα Collected Works, τομ. 33, Μόσχα 1966, σελ. 204–7.

[2] Samuel Beckett, ‘Worstward Ho,’ Nohow On, Λονδίνο 1992, σελ. 101.

[3] Λένιν, ‘Η Ενδέκατη Σύνοδος του ΡΚΚ(Μ),’ Collected Works, τομ. 33, σελ. 281–3.

[4] Sándor Márai, Memoir of Hungary: 1944–1948, Βουδαπέστη, 1996.

[5] Moshe Lewin, Lenin’s Last Struggle [1968], Ann Arbor, 2005. σελ. 131–2.

[6] Αναφέρεται στο Lewin, Lenin’s Last Struggle, Παράρτημα 1, σελ. 146–7.

[7] Lewin, Lenin’s Last Struggle, σελ. 84.

[8] Lewin, Lenin’s Last Struggle, σελ. 133.

[9] Λένιν, ‘Καλύτερα Λιγότερα, Αλλά Καλύτερα’, Collected Works, τομ. 33, σελ. 495.

[10] Lewin, Lenin’s Last Struggle, σελ. 125.

[11] Lewin, Lenin’s Last Struggle, σελ. 124.

[12]Alain Badiou, The Meaning of Sarkozy, Λονδίνο και Νέα Υόρκη, 2008, σελ. 115


ο παρόν άρθρο σαν αρχείο pdf είναι διαθέσιμο εδώ.


http://thrymmata.blogspot.com/2009/07/slavoj-zizek.html

Δεν υπάρχουν σχόλια: