Η οικοδόμηση της νέας, της αταξικής κοινωνίας, του κομμουνισμού, δεν αποτελεί απλώς και μόνο μία μετάβαση από κάποιο σχηματισμό σε κάποιον άλλο, αλλά συνιστά την εμφάνιση και την διαμόρφωση ενός ριζικά νέου τύπου κοινωνικής ανάπτυξης. Πρόκειται για μία κοσμοϊστορική αλλαγή, η οποία, ως προς το βάθος, την κλίμακα και τις προοπτικές της υπερβαίνει ακόμα και την μετάβαση της αρχαιότητας από την προ-ταξική στην ταξική κοινωνία. Πρόκειται για μία άρνηση-διαλεκτική άρση, τόσο των ταξικών ανταγωνιστικών τύπων ανάπτυξης της κοινωνίας, όσο και των πριν από αυτούς βαθμίδων, δηλ. ολόκληρης της μέχρι τώρα ιστορίας της ανθρωπότητας και των προϋποθέσεων της. Η επισήμανση αυτή θα πρέπει να υπολογίζεται όταν διατυπώνονται διάφορες εικασίες και εκτιμήσεις σχετικά με τους ρυθμούς οικοδόμησης της νέας κοινωνίας, με τις δυσκολίες που προκύπτουν κ.λ.π. Η επισήμανση αυτή αφορά επίσης τις δυσκολίες, την αντιφατικότητα και τον ιδιαίτερα περίπλοκο χαρακτήρα των σχετικών θεωρητικών προσεγγίσεων..."

Δ. Πατέλη, Μ. Δαφέρμου, Π. Παυλίδη

9/22/2008

Η ΑΠΟΨΗ ΤΟΥ ΛΕΝΙΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗ ΚΟΜΜΑΤΟΣ ΝΕΟΥ ΤΥΠΟΥ

(Ή ΤΙ ΚΑΝΟΥΜΕ ΜΕΤΑ ΤΟ ΤΙ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ;)[1]

του Δημήτρη Α. Κατσορίδα

1. Το ζήτημα της κομματικής οικοδόμησης

Το περίφημο βιβλίο του Λένιν Τι να κάνουμε;, το οποίο προκάλεσε --και εξακολουθεί να προκαλεί-- τόσο πολλές συζητήσεις στο εσωτερικό της Αριστεράς, πιστεύεται ότι αποτέλεσε τη θεωρητική και πολιτική βάση για την οικοδόμηση του μπολσεβίκικου κόμματος.

Τι ήταν, τελικά, αυτό το περίφημο βιβλίο που, ακόμη και σήμερα, οδηγεί σε τόσο πολλές συζητήσεις, αντιπαλότητες και διαφωνίες; Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή.

Από τις αρχές του 20ού αιώνα στο εσωτερικό του ρωσικού μαρξισμού έκαναν την εμφάνισή τους δύο ιδεολογικά ρεύματα, τα οποία αποτέλεσαν το υπόβαθρο της διάσπασης της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας. Οι Ρώσοι μαρξιστές υπό την πίεση της κοινωνικής και πολιτικής συγκυρίας καλούνταν να απαντήσουν στο εξής ερώτημα: ποιος τύπος κομματικής οργάνωσης θα ήταν ο προσφορότερος στις συνθήκες της τσαρικής Ρωσίας, ο οποίος θα μπορούσε όχι μόνο να επιφέρει τα καλύτερα αποτελέσματα στην πάλη που διεξήγαγε η εργατική τάξη, αλλά θα μπορούσε ταυτόχρονα να συντονίσει και να καθοδηγήσει πολιτικά με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο την εργατική τάξη στον αγώνα της για την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας;Στο δεύτερο συνέδριο του Ρωσικού Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος (ΡΣΔΕΚ), το 1903, η απάντηση που δόθηκε σ’ αυτό το ζήτημα, από κάθε πλευρά, χώρισε τα μέλη του κόμματος σε μπολσεβίκους (πλειοψηφία) και σε μενσεβίκους (μειοψηφία). Εκφραστής της πρώτης φράξιας ήταν ο Λένιν και της δεύτερης ο Μάρτοφ. Η διάσπαση μεταξύ τους έγινε οριστική το 1912. Εντωμεταξύ είχαν γίνει αρκετές ενοποιήσεις, αλλά και συγκρούσεις των δύο φραξιών. Όμως, η βασικότερη διαφορά που χώριζε τις δύο πλευρές, δηλαδή για το ποια ήταν η πιο κατάλληλη οργάνωση και τακτική ενός επαναστατικού κόμματος σε συνθήκες παρανομίας εξακολουθούσε να υπάρχει και να βαθαίνει.

Οι μπολσεβίκοι πίστευαν ότι στις συνθήκες απολυταρχίας που λειτουργούσε, το ΡΣΔΕΚ θα έπρεπε πιο πολύ να δρα ως κόμμα στελεχών αποτελούμενο από επαγγελματίες επαναστάτες αφοσιωμένους στην επανάσταση και με συνωμοτικούς κανόνες συμπεριφοράς, προκειμένου να αντέξουν στις επιθέσεις του τσαρικού καθεστώτος. Αντίθετα, οι μενσεβίκοι, χωρίς να αρνούνται τις παράνομες δραστηριότητες, πίστευαν ότι επειδή ο σκοπός του κόμματος ήταν η νόμιμη οργάνωση της εργατικής τάξης, κατά συνέπεια μέλη του θα έπρεπε να είναι όλες οι εργατικές ενώσεις.

Όπως φάνηκε, βέβαια, από την πορεία των γεγονότων, οι μπολσεβίκοι ήταν πιο κοντά στη ρωσική πραγματικότητα, η οποία υπαγόρευε τον συνωμοτικό χαρακτήρα της οργάνωσης και χαρακτήριζε όλες τις προηγούμενες επαναστατικές οργανώσεις, ενώ η στάση των μενσεβίκων συγγένευε πιο πολύ με τις παραδόσεις των σοσιαλιστικών κομμάτων της Δυτικής Ευρώπης, οι οποίες για τις συνθήκες που επικρατούσαν τότε στη Ρωσία ήταν ανέφικτο να εφαρμοστούν.[2]

Το ζήτημα της κομματικής οικοδόμησης αποτέλεσε αντικείμενο ενός από τα σημαντικότερα έργα του Λένιν, το οποίο γράφτηκε το 1901-02, με τον τίτλο Τι να κάνουμε;.

Η βασική του θέση, η οποία έγινε και η οργανωτική αρχή των μπολσεβίκων είναι η εξής: «...η οργάνωση των επαναστατών πρέπει ν’ αγκαλιάζει πριν απ’ όλα και κυρίως ανθρώπους, που έχουν για επάγγελμα την επαναστατική δράση (γι’ αυτό άλλωστε μιλώ για οργάνωση επαναστατών, έχοντας υπόψη τους επαναστάτες σοσιαλδημοκράτες). Μπροστά σ’ αυτό το κοινό γνώρισμα των μελών μιας τέτοιας οργάνωσης πρέπει να σβήνει τελείως κάθε διάκριση ανάμεσα στους εργάτες και στους διανοούμενους... Η οργάνωση αυτή κατ’ ανάγκην δεν πρέπει να είναι πολύ πλατιά και πρέπει να είναι όσο το δυνατό πιο συνωμοτική» (σ. 126).

Σε άλλη παράγραφο περιγράφει παραστατικά τη διάρθρωση του κόμματος των εξ επαγγέλματος επαναστατών: «Ένας μικρός, συμπαγής πυρήνας από τους πιο σίγουρους, έμπειρους και ατσαλωμένους εργάτες, που έχει έμπιστους ανθρώπους στα κυριότερα διαμερίσματα και που συνδέεται σύμφωνα με όλους τους κανόνες της πιο αυστηρής συνωμοτικότητας με την οργάνωση των επαναστατών, θα μπορέσει να εκπληρώσει ολοκληρωτικά, με την πιο πλατιά βοήθεια της μάζας και χωρίς να πάρει μια ορισμένη μορφή, όλες τις λειτουργίες μιας συνδικαλιστικής οργάνωσης και, μάλιστα, θα τις εκπληρώσει ακριβώς έτσι, όπως το επιθυμεί η σοσιαλδημοκρατία. Μόνο μ’ αυτόν τον τρόπο μπορούμε να πετύχουμε, στο πείσμα όλων των χωροφυλάκων, το στέριωμα και την ανάπτυξη του σοσιαλδημοκρατικού συνδικαλιστικού κινήματος» (σ. 133).

2. Αυθόρμητο και συνειδητό

Μια άλλη αντίληψη που προώθησε ο Λένιν στο εν λόγω έργο του είναι ότι οι εργάτες δεν γίνονται αυθόρμητα σοσιαλιστές, αλλά ρέπουν πιο πολύ προς τον συνδικαλισμό. Υπό αυτή την έννοια η σοσιαλιστική συνείδηση προσφέρεται στην εργατική τάξη απέξω, από τους επαναστάτες διανοούμενους οι οποίοι μάλιστα ξεπηδούν μέσα από την αστική διανόηση. Η άποψη αυτή, την οποία ουσιαστικά ο Λένιν δανείστηκε από τον Κάουτσκι,[3] εκφράζεται χαρακτηριστικά από τις ακόλουθες παραγράφους: «Είπαμε ότι οι εργάτες δεν είχαν και δεν μπορούσαν να έχουν σοσιαλδημοκρατική συνείδηση. Αυτή μπορούσε να τους έρθει μόνο από τα έξω. Η ιστορία όλων των χωρών δείχνει ότι η εργατική τάξη με τις δικές της αποκλειστικά δυνάμεις είναι σε θέση να επεξεργαστεί μόνο μια τρεϊντγιουνιονιστική συνείδηση, δηλαδή την πεποίθηση ότι είναι ανάγκη να συνενωθεί σε ενώσεις, να κάνει αγώνα ενάντια στους εργοδότες, να πετυχαίνει από την κυβέρνηση την έκδοση τούτων ή εκείνων των νόμων, που είναι απαραίτητοι για τους εργάτες κ.λπ. Η διδασκαλία όμως του σοσιαλισμού γεννήθηκε από κείνες τις φιλοσοφικές, ιστορικές και οικονομικές θεωρίες, που τις επεξεργάστηκαν οι μορφωμένοι εκπρόσωποι των ιδιοχτητριών τάξεων, η διανόηση. Οι θεμελιωτές του σύγχρονου επιστημονικού σοσιαλισμού, ο Μαρξ και ο Ένγκελς, ανήκαν σύμφωνα με την κοινωνική τους θέση, στην αστική διανόηση. Το ίδιο ακριβώς και στη Ρωσία η θεωρητική διδασκαλία της σοσιαλδημοκρατίας παρουσιάστηκε τελείως ανεξάρτητα από την αυθόρμητη ανάπτυξη του εργατικού κινήματος, ξεπήδησε σαν το φυσικό και αναπόφευκτο αποτέλεσμα της σκέψης της επαναστατικής σοσιαλιστικής διανόησης» (σ. 35-36).

Η προαναφερθείσα αντίληψη του Λένιν πήγαζε από την αντιδιαστολή που έκανε μεταξύ αυθόρμητου και συνειδητού. Θεωρούσε ότι η αυθόρμητη ικανότητα της εργατικής τάξης, ενώ ήταν μια απαραίτητη δύναμη χωρίς την οποία καμιά επαναστατική αλλαγή δεν μπορούσε να επιτευχθεί, εντούτοις από μόνη της δεν μπορούσε να αναπτύξει μια επαναστατική ιδεολογία και γι’ αυτό υπήρχε ο κίνδυνος να περιπέσει στην αστική επιρροή. Έτσι, εκτιμούσε ότι ο παράγοντας που θα απέτρεπε μια τέτοια εξέλιξη ήταν το επαναστατικό κόμμα, το οποίο θα πρέπει να ενσαρκώνει το συνειδητό, δηλαδή να έχει την ικανότητα να φέρει τη σοσιαλιστική ιδεολογία στις εργατικές-λαϊκές μάζες, να μπορεί να οργανώσει και να προγραμματίζει τις κινήσεις του σύμφωνα με τις γενικές τάσεις της κοινωνικής αλλαγής, να εκμεταλλεύεται τις ευκαιρίες, να προβλέπει τις κινήσεις του αντιπάλου και γενικά να αποτελεί το πιο προωθημένο τμήμα της εργατικής τάξης, το οποίο γι’ αυτό θα πρέπει να διαθέτει μια πνευματική και ηθική υπεροχή.[4]

Βέβαια, με τα παραπάνω ο Λένιν δεν υποστήριζε ότι το επαναστατικό κόμμα αποτελεί την αφρόκρεμα ή την ελίτ του προλεταριάτου και φυσικά σε καμία περίπτωση δεν επιδίωκε να δημιουργήσει μια εργατική αριστοκρατία ή κάτι τέτοιο. Αντίθετα, θεωρούσε ότι αν και ο ρόλος του κόμματος είναι ιδιαίτερος, δεν μπορούσε να είναι ξεχωριστός από την εργατική τάξη, την οποία επιδίωκε να εκπροσωπήσει: «...η πρώτιστη, η πιο επιταχτική υποχρέωσή μας είναι να βοηθούμε να εξελιχθούν οι επαναστάτες εργάτες, που στα ζητήματα της κομματικής δράσης, να βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο με τους διανοούμενους-επαναστάτες... Γι’ αυτό η κύρια προσοχή μας πρέπει να στρέφεται στο ν’ ανεβάζουμε τους εργάτες στο επίπεδο των επαναστατών και σε καμιά περίπτωση στο να κατεβαίνουμε οπωσδήποτε εμείς οι ίδιοι ως το επίπεδο της “εργατικής μάζας”, όπως θέλουν οι οικονομιστές, και οπωσδήποτε ως το επίπεδο του “μέσου εργάτη”, όπως θέλει η “Σβομπόντα”...» (σ. 146).

3. Τάξη και κόμμα

Ο Λένιν πάνω από όλα ήταν πολιτικός, ταυτισμένος με τα συμφέροντα του προλεταριάτου και γι’ αυτό σκεφτόταν πολιτικά. Η πολιτική για τον Λένιν είναι η τέχνη του δυνατού. Η θεωρία γι’ αυτόν δεν είναι μια αφηρημένη ενασχόληση, αλλά πρέπει να εντάσσεται στο πλαίσιο του πολιτικού αγώνα της εργατικής τάξης.

Η κριτική που προβαίνει στους διανοούμενους σχετικά μ’ αυτό είναι καταπέλτης. Εγκαλώντας τους, τους προτρέπει να μην επαναλαμβάνουν αυτά τα οποία ξέρουμε, αλλά «...να μας δίνουν περισσότερα από κείνα που ακόμα δεν ξέρουμε, από κείνα που ποτέ δεν θα μπορέσουμε να τα μάθουμε μόνοι μας με την εργοστασιακή και την “οικονομική” μας πείρα, δηλαδή: πολιτικές γνώσεις. Αυτές τις γνώσεις μπορείτε να τις αποχτήσετε εσείς οι διανοούμενοι και έχετε υποχρέωση να μας τις μεταδίδετε εκατό και χίλιες φορές περισσότερο, απ’ όσο το κάνατε ως τα τώρα και μάλιστα να μας τις μεταδίδετε όχι μονάχα με συλλογισμούς, βιβλιαράκια και άρθρα (που πολλές φορές είναι –με συγχωρείτε για την ειλικρίνεια! βαρετά), αλλά οπωσδήποτε με ζωντανές αποκαλύψεις για κείνα ακριβώς που κάνουν στη δοσμένη στιγμή η κυβέρνησή μας και οι διευθύνουσες τάξεις μας σε όλους τους τομείς της ζωής» (σσ. 84-85).

Βέβαια, θα ήταν λάθος, διαβάζοντας τα παραπάνω, να εξαγάγουμε το συμπέρασμα ότι ο Λένιν υποτιμούσε τη θεωρία. Κάθε άλλο. Οι θεωρητικές του επεξεργασίες πάνω στα ζητήματα της ανάπτυξης του ρωσικού καπιταλισμού, του εθνικού ζητήματος, του διαλεκτικού υλισμού, του ιμπεριαλισμού και του κράτους επιβεβαιώνουν το αντίθετο. Απλώς, ο μαρξισμός του Λένιν ήταν άμεσα συνδεμένος με το πολιτικό ζητούμενο, αποτελούσε μια συνεχή συλλογή στοιχείων και ιδεών, μέσω των οποίων προσπαθούσε να επεξεργασθεί θεωρητικά και να αναλύσει κάθε φορά τη συγκεκριμένη κατάσταση, να εκτιμήσει τις δυνατότητες και να καταλήξει σε αποτελεσματικό τρόπο δράσης. Ο μαρξισμός του Λένιν είναι εξαιρετικά ευέλικτος και όχι δογματικός, επειδή ακριβώς έπρεπε να αντιμετωπίσει τη συγκεκριμένη ρωσική πραγματικότητα. Γι’ αυτό στα μάτια των συμβατικών μαρξιστών οι πράξεις του ήταν ανορθόδοξες.

Εν κατακλείδι από το Τι να κάνουμε; του Λένιν, διαφαίνονται δύο βασικές ιδέες, όπως επισημαίνει ο Daniel Bensaid. Η πρώτη έχει να κάνει με τη διάκριση μεταξύ του κόμματος και της εργατικής τάξης. Η δεύτερη σχετίζεται με ένα από τα πιο αμφισβητήσιμα χαρακτηριστικά του λενινισμού: τον δημοκρατικό συγκεντρωτισμό. Όσον αφορά την πρώτη διάκριση, μεταξύ του κόμματος και της τάξης, ο Λένιν αρνείται να ταυτίσει το κόμμα με την τάξη, διότι αντιλαμβάνεται την ιδιαιτερότητα του πολιτικού πεδίου, το οποίο διαθέτει τη δική του σχετική αυτονομία, τις δικές του σχέσεις δυνάμεων και τις δικές του έννοιες.[5]

Κατά συνέπεια, το πολιτικό πεδίο, και πιο συγκεκριμένα το κόμμα, δεν αποτελεί απλά και μόνο μια αντανάκλαση του κοινωνικού συσχετισμού δυνάμεων, αλλά «εκφράζει τον μετασχηματισμό των κοινωνικών σχέσεων (και της ταξικής πάλης) σε πολιτικούς όρους, με τις δικές του –όπως λένε οι ψυχαναλυτές– μεταθέσεις και συμπυκνώσεις» (D. Bensaid, 2002).

Για τον Λένιν το κόμμα δεν είναι το υποκατάστατο της εργατικής τάξης, ούτε η ηγεσία του είναι το υποκατάστατο του ίδιου του κόμματος, σύμφωνα με τις κριτικές που του ασκούσαν ο Τρότσκι και η Ρόζα Λούξεμπουργκ, για υποκαταστατισμό, όπως θα δούμε παρακάτω. Αλλά, όπως λέει ο Ν. Μουσούρος (1979, σσ. 38-39): «Το κόμμα [σύμφωνα με τον Λένιν] είναι η οργανωμένη πρωτοπορία της εργατικής τάξης, ο καθοδηγητικός-υποβοηθητικός μοχλός της σχέσης μάζες-επανάσταση. Ούτε υποκαθιστά την εργατική τάξη, ούτε την ακολουθεί, ούτε συγχέεται μ’ αυτήν. Ξεχωρίζει απ’ αυτήν και γιατί είναι αυτόνομη οργάνωση και γιατί πολιτικοϊδεολογικά είναι ο πιο συνειδητός εκφραστής των αντικειμενικών ταξικών συμφερόντων της τάξης αυτής. Είναι η οργανωμένη και συνειδητή πρωτοπορία της εργατικής τάξης».

Αυτή η διάκριση μεταξύ πολιτικού και κοινωνικού, μεταξύ κόμματος και τάξης, μας δίνει να καταλάβουμε αυτό που αναφέραμε προηγουμένως: Ότι εφόσον το επαναστατικό κόμμα δεν αντανακλά το σύνολο της εργατικής τάξης και δεν θα μπορούσε άλλωστε να συμβαίνει κάτι τέτοιο, διότι η τάξη δεν είναι ενιαία τότε μπορεί να γίνει κατανοητό γιατί η εργατική τάξη μπορεί να εκπροσωπηθεί από πολλά κόμματα, και άρα προκύπτει η αναγκαιότητα του ενιαίου εργατικού μετώπου δράσης. Ο Τρότσκι σχετικά μ’ αυτό έγραφε τα εξής: «Η εξέλιξη της τάξης προς την αυτοσυνείδησή της, δηλαδή η οικοδόμηση ενός επαναστατικού κόμματος που έλκει πίσω του το προλεταριάτο, είναι ένα αντιφατικό και σύνθετο προτσές. Η τάξη δεν είναι ομοιογενής. Τα διάφορα τμήματά της αποκτούν συνείδηση από διαφορετικούς δρόμους και σε διαφορετικές χρόνους. Η μπουρζουαζία συμμετέχει ενεργητικά σ’ αυτό το προτσές. Δημιουργεί τα όργανά της μέσα στην εργατική τάξη ή χρησιμοποιεί τα όργανα που υπάρχουν, αντιτάσσοντας ορισμένα στρώματα εργατών σε άλλα. Στους κόλπους του προλεταριάτου δρουν ταυτόχρονα διαφορετικά κόμματα. Γι’ αυτό παραμένει πολιτικά διασπασμένο κατά τη διάρκεια του μεγαλύτερου μέρους της ιστορικής του πορείας. Από δω απορρέει –σε μερικές περιόδους με εξαιρετική οξύτητα– το πρόβλημα του ενιαίου μετώπου.

Το κομμουνιστικό κόμμα –με μιαν ορθή πολιτική– εκφράζει τα ιστορικά συμφέροντα του προλεταριάτου. Καθήκον του είναι να κατακτήσει την πλειοψηφία του προλεταριάτου: μόνον έτσι η σοσιαλιστική επανάσταση είναι δυνατή.

...Για την πάλη του το προλεταριάτο έχει ανάγκη από την ενότητα των γραμμών του. Κι αυτή η ενότητα χρειάζεται τόσο για τους μερικούς οικονομικούς αγώνες, στην περιοχή μιας επιχείρησης, όσο και για τους “εθνικούς” πολιτικούς αγώνες, όπως η άμυνα εναντίον του φασισμού. Η τακτική του ενιαίου μετώπου δεν είναι, συνεπώς, κάτι το συμπτωματικό και το τεχνητό, δεν είναι μια οποιαδήποτε δόλια μανούβρα – όχι, βγαίνει ολοκληρωτικά από τις αντικειμενικές συνθήκες της εξέλιξης του προλεταριάτου».[6]

Στην προκειμένη περίπτωση, το διακυβευόμενο για το επαναστατικό κόμμα είναι να βρει τους τρόπους, μέσω της ανάδειξης του πολιτικού στοιχείου, να κατακτήσει την ηγεμονία, προσπαθώντας να εκπροσωπήσει τα συνολικά συμφέροντα της εργατικής τάξης. Έτσι, το ότι η σοσιαλιστική συνείδηση προσφέρεται στην εργατική τάξη «απέξω», δεν σημαίνει ότι αυτές οι ιδέες βρίσκονται έξω από την πραγματική κοινωνική ζωή και τους όρους ύπαρξης της εργατικής τάξης, αλλά, όπως πολύ εύστοχα παρατηρεί ο Λένιν, στο Τι να κάνουμε;, σημαίνει «...έξω από τον οικονομικό αγώνα, έξω από τη σφαίρα των σχέσεων των εργατών με τους εργοδότες. Ο μοναδικός τομέας απ’ όπου μπορούμε ν’ αντλήσουμε αυτή τη γνώση είναι ο τομέας των σχέσεων όλων των τάξεων και των στρωμάτων προς το κράτος, προς την κυβέρνηση, ο τομέας των αμοιβαίων σχέσεων όλων των τάξεων» (σ. 90).

Μια παρόμοια κριτική προς τον οικονομισμό, δηλαδή την αντίληψη ότι η οικονομική πάλη οδηγεί στην προλεταριακή πολιτική, διατύπωσε και ο Τρότσκι, στην περίφημη μπροσούρα του «Τα Πολιτικά μας Καθήκοντα». Εκεί, αφού αντιπαρατίθεται στην αντίληψη ότι η συνείδηση της εργατικής τάξης αναπτύσσεται αυθόρμητα μέσα από τις σχέσεις μεταξύ εργοδοσίας-κεφαλαίου, υποστηρίζει ότι «...οι συνθήκες που ωθούν το προλεταριάτο σε μια συλλογική πάλη δεν βρίσκονται απλώς στο εργοστάσιο αλλά κυρίως στους γενικούς όρους της ύπαρξής του».[7]

Η ουσιώδης διαφωνία του Λένιν με τον Τρότσκι, το 1904, βρίσκεται στον πολιτικό συμφιλιωτισμό του δεύτερου με τους μενσεβίκους και στην επιμονή του πρώτου να δημιουργήσει ένα κόμμα, το οποίο θα αναπτύσσει τη συνείδηση της εργατικής τάξης, θα της εξασφαλίζει την πολιτική της ανεξαρτησία από την κυρίαρχη αστική ιδεολογία και τις πολιτικές της εκπροσωπήσεις, κόβοντας «...όλα τα νήματα που διαρκώς πλέκει η αστική τάξη ανάμεσα στο προλεταριάτο, ...και την αστική “κοινή γνώμη”» (Σ. Μιχαήλ),[8] και θα την καθιστά ηγεμονική δύναμη όλων των καταπιεσμένων.

Βέβαια, παρά την προσχώρησή του, το 1917, στον μπολσεβικισμό και την παραδοχή του ότι όσον αφορά τη συγκρότηση του επαναστατικού κόμματος το δίκιο ήταν με το μέρος του Λένιν, εντούτοις όπως λέει ο Σ. Μιχαήλ, «...ο Τρότσκυ συνέχιζε να προβληματίζεται με την έμφαση που είχε δοθεί στο “Τι να κάνουμε;” στη “συνείδηση που μπαίνει από τα έξω”. Ακόμα και στα Τετράδια του 1933-1935 τη συγκαταλέγει στα “λάθη” που έκανε ο Λένιν...

Ο προβληματισμός του Τρότσκι είχε να κάνει σε μεγάλο βαθμό με την καουτσκική καταγωγή της έννοιας. Στον Κάουτσκι η αντίληψη ότι “ο σοσιαλισμός αναπτύσσεται από την αστική διανόηση που έρχεται σε ρήξη με την τάξη της και μπαίνει από τα έξω στο εργατικό κίνημα” δενόταν με την πατερναλιστική στάση της πνευματικής ελίτ της σοσιαλδημοκρατίας, που ολοένα αποξενωνόταν από την εργατική τάξη και κάλυπτε ιδεολογικά τις ιεραρχικές σχέσεις της διογκούμενης ρεφορμιστικής γραφειοκρατίας.

...Η κοινωνιολογική ερμηνεία, που βλέπει το θέμα απλώς μέσα από τη σχέση διανόησης - εργατικής τάξης, καταλήγει να θέτει το πρόβλημα με όρους εξωτερικούς τον έναν στον άλλο και με μηχανική συσχέτιση μεταξύ τους. Πολιτικά μπορεί να οδηγήσει είτε στον διανοουμενίστικο ελιτισμό και τον πολιτικό “υποκαταστατισμό” είτε στον αντιδιανοουμενισμό και τον οικονομίστικο εργατισμό, είτε στον συνδυασμό και των δύο, όπως έγινε στην περίπτωση των σταλινικών Κομμάτων. Μέσα από αυτή την οπτική θα παραμείνει γρίφος και η θέση του ίδιου του Λένιν στο “Τι να κάνουμε;” ότι μέσα στο επαναστατικό Κόμμα η διάκριση διανοουμένων - εργατών εξαλείφεται».[9]

4. Το ζήτημα της κομματικής οικοδόμησης.

Ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός

4.1. Η λενινιστική αντίληψη της θεωρίας του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού

Σ’ αυτό το σημείο είναι αναγκαίο να επισημάνουμε ότι απ’ όλες τις συμβολές του Λένιν στη μαρξιστική σκέψη, η θεωρία του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού είναι εκείνη που έχει δεχθεί την πιο ισχυρή αμφισβήτηση και την πιο δριμεία κριτική στο εσωτερικό της Αριστεράς.

Πολλοί έχουν συνδέσει την αντίληψη του Λένιν για την κομματική οικοδόμηση με τον γραφειοκρατικό συγκεντρωτισμό και τις διοικητικές-κατασταλτικές μεθόδους της σταλινικής περιόδου, θεωρώντας ότι περιέχει στη βάση της τον σκληρό πυρήνα της γραφειοκρατικής λογικής.[10] Όμως, κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από πουθενά. Απεναντίας, ο Λένιν λειτουργούσε με απόλυτα δημοκρατικό τρόπο και δεν χρησιμοποιούσε καμία οργανωτική φόρμα για να καταπνίξει τις διαφωνίες στο εσωτερικό του κόμματος. Μάλιστα, το 1903, έγραφε ότι είναι απαραίτητο να ανοίξουμε «...φιλόξενα τις στήλες του κομματικού οργάνου σε ανταλλαγή γνωμών…», εξασφαλίζοντας τη δυνατότητα σε ομάδες μέσα στο κόμμα που έχουν διαφορετικές απόψεις να τις εκθέτουν συστηματικά. Και για να γίνει αυτό θεωρούσε ότι το σύνολο του κόμματος είναι αναγκαίο να έχει στη διάθεσή του «...απολύτως όλο το υλικό για την αξιοποίηση των κάθε λογής διαφωνιών, των επιστροφών στον αναθεωρητισμό, των παραβάσεων της πειθαρχίας κ.λπ.».

Τονίζει δε, αμέσως παρακάτω, ότι εκείνο που δεν πρέπει να κάνουμε ώστε να μην προκληθεί διάσπαση είναι να έχουμε «περισσότερη εμπιστοσύνη στην αυτοτελή κρίση όλης της μάζας των κομματικών στελεχών: αυτά και μόνο αυτά είναι ικανά να μετριάσουν την υπερβολική έξαψη των ομάδων που έχουν την τάση προς τη διάσπαση...

...να μην κρύβουμε από το κόμμα τις αφορμές της διάσπασης που εμφανίζονται και μεγαλώνουν, να μην κρύβουμε τίποτε από τα περιστατικά και τα γεγονότα που αποτελούν αυτές τις αφορμές. Κάτι περισσότερο, να μην τα κρύβουμε όχι μόνο από το κόμμα, αλλά, όσο είναι δυνατόν, και από το κοινό που είναι ξένο προς αυτά... Πλατιά δημοσιότητα – να το πιο σωστό και μοναδικά ασφαλές μέσο για να αποφευχθούν όσες διασπάσεις μπορούν ν’ αποφευχθούν, για να περιοριστεί στο minimum η ζημιά από τις διασπάσεις εκείνες που έχουν γίνει αναπόφευκτες.

...Οι εργάτες θα πάψουν να μας καταλαβαίνουν και θα μας εγκαταλείψουν σαν επιτελείο χωρίς στρατό, σε περίπτωση διασπάσεων για ασήμαντες διαφωνίες... Και για να μην μπορούν οι εργάτες να πάψουν να μας καταλαβαίνουν, για να διδαχτούμε κάτι κι εμείς, οι “καθοδηγητές”, από την πείρα που αυτοί απόχτησαν μέσα στην πάλη και από το προλεταριακό τους αισθητήριο – για όλα αυτά είναι ανάγκη οι οργανωμένοι εργάτες να μαθαίνουν να παρακολουθούν τις εμφανιζόμενες αφορμές της διάσπασης...».[11]

Βέβαια, παρ’ ότι η θεωρία του κόμματος νέου τύπου δεν ταυτίζεται με τη θεωρία του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, εντούτοις η θεωρία του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού αποτελεί μέρος της θεωρίας του κόμματος νέου τύπου. Επιπρόσθετα, είναι αναγκαίο να επισημάνουμε ότι ο Λένιν δεν έχει γράψει καμία θεωρητική μελέτη για το ζήτημα του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, αλλά η αντίληψή του αυτή βρίσκεται διάσπαρτη μέσα σε διάφορα κείμενά του, τα οποία όμως θα πρέπει να τα λαμβάνουμε υπόψη, κάθε φορά, με βάση την ιστορική συγκυρία κατά την οποία διατυπώθηκαν.

Σε γενικές γραμμές η αντίληψη του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού έχει δύο σκέλη: το δημοκρατικό, όπου αφορά το δικαίωμα του κάθε μέλους να συζητά, να αμφισβητεί και να ασκεί κριτική στην πολιτική γραμμή της ηγεσίας ή του κόμματος και το συγκεντρωτικό, όπου η μειοψηφία θα πρέπει να πειθαρχεί στις αποφάσεις της πλειοψηφίας, εφόσον αυτές έχουν ληφθεί κατόπιν δημοκρατικής συζήτησης, ώστε να επιτευχθεί η μέγιστη δυνατή συγκέντρωση δυνάμεων στη δράση.

Εντούτοις, η μόνη συνοπτική αναφορά του Λένιν σχετικά με τον δημοκρατικό συγκεντρωτισμό είναι το κεφάλαιο με τίτλο «Οι οργανωτικές βάσεις του κόμματος», το οποίο περιέχεται στο άρθρο «Η πλατφόρμα τακτικής για το ενωτικό Συνέδριο του ΣΔΕΚΡ»,[12] όπου για πρώτη φορά έμπαινε στο καταστατικό του ενωμένου κόμματος η μπολσεβίκικη διατύπωση για τον δημοκρατικό συγκεντρωτισμό.

Σύμφωνα με την άποψη του Ν. Μουσούρου, ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός ως οργανωτικό σχήμα εμφανίζεται μετά την επανάσταση του 1905, παρ’ ότι η σταλινική αντίληψη του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού έχει παρουσιάσει τα βιβλία του Λένιν, Τι να κάνουμε;, καθώς επίσης το Ένα βήμα μπρος, δύο βήματα πίσω, ως τα αποκλειστικά κείμενά του σχετικά μ’ αυτό το θέμα. Όμως, σ’ αυτά τα δύο βιβλία το ζήτημα του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού δεν τίθεται καθόλου. Απεναντίας, αν κάτι καινούριο εγκαινιάζει ο Λένιν σ’ αυτά είναι η αντίληψή του για το κόμμα νέου τύπου. Ο λόγος που το ζήτημα του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού δεν είχε τεθεί πριν από την επανάσταση του 1905 είναι, όπως πάλι επισημαίνει ο Μουσούρος, επειδή ο Λένιν δεν είχε ξεφύγει από την αντίληψη της μικρής ομάδας, της σχετικά αποκομμένης από τις μάζες, ένδειξη του ότι «...η αναγκαιότητα και ο ρόλος του μαζικού επαναστατικού κόμματος, ο ρόλος των μαζών, δεν έχει ακόμη συνειδητοποιηθεί από τον Λένιν. Η αφορμή για τη συνειδητοποίηση αυτή ήταν η επανάσταση του 1905, κατά τη διάρκεια της οποίας το ρωσικό κόμμα αύξησε φοβερά τη στρατολογία και επιρροή του και δέθηκε στενά με τις μάζες».[13]

Αν δεχτούμε τα προαναφερθέντα, τότε είναι δυνατό να συμπεράνουμε ότι αν για κάποιο λόγο θα μπορούσαμε, σήμερα, να επικαλεστούμε το οργανωτικό σχήμα του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, θα ήταν με την προϋπόθεση να υπάρχει ένα μαζικό επαναστατικό κόμμα στενά δεμένο με τις μάζες. Πράγμα το οποίο σημαίνει ότι η επίκληση του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, ως εσωτερικού οργανωτικού καθεστώτος, από τις μικρές και αποκομμένες από την εργατική τάξη οργανώσεις της Αριστεράς, μόνο ως φάρσα μπορεί ιδωθεί. Διότι απλά αποκαλύπτεται ότι δεν έχουν καταλάβει τον ρόλο και τον λόγο της ύπαρξής τους, ο οποίος δεν είναι παρά προπαρασκευαστικός με σκοπό τη διαφώτιση, τη συζήτηση, την προπαγάνδα και την ταξική ενότητα και αλληλεγγύη.

Όσον αφορά δε το Τι να κάνουμε;, ο ίδιος ο Λένιν στο κείμενό του με τίτλο «Πρόλογος στη συλλογή Μέσα σε 12 χρόνια»[14] έλεγε ότι δεν είχε ποτέ την πρόθεση να αναγάγει τις διατυπώσεις αυτού του βιβλίου σε ένα είδος προγράμματος που να συνοψίζει ιδιαίτερες αρχές.[15] Συγκεκριμένα, ο Λένιν, στον εν λόγω Πρόλογο αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι «Το βασικό λάθος εκείνων που κάνουν σήμερα πολεμική ενάντια στο “Τι να κάνουμε;” είναι ότι αποσπούν τελείως αυτό το έργο από τη σύνδεσή του με μια συγκεκριμένη ιστορική κατάσταση, από τη σύνδεσή του με μια ορισμένη περίοδο ανάπτυξης του κόμματός μας, που τώρα από καιρό πέρασε στο παρελθόν» (σ. 107). Γι’ αυτό παρακάτω αναφέρει χαρακτηριστικά πως χρησιμοποίησε την έκφραση «...παραλυγίσαμε τη βέργα». Για να συμπληρώσει αμέσως μετά ότι «Στο “Τι να κάνουμε;” ισιώνεται η βέργα που τη στράβωσαν οι “οικονομιστές”,... και γι’ αυτό δεν είναι σωστό να εξετάζει κανείς το περιεχόμενο της μπροσούρας έξω από το καθήκον αυτό» (σ. 114). Κατά τον M. Lowy, ο Λένιν το 1921 θεωρούσε «ανεπιθύμητη» τη μετάφραση του εν λόγω βιβλίου σε ξένες γλώσσες, απαιτώντας η κάθε μετάφραση να συνοδεύεται τουλάχιστον από «ένα καλό σχόλιο ώστε να αποφευχθούν οι λαθεμένες εφαρμογές» (αναφέρεται στο Ν. Μουσούρου, 1979, σ. 47, στην υποσημείωση).

4.2. Η κριτική της λενινιστικής θεωρίας της κομματικής οικοδόμησης από τον Τρότσκι και ιδιαίτερα από τη Ρόζα Λούξεμπουργκ

Η πιο σκληρή κριτική στη λενινιστική οργανωτική φόρμα προήλθε από τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, αλλά και από τον ίδιο τον Τρότσκι, ο οποίος συμπύκνωσε την πολεμική του προς τον Λένιν, λέγοντας ότι οι μέθοδοί του «...οδηγούν στο εξής: η οργάνωση του κόμματος υποκαθιστά το κόμμα, η κεντρική επιτροπή υποκαθιστά την οργάνωση του κόμματος και τελικά ένας “δικτάτορας” υποκαθιστά την κεντρική επιτροπή...».[16]

Η εν λόγω άποψη του Τρότσκι πήγαζε, όπως λέει ο D. Hallas, επειδή ήταν καχύποπτος απέναντι στο συντηρητισμό του κόμματος, ενώ αντίθετα πίστευε στην αυθόρμητη δράση της εργατικής τάξης. Θεωρούσε δε ότι αυτό το αυθόρμητο σάρωμα της επανάστασης είναι η μόνη ικανή και αναγκαία συνθήκη που μπορεί να σκοτώσει την κομματική ρουτίνα και να καταστρέψει το συντηρητισμό του κόμματος.[17]

Όσον αφορά την κριτική της Ρόζας Λούξεμπουργκ, η οποία ουσιαστικά πρωτοδιατυπώθηκε το 1904 στο κείμενό της «Συγκεντρωτισμός και Δημοκρατία ή Οργανωτικά ζητήματα της ρώσικης σοσιαλδημοκρατίας», ξεκίνησε κάνοντας κριτική στο βιβλίο του Λένιν, Ένα βήμα Εμπρός, Δύο Βήματα Πίσω.

Η Λούξεμπουργκ εκτιμούσε ότι ο Λένιν ήθελε να φέρει τις οργανωτικές μορφές των ιακωβίνων και των μπλανκιστών στο σοσιαλιστικό κίνημα. «Το σοσιαλιστικό κίνημα είναι το πρώτο, στην ιστορία των κοινωνιών που θεμελιώνονται στον ταξικό ανταγωνισμό, το οποίο βασίζεται στην οργάνωση και στην άμεση και αυτόνομη δράση των μαζών σε όλες τις φάσεις και σε όλη την πορεία του.

Στη βάση αυτής της σχέσης η σοσιαλιστική δημοκρατία δημιουργεί έναν εντελώς διαφορετικό τύπο οργάνωσης από εκείνον των προγενέστερων σοσιαλιστικών κινημάτων, π.χ. των κινημάτων ιακωβινο-μπλανκικού τύπου.

Ο Λένιν φαίνεται πως υποτιμά αυτό το ιστορικό γεγονός...»[18].

Βέβαια, η Λούξεμπουργκ δεν αμφισβητεί το γεγονός πως «...σε γενικές γραμμές υπάρχει μια συναφής προς τη σοσιαλδημοκρατία τάση συγκεντρωτισμού». Αλλά, όπως εξηγεί αυτό είναι απόρροια του καπιταλισμού, ο οποίος είναι συγκεντρωτικός από την ουσία του και γι’ αυτό η σοσιαλδημοκρατία «...έχοντας να αγωνισθεί εντός των πλαισίων της μεγάλης συγκεντροποιημένης αστικής πόλης είναι κατά βάθος εχθρική σε κάθε εκδήλωση ατομικισμού ή εθνικού φεντεραλισμού. Με αποστολή την έκφραση, στο χώρο ενός κράτους, των κοινών συμφερόντων του προλεταριάτου, ως τάξη, και την αντιπαράθεση αυτών των γενικών συμφερόντων σε όλα τα ιδιαίτερα ή ομαδικά συμφέροντα, η σοσιαλδημοκρατία έχει τη φυσική τάση να συνενώσει σε ένα μοναδικό κόμμα όλες τις ομαδοποιήσεις εργατών παρά τις υφιστάμενες διαφορές εθνικής, θρησκευτικής ή επαγγελματικής φύσης μεταξύ των μελών της ίδιας τάξης.

...Τίθεται όμως ένα διαφορετικό ζήτημα, εκείνο του βαθμού του συγκεντρωτισμού που είναι κατάλληλος, λαμβάνοντας υπόψη τις συγκεκριμένες συνθήκες, για την εσωτερική λειτουργία της μοναδικής και ενοποιημένης ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας» (σσ. 39-40).[19]

Από τα προαναφερθέντα φαίνεται ότι η Λούξεμπουργκ ερμηνεύει διαφορετικά τον συγκεντρωτισμό απ’ ό,τι ο Λένιν, τον οποίο κατηγορεί ότι ο δικός του συγκεντρωτισμός είναι «...η απόλυτη και τυφλή υποταγή των τμημάτων του κόμματος στο κεντρικό όργανο και η επέκταση της εξουσίας του ως την εξώτερη περιφέρεια της οργάνωσης» (σ. 41). Ο σοσιαλδημοκρατικός συγκεντρωτισμός, υποστηρίζει η Λούξεμπουργκ, «...δεν θα έπρεπε να βασίζεται ούτε στην τυφλή υπακοή, ούτε σε μια μηχανική υπακοή των αγωνιστών προς το κέντρο του κόμματος. Άλλωστε, δεν είναι δυνατή η ύπαρξη στεγανών διαχωριστικών μεταξύ του συνειδητού προλεταριακού πυρήνα, σταθερά ενταγμένου στο κόμμα, και των περικείμενων στρωμάτων του προλεταριάτου...

...Στην πραγματικότητα η σοσιαλδημοκρατία δεν συνδέεται με την οργάνωση της εργατικής τάξης. Είναι το ίδιο το κίνημα της εργατικής τάξης. Άρα, ο συγκεντρωτισμός της σοσιαλδημοκρατίας πρέπει να είναι ουσιαστικά διαφορετικής φύσης από τον συγκεντρωτισμό των μπλανκιστών. Δεν θα μπορούσε να είναι κάτι διαφορετικό από την επιτακτική συγκεντροποίηση της θέλησης της συνειδητής και μαχητικής πρωτοπορίας της εργατικής τάξης σε σχέση με τα άτομα και τις ομάδες της. Είναι, τρόπος του λέγειν, ένας “αντισυγκεντρωτισμός” του διευθύνοντος στρώματος του προλεταριάτου, είναι η βασιλεία της πλειοψηφίας στο εσωτερικό του δικού του κόμματος» (σ. 43).[20]

Όμως, η Λούξεμπουργκ δεν κατηγορεί τον Λένιν μόνο για τον υπερσυγκεντρωτισμό που θέλει να επιβάλει στο κόμμα, αλλά και για «...τη μηχανική του αντίληψη για τη σοσιαλιστική οργάνωση». Αυτή η κατηγορία της Λούξεμπουργκ στηρίζεται στην αντίληψη ότι ο Λένιν εκθειάζει την παιδαγωγική επιρροή του εργοστασίου, που συνηθίζει το προλεταριάτο στην πειθαρχία και την οργάνωση.

Η Λούξεμπουργκ θεωρεί ότι η εργατική τάξη δεν μπορεί να οργανωθεί κατά τα πρότυπα της συγκεντρωτικής και ιεραρχικής αστικής κοινωνίας, ούτε η απελευθερωτική δράση της μπορεί να στηρίζεται στην τυφλή πειθαρχία της βάσης προς την ηγεσία. Διότι μια τέτοια λειτουργία ουσιαστικά αναπαράγει την ήδη υπάρχουσα ταξική υποταγή του προλεταριάτου στο κεφάλαιο και δεν διαφέρει σε τίποτα από το πλαίσιο που καθορίζει η αστική εξουσία. Όπως παρατηρεί με πολύ καυστικό τρόπο η Λούξεμπουργκ, «Η πειθαρχία, όπως την αντιλαμβάνεται ο Λένιν, εντυπώνεται στο προλεταριάτο όχι μόνο μέσα από το εργοστάσιο, αλλά και από το στρατόπεδο και το σύγχρονο γραφειοκρατισμό, εν συντομία, από όλον τον μηχανισμό του συγκεντρωτικού αστικού κράτους.

...Τι κοινό μπορεί να υπάρχει μεταξύ της καλορυθμισμένης ευπείθειας μιας καταπιεζόμενης τάξης και της οργανωμένης εξέγερσης μιας τάξης αγωνιζόμενης για την ολοκληρωτική της χειραφέτηση;

Η εργατική τάξη δεν θα μπορέσει να αποκτήσει την αντίληψη μιας νέας πειθαρχίας, της αυτοπειθαρχίας ελεύθερης αποδοχής της σοσιαλδημοκρατίας, αν ξεκινήσει από την επιβαλλόμενη από το καπιταλιστικό κράτος πειθαρχία στο προλεταριάτο (υποκαθιστώντας απλώς την αυθεντία της αστικής τάξης με εκείνη μιας σοσιαλιστικής κεντρικής επιτροπής). Θα το κατορθώσει μόνον αν ξεριζώσει και την τελευταία ρίζα αυτών των συνηθειών υπακοής και δουλοπρέπειας.

Από τα προηγούμενα, άλλωστε, συνάγεται ότι ο συγκεντρωτισμός με τη σοσιαλιστική σημασία, δεν θα μπορούσε να είναι απόλυτη έννοια, εφαρμοσμένη σε οποιαδήποτε φάση του εργατικού κινήματος. Θα πρέπει μάλλον να θεωρείται ως τάση, που γίνεται πραγματικότητα στο μέτρο και στο βαθμό της ανάπτυξης και της πολιτικής διαπαιδαγώγησης των εργατικών μαζών κατά τη διάρκεια του αγώνα τους» (σ. 44-45).[21]

Αυτή η διεισδυτική ανάλυση της Λούξεμπουργκ, όταν προσεγγίζει Τα οργανωτικά ζητήματα της ρώσικης σοσιαλδημοκρατίας, καταλήγει στην εξίσου διεισδυτική θέση που αφορά όχι μόνο τον συντηρητισμό και το «αλάθητο» των ηγεσιών, αλλά και το δικαίωμα που έχει η εργατική τάξη να δρα και να μαθαίνει μέσα από τα λάθη της: «Σ’ αυτή την προερχόμενη από φόβο επιθυμία εγκαθίδρυσης της κηδεμονίας μιας παντογνώστριας και παντοδύναμης κεντρικής επιτροπής, για την προφύλαξη ενός ακμαιότατου και πλήρους υποσχέσεων εργατικού κινήματος από μερικά σφάλματα, πιστεύουμε πως διακρίνονται τα συμπτώματα του ίδιου εκείνου υποκειμενισμού, που εμφανίστηκε αρκετές φορές στη σοσιαλιστική σκέψη της Ρωσίας.

... Αλλά να που το Εγώ του Ρώσου επαναστάτη δεν καθυστερεί να κάνει πιρουέτες πάνω στο κεφάλι του και για μια ακόμη φορά αυτοανακηρύσσεται σε πανίσχυρο ιθύνοντα της ιστορίας και αυτή τη φορά στο πρόσωπο αυτής της υψηλότητας της κεντρικής επιτροπής του σοσιαλδημοκρατικού εργατικού κινήματος. Ο επιδέξιος ακροβάτης δεν αντιλαμβάνεται επίσης ότι το μόνο “υποκείμενο” στο οποίο ανήκει ο ρόλος του ηγέτη είναι το συλλογικό “εγώ” της εργατικής τάξης, που διεκδικεί αποφασιστικά για τον εαυτό της το δικαίωμα να υποπίπτει σε σφάλματα και να μαθαίνει τη διαλεκτική της ιστορίας.

Και τέλος, ας το πούμε χωρίς περιστροφές: Τα σφάλματα που διαπράχθηκαν από ένα αληθινά επαναστατικό κίνημα είναι ιστορικά απείρως γονιμότερα και πολυτιμότερα από το αλάθητο της καλύτερης “κεντρικής επιτροπής”» (σσ. 63-64).[22]

4.3. Ποιο είναι το διακύβευμα σχετικά με τη θεωρία του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού

Το ερώτημα, όμως, που τίθεται σχετικά με την αποδοχή ή όχι ενός δημοκρατικοσυγκεντρωτικού συστήματος λειτουργίας, είναι το εξής: τι γίνεται στην περίπτωση που υπάρχουν σοβαρές πολιτικές διαφωνίες και έχει ξεσπάσει κρίση στις γραμμές του κόμματος;

Πάντως, η μέχρι τώρα εμπειρία έχει δείξει ότι καμία επίκληση της αρχής του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, όσο σαφής κι αν είναι διατυπωμένος στα καταστατικά των διαφόρων πολιτικών μορφωμάτων της Αριστεράς, δεν σώζει τα κόμματα και τις οργανώσεις από διασπάσεις και αποχωρήσεις, παρά μόνο η ανοχή στη διαφορετική άποψη, η οποία μπορεί να εκφραστεί μέσω ιδεολογικών τάσεων και φραξιών. Επιπλέον, η πίστωση χρόνου ούτως ώστε να φανεί στην πράξη ποια πλευρά έχει δίκιο ή άδικο και η θέληση να συζητηθούν δημοκρατικά οι διαφωνίες, είναι απαραίτητες προϋποθέσεις προκειμένου να μείνει μια οργάνωση ενωμένη.

Ιδιαίτερα στις σημερινές συνθήκες αστικής δημοκρατίας, η έμφαση στη δημοκρατική πλευρά των πραγμάτων είναι θεμελιώδης. «Αν, μετά από ελεύθερη συζήτηση, δεν υφίσταται συλλογική προσπάθεια και αμοιβαία εμπλοκή στο να βάλουμε όλες τις αποφάσεις στη δοκιμασία της πράξης, η δημοκρατία μιας οργάνωσης παραμένει τυπική “κοινοβουλευτική”. Περιορίζεται σε μια ανταλλαγή γνωμών χωρίς πραγματικές συνέπειες όπου ο καθένας συμμετέχει με τις πεποιθήσεις του χωρίς μια κοινή πρακτική δοκιμασίας της εγκυρότητας ενός πολιτικού προσανατολισμού» (D. Bensaid 2002).

Λαμβάνοντας υπόψη τα προαναφερθέντα μπορούμε να πούμε ότι ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός δεν είναι πανάκεια και δεν προσφέρει καμιά έτοιμη λύση για τα πολιτικά και οργανωτικά προβλήματα, καθώς επίσης και για τα ζητήματα τακτικής που προκύπτουν κάθε φορά. Όπως πάλι λέει ο Ν. Μουσούρος (1979) «...ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός εξασφαλίζει το μάξιμουμ της αποτελεσματικότητας χάρη στο ότι προβλέπει την ενιαία δράση του κόμματος ως αποτέλεσμα της ιδεολογικής διαπάλης που διεξάγεται αέναα ανάμεσα στα ρεύματα, τις αποχρώσεις και τις αντιλήψεις που νομοτελειακά ενυπάρχουν σ’ ένα κόμμα μαζών. Ενιαία δράση ως αποτέλεσμα ιδεολογικής διαπάλης σημαίνει επίτευξη του μάξιμουμ συνειδητής δράσης. Ενιαία δράση ως αποτέλεσμα ιδεολογικής διαπάλης σημαίνει όμως επίσης την εξασφάλιση (από οργανωτικής πλευράς) της εγγύησης ότι η άποψη που πλειοψήφησε, και τελικά εφαρμόζεται στην πράξη από όλους, είναι και η άποψη η πιο σωστή, η πιο κοντά στα προβλήματα και τις επιθυμίες των μαζών.

...το ρωσικό κόμμα επί Λένιν είναι κόμμα ζωντανό. Για τον Λένιν είναι σαφές ότι ένα κόμμα που θέλει να εκφράζει την εργατική τάξη και αποτελείται το ίδιο από χιλιάδες μέλη (αντίθετα με το μύθο που μιλάει για “μια φούχτα μπολσεβίκους που έκαναν την επανάσταση του 1917”, πρέπει να ειπωθεί ότι ο αριθμός των μελών του ρωσικού κόμματος απ’ το 1905 μέχρι το 1917, παρ’ όλη την παρανομία και τις διασπάσεις του, ποτέ δεν κατέβηκε κάτω απ’ τις 10.000) θα έχει αναπόφευκτα στο εσωτερικό του τάσεις και ρεύματα. Θα έχει, επομένως, διαρκώς προβλήματα. Προβλήματα που για να μην προξενήσουν τη διάλυση ή το μαρασμό επιβάλλουν την ύπαρξη στην κορυφή του κόμματος μιας ηγεσίας. Ηγεσίας ικανής να παίξει τον ρόλο όχι αστυνομικής ή διοικητικής αρχής αλλά ΚΑΘΟΔΗΓΗΣΗΣ» (σ. 132).

«...Η τήρηση του καταστατικού απαιτεί μέλη συνειδητά, απαιτεί στην κορυφή του κόμματος καθοδήγηση επαναστατικού κόμματος και όχι μόνιμους υπαλλήλους, απαιτεί κόμμα αυτόνομο και όχι εξαρτημένο» (σ. 136).

5. Το κεκτημένο του λενινισμού

Σ’ αυτό το σημείο είναι αναγκαίο να επισημάνουμε ότι οι συνθήκες παρανομίας στις οποίες λειτουργούσε το μπολσεβίκικο κόμμα, αλλά και οι συνδικαλιστικές οργανώσεις της εργατικής τάξης, λόγω του απολυταρχικού τσαρικού καθεστώτος, οδήγησαν σε μια υπερτίμηση του ρόλου του επαναστατικού κόμματος απέναντι στην εργατική τάξη, του πολιτικού απέναντι στο κοινωνικό, του συνειδητού απέναντι στο αυθόρμητο.

Ωστόσο, θα ήταν άδικο να παραβλέψουμε τα ιστορικά όρια μέσα στα οποία διαμορφώθηκε η άποψη του Λένιν για τον δημοκρατικό συγκεντρωτισμό και να παραγράψουμε την πολιτική συνεισφορά του στην οικοδόμηση του επαναστατικού κόμματος, η οποία θα μπορούσε να συνοψιστεί στα εξής: Καταρχάς στην αδιάλλακτη επιμονή του για τη συγκρότηση κόμματος ομοϊδεατών επαναστατών, ανεξάρτητου από την αστική ιδεολογία. Δεύτερον, για τον Λένιν το κόμμα αποτελεί το μέσο και η κοινωνική αλλαγή τον σκοπό (Π. Παπακωνσταντίνου, 2000). Είναι το εργαλείο που θα βοηθήσει προς την επαναστατική ανατροπή του αστικού συστήματος. Αν το εργαλείο δεν κάνει, τότε ή το πετάμε ή το αντικαθιστούμε ή το παραμερίζουμε μέχρι να το χρειαστούμε ξανά. Αλλιώς μπαίνει στο μουσείο.

Βέβαια, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος της γραφειοκρατικοποίησης του κόμματος. Σχετικά μ’ αυτό δεν υπάρχουν έτοιμες λύσεις, παρά μόνο ότι χρειάζεται πάντα η επαγρύπνηση των μελών, το συνεχές ανέβασμα του μορφωτικού τους επιπέδου και η εξέταση σε κάθε στιγμή, κριτικά, της πορείας του κόμματος.

Τέλος, θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι οι απόψεις του Λένιν για την οικοδόμηση επαναστατικού κόμματος και η (κακοποιημένη από τον σταλινισμό θεωρία του για τον δημοκρατικό συγκεντρωτισμό), παρά τις επικρίσεις που έχουν δεχθεί, αποτελούν ένα ιστορικό κεκτημένο για την Αριστερά. Υπό αυτή την έννοια, με αφορμή το Τι να κάνουμε;, θα μπορούσε να ανοίξει μια συζήτηση στο εσωτερικό της Αριστεράς, όλων των συνιστωσών, για το πώς συγκροτείται το κόμμα νέου τύπου, δηλαδή το επαναστατικό κόμμα, και ποιος τύπος οργάνωσης θα ήταν προσφορότερος στις σημερινές συνθήκες. Διότι, σε κάθε φάση του καπιταλισμού αντιστοιχεί και ένα ανάλογο οργανωτικό μοντέλο, επειδή ακριβώς «...κάθε νέα φάση του συστήματος σημαίνει τη μερική ή ολική αποτυχία των προηγούμενων μορφών οργάνωσης και πάλης της εργατικής τάξης».[23]

Τι σημαίνει αυτό; Ας το δούμε εν τάχει

Στις αρχές του 20ού αιώνα, το βιομηχανικό προλεταριάτο προκειμένου να αντιπαρατεθεί στο κεφάλαιο οικοδόμησε μια οργάνωση σύμφωνα με τα πρότυπα λειτουργίας του χώρου παραγωγής: του εργοστασίου.

Αυτό, λοιπόν, που αποκαλούμε λενινιστική αρχή κομματικής οικοδόμησης δεν είναι ανεδαφικά επινοημένες αντιλήψεις. Απεναντίας είναι απόρροια κριτικής ανάλυσης μιας συγκεκριμένης ιστορικής πραγματικότητας, λαμβάνοντας υπόψη και την πείρα του εργατικού κινήματος αλλά και τις πολιτικές συνθήκες της εποχής (τσαρισμός κ.λπ.). Κατά συνέπεια, η αντίληψη του Λένιν για τον δημοκρατικό συγκεντρωτισμό και το κόμμα νέου τύπου από αυτήν ακριβώς την εμπειρία πήγαζε: δηλαδή από το δεσποτισμό του εργοστασίου και του κράτους και την πειθαρχία που οι συνθήκες αυτές επέβαλλαν στον αγώνα του προλεταριάτου.

Όμως, αν λάβουμε υπόψη ότι ο καπιταλισμός βρίσκεται σε διαφορετική ιστορική φάση από αυτήν των αρχών του 20ού αιώνα, τότε θα πρέπει να αναλύσουμε ποια είναι η σημερινή πραγματικότητα, ώστε κατόπιν να δούμε πώς επανατίθεται και το οργανωτικό ζήτημα.

Είναι γεγονός ότι η εισαγωγή των νέων τεχνολογιών στην παραγωγική διαδικασία, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης του συστήματος, όχι απλώς εκτοπίζει σταδιακά ένα μέρος της χειρωνακτικής εκτελεστικής εργασίας από την παραγωγή, αλλά και αλλάζει ολόκληρη τη μορφή οργάνωσης της εργασίας. Ταυτόχρονα, η καπιταλιστική αναδιάρθρωση ενώ από τη μια συγκεντρώνει την παραγωγή σε λίγα χέρια, καταστρέφοντας τις λιγότερο ανταγωνιστικές επιχειρήσεις, από την άλλη αρχίζει σιγά-σιγά να «σπάει» την παραγωγική διαδικασία και να την αποσυγκεντροποιεί μέσω π.χ. ομάδων εργασίας, οριζόντιας συνεργασίας, υπέρβασης της εξειδίκευσης, συμμετοχής στην οργάνωση της εργασίας, δημιουργίας μικρών και ευέλικτων οικονομικών μονάδων με τη μέθοδο της υπεργολαβίας ή του φασόν κ.λπ.[24] Υπάρχει, δηλαδή, μια τάση αμφισβήτησης του άκαμπτου και ιεραρχικά δομημένου συστήματος παραγωγής.

Η Αριστερά αντί να μελετήσει τις επιπτώσεις από την αλλαγή των συσχετισμών δύναμης μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας λόγω και της εισαγωγής των νέων τεχνολογιών στην παραγωγή, καθώς επίσης και τις αλλαγές που έχουν επέλθει στην οργάνωση της εργασίας και στη σύνθεση της εργατικής τάξης, μοιάζει να έχει τρομάξει από όλες αυτές τις εξελίξεις. Όμως, «η συστηματική μελέτη των εξελίξεων στο χώρο της παραγωγής μπορούν να μας διαφωτίσουν και για τον τρόπο οργάνωσης του πολιτικού και συνδικαλιστικού φορέα της εργατικής τάξης, για τον τρόπο οργάνωσης της σοσιαλιστικής και κομμουνιστικής κοινωνίας».[25]

Εν κατακλείδι, δεν μπορεί οι δυνάμεις που αναφέρονται στην Αριστερά και υπερασπίζονται τα συμφέροντα των εργαζόμενων τάξεων να λειτουργούν κατά τρόπο αντιστρόφως ανάλογο από την τάση που διαφαίνεται στην οικονομική βάση. Πόσο, μάλλον, που αυτό ισχύει περισσότερο για τις ομάδες και οργανώσεις της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, των οποίων οι μοναχικές πορείες είναι κυριολεκτικά αναντίστοιχες με τις απαιτήσεις των καιρών και με την τάση που διαφαίνεται στην κοινωνική τους βάση που αφορά και όλους αυτούς οι οποίοι, κατά καιρούς, εγκατέλειψαν το τρένο των μικρών περιχαρακωμένων οργανώσεων η οποία επιμένει να φωνάζει (σιωπηρά ή φανερά) με αγωνία: «επιτέλους, ας αρχίσει μια διαδικασία ενοποίησης ή έστω ενότητας αυτών των δυνάμεων».[26]

Με βάση, λοιπόν, τη σύγχρονη φάση του καπιταλισμού, τις εξελίξεις στο χώρο της παραγωγής και τις εμπειρίες που έχουμε αποκομίσει από τη μακρά πορεία του Αριστερού κινήματος είναι αναγκαίο να διερευνήσουμε ποια είναι τα βασικά χαρακτηριστικά μιας σύγχρονης επαναστατικής οργάνωσης και ποιο το ανάλογο οργανωτικό μοντέλο που της αντιστοιχεί.

Σε γενικές γραμμές τα χαρακτηριστικά και το οργανωτικό μοντέλο μιας επαναστατικής οργάνωσης θα πρέπει να περιλαμβάνουν την οριστική απεμπλοκή από την αντίληψη της μονολιθικότητας, το ξεπέρασμα της ιστορικά παγιωμένης αντίληψης περί δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, την υιοθέτηση μορφών άμεσης δημοκρατίας με αιρετούς και τακτικά εναλλασσόμενους αντιπροσώπους, την αναγνώριση των τάσεων, τη δημοσιοποίηση των απόψεων της μειοψηφίας και τη μη υποχρεωτική υλοποίηση αποφάσεων της πλειοψηφίας (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η μειοψηφία μπορεί να δρα αυτόνομα υλοποιώντας μόνο τις δικές της απόψεις), την πληροφόρηση και τη θεωρητική κατάρτιση σε όλα τα επίπεδα, καθώς τέλος θα μπορούσαν να οργανώνονται προσυνεδριακές συζητήσεις με βάση όχι μόνο τα εισηγητικά κείμενα των οργάνων αλλά και με προτεινόμενη βιβλιογραφία.[27]

Κατά συνέπεια, ο σκοπός, σήμερα, των δυνάμεων που αναφέρονται στον κριτικό μαρξισμό δεν είναι μόνο να διατυπώσουν μια γενική θεωρία περί πολιτικού κόμματος, αλλά να βρουν πρωτίστως τους τρόπους συμπόρευσης και κοινής δράσης των δυνάμεων που τοποθετούν τον εαυτό τους στην αντικαπιταλιστική Αριστερά, όταν μάλιστα έχουμε ως δεδομένο ότι αυτή είναι πολυδιασπασμένη και παραδομένη σε διαιρέσεις και συνεχείς έριδες.

Απέναντι, λοιπόν, στη νεοφιλελεύθερη επίθεση, θεωρώ ως αναγκαίο καθήκον, καταρχάς, τη δημιουργία ενός Κέντρου Επιχειρήσεων, το οποίο θα αγωνίζεται με συνέπεια, προσπαθώντας να συγκεντρώσει και να συντονίσει τις σκόρπιες δυνάμεις και να προσανατολίσει την εργατική τάξη σε σοσιαλιστική κατεύθυνση, μακριά από τα δεινά που της επιφυλάσσει ο καπιταλισμός.

Ταυτόχρονα, η σύσταση μιας Μαρξιστικής Τάσης μέσα στο εργατικό κίνημα, είναι μια αναγκαία συνθήκη προκειμένου να πραγματοποιηθεί η ενότητα, αρχικά, των δυνάμεων που αναφέρονται στον κριτικό μαρξισμό, ως ένα πρώτο βήμα μιας νέας ηγεμονίας, δηλαδή ενός μαζικού αντικαπιταλιστικού-διεθνιστικού μορφώματος της Αριστεράς.[28]

Δυστυχώς, η ελληνική Αριστερά αρέσκεται πιο πολύ να πολιτικολογεί παρά να σκύβει στην ιστορία της και να τη μελετά. Έτσι, χάνει τις ευκαιρίες που τις δίνονται, έστω και με αφορμή κάποιες ιστορικές επετείους, να συζητά μεταξύ της θεωρητικά ζητήματα. Μάλλον, κατά πώς φαίνεται, έχει «λύσει» τα ζητήματα της θεωρίας.

Βιβλιογραφία

Bensaid D., «Ο λενινισμός στον 21ο αιώνα» (συνέντευξη), περιοδικό Σπάρτακος, Απρίλιος 2002, τεύχος 64 και www.okde.org

Dixon K., Οι ευαγγελιστές της αγοράς, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2000.

Ζήρας Α., Η συνάντηση Λέον Τρότσκι-Αντρέ Μαλρώ. Ένα χρονικό, εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2003.

Ζιούτος Γ., «Η ιδεολογική πορεία του Ζωρές», στον συλλογικό τόμο, Γ. Ζιούτος (1903-1967), Επιμέλεια έκδοσης: Κατερίνα Ζωιτοπούλου-Μαυροκεφαλίδου, εκδόσεις Παρασκήνιο και Δημοτικό Κέντρο Ιστορίας και Τεκμηρίωσης Βόλου, Αθήνα 2000.

Hallas D., O Μαρξισμός του Τρότσκι, εκδόσεις Εργατική Δημοκρατία, δεύτερη έκδοση, Αθήνα 1996.

Κατσορίδας Δ., «Κράτος, κόμμα, κοινωνία και η συντηρητική εξέλιξη των εργατικών κομμάτων», περιοδικό Σπάρτακος, Ιούλιος 1995, τεύχος 42.

Κατσορίδας Δ., Νέες τεχνολογίες και απασχόληση. Οι μεταβολές στην παραγωγική και εργασιακή διαδικασία, Εναλλακτικές Εκδόσεις/ Ρωγμή, Αθήνα 1998.

Κατσορίδας Δ., «Τα Πολιτικά μας Καθήκοντα. Σκέψεις για την επαναθεμελίωση της μαρξιστικής Αριστεράς. Για ένα νέο κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς (πρόταση για διάλογο)», περιοδικό Σπάρτακος, Δεκέμβριος-Ιανουάριος 1999, τεύχος 54.

Λένιν, Τι να κάνουμε;, εκδόσεις Kλασσικά Kείμενα, χ.χ.έ.

Λένιν, «Γράμμα προς τη Σύνταξη της “Ίσκρα”. Γράμμα προς τη Συνταχτική Επιτροπή», Άπαντα, τόμος 8, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, έκδοση πέμπτη, Αθήνα, χ.χ.έ.

Λένιν, «Η πλατφόρμα τακτικής για το ενωτικό Συνέδριο του ΣΔΕΚΡ», Άπαντα, τόμος 12, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα.

Λένιν, «Πρόλογος στη συλλογή “Μέσα σε 12 χρόνια”», Άπαντα, τόμος 16, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, έκδοση πέμπτη, Αθήνα 1978.

Μαξίμοφ Μ., «Ο ρόλος του επαναστάτη σε συνθήκες αντεπανάστασης. Η υπαρξιακή διάσταση της κρίσης του κομμουνιστικού κινήματος», περιοδικό Ουτοπία, Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 2001, τεύχος 46.

Μαυρουδέας Σ., «Να φέρουμε τον Λένιν στον 21ο αιώνα», εφημερίδα Πριν, 9/1/2000.

Μηλιός Γ., Ο Μαρξισμός ως σύγκρουση τάσεων. Τέσσερα παραδείγματα Ελλήνων μαρξιστών: Κορδάτος, Μάξιμος, Λεκατσάς, Πουλαντζάς, Εναλλακτικές Εκδόσεις/ Δοκίμια 5, Αθήνα 1996.

Μιχαήλ Σ., Ο Τρότσκυ ως φιλόσοφος, εκδόσεις Λέων, Αθήνα 2001.

Μουσούρος Γ. Ν., Η θεωρία του Λένιν για το δημοκρατικό συγκεντρωτισμό, εκδόσεις Αγώνας, Αθήνα 1979.

Παπακωνσταντίνου Π., «Λένιν, πολιτική και Οκτώβρης», εφ. Πριν, 5/11/2000.

Ράιχ Β., Ταξική συνείδηση και σεξουαλική χειραφέτηση, έκδοση τρίτη, εκδόσεις Διεθνής Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1972.

Τζόνστοουν Μ., Σοσιαλισμός, δημοκρατία και μονοκομματικό σύστημα, εκδόσεις Αγώνας, Αθήνα χ.χ.έ,

Τρότσκι Λ., Και τώρα;, εκδόσεις Πρωτοποριακή Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1978.

Χάγιου Νόρα, «Οι αλλαγές στην παραγωγή και ο ρόλος της εργασίας», Πριν, 12/1/1992.



[1] Το 2002 συμπληρώθηκαν 100 χρόνια από την έκδοση του Τι να κάνουμε;, και το 2004 80 χρόνια από το θάνατο του Λένιν. Με αφορμή αυτές τις δύο επετείους γράφτηκε το παρόν κείμενο.

[2] Όπως επισήμαινε ο Λένιν «…αν αρχίσουμε με μια στέρεα θεμελιωμένη γερή οργάνωση επαναστατών, θα μπορέσουμε να εξασφαλίσουμε τη σταθερότητα του κινήματος στο σύνολό του και να πραγματώσουμε και τους σοσιαλδημοκρατικούς και τους ειδικά τρεϊντγιουνιονιστικούς σκοπούς. Αν όμως αρχίσουμε με τη δήθεν “προσιτή” στη μάζα πλατιά εργατική οργάνωση (που στην πραγματικότητα όμως είναι πιο προσιτή στους χωροφύλακες και κάνει τους επαναστάτες πιο προσιτούς στην αστυνομία), τότε δεν θα πραγματώσουμε ούτε τούτους ούτε κείνους τους σκοπούς…». Βλ. Λένιν, Τι να κάνουμε;, σ. 134, εκδόσεις κλασικά κείμενα (χ.χ.έ.).

[3] Περισσότερα σχετικά μ’ αυτό βλ. την άποψη του Κάουτσκι που παραθέτει ο ίδιος ο Λένιν στο προαναφερθέν βιβλίο του στη σ. 45.

[4] Λένιν, Τι να κάνουμε;, ό.π., σ. 46.

[5] Για περισσότερα βλέπε Daniel Bensaid D., «Ο λενινισμός στον 21ο αιώνα» (συνέντευξη), περιοδικό Σπάρτακος, Απρίλιος 2002, τεύχος 64 και www.okde.org

[6] Λ. Τρότσκι, Και τώρα;, εκδόσεις Πρωτοποριακή Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1978, σσ. 36-37.

[7] Αναφέρεται στο Σ. Μιχαήλ, Ο Τρότσκυ ως φιλόσοφος, εκδόσεις Λέων, Αθήνα 2001, σ. 109.

[8] Σ. Μιχαήλ, ό.π., σ. 112.

[9] Σ. Μιχαήλ, ό.π., σσ. 114-115.

[10] Ενδιαφέρουσα είναι η αντίθετη άποψη που προβάλλει ο Τζόνστοουν απέναντι στις αντιλήψεις που ισχυρίζονται ότι η καταπίεση που επακολούθησε επί Στάλιν ήταν η λογική συνέπεια των απόψεων του Λένιν για τον δημοκρατικό συγκεντρωτισμό και το κόμμα νέου τύπου. Ο Τζόνστοουν αποδεικνύει με επιχειρήματα και παραδείγματα ότι στις επαναστατικές του απόψεις, τον Λένιν τον ενέπνεαν οι ίδιες δημοκρατικές και αντιελιτίστικες αρχές που ενέπνεαν τους Μαρξ και Ένγκελς, τις οποίες εφάρμοσε σε όλη του τη ζωή και όταν ακόμη ήταν ηγέτης του σοβιετικού κράτους. Για περισσότερα βλέπε Μ. Τζόνστοουν, Σοσιαλισμός, δημοκρατία και μονοκομματικό σύστημα, εκδόσεις Αγώνας, Αθήνα χ.χ.έ,

[11] Λένιν, «Γράμμα προς τη Σύνταξη της “Ίσκρα”. Γράμμα προς τη Συνταχτική Επιτροπή», Άπαντα, τόμος 8, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, έκδοση πέμπτη, χ.χ.έ., σσ. 94-95.

[12] Το εν λόγω άρθρο δημοσιεύτηκε στις 20/3/1906 και περιλαμβάνεται στο Λένιν, Άπαντα, τόμος 12, σσ. 221-238, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα.

[13] Ν. Μουσούρου, Η θεωρία του Λένιν για το δημοκρατικό συγκεντρωτισμό, εκδόσεις Αγώνας, Αθήνα 1979, σ. 66-69. Βλέπε επίσης και σ. 45.

[14] Περισσότερα σχετικά με αυτό το κείμενο βλέπε Λένιν, Άπαντα, τόμος 16, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, έκδοση πέμπτη, Αθήνα 1978, σs. 101-120.

[15] Λένιν, Άπαντα, ό.π., σ. 114.

[16] Τρότσκι, «Τα πολιτικά μας καθήκοντα». Αναφέρεται στο D. Hallas, O Μαρξισμός του Τρότσκι, εκδόσεις Εργατική Δημοκρατία, δεύτερη έκδοση, Αθήνα 1996, σ. 80.

[17] Για περισσότερα βλέπε D. Hallas, ό.π., σ. 80-81.

[18] Ρ. Λούξεμπουργκ, Σοσιαλισμός και Δημοκρατία (Οργανωτικά προβλήματα της ρώσικης σοσιαλδημοκρατίας), εκδόσεις Κοροντζή, Αθήνα, χ.χ.έ., σ. 40.

[19] Ρ. Λούξεμπουργκ, Σοσιαλισμός και Δημοκρατία…, ό.π.

[20] Ρ. Λούξεμπουργκ, Σοσιαλισμός και Δημοκρατία…, ό.π.

[21] Ρ. Λούξεμπουργκ, Σοσιαλισμός και Δημοκρατία…, ό.π.

[22] Ρ. Λούξεμπουργκ, Σοσιαλισμός και Δημοκρατία…, ό.π.

[23] Σ. Μαυρουδέας, «Να φέρουμε τον Λένιν στον 21ο αιώνα», εφημερίδα Πριν, 9/1/2000.

[24] Σχετικά με τις μεταβολές στην παραγωγική και εργασιακή διαδικασία βλέπε Δ. Κατσορίδας, Νέες τεχνολογίες και απασχόληση, Εναλλακτικές Εκδόσεις/ Ρωγμή, Αθήνα 1998, σσ. 77-90.

[25] Περισσότερα για το πώς μπορεί να λειτουργήσει μια σύγχρονη επαναστατική οργάνωση, αφού προηγουμένως λάβει υπόψη της τις αλλαγές που συντελούνται στην παραγωγή, δες το ενδιαφέρον άρθρο της Νόρας Χάγιου, «Οι αλλαγές στην παραγωγή και ο ρόλος της εργασίας», Πριν, 12/1/1992.

[26] Η αντικαπιταλιστική Αριστερά, κατακερματισμένη και ασυντόνιστη, αδυνατεί να συγκροτήσει έναν υπολογίσιμο πόλο έλξης, με αποτέλεσμα να κινδυνεύει να σπαταλήσει ένα δοκιμασμένο και πολύτιμο ανθρώπινο δυναμικό, το οποίο θα μπορούσε να είναι η βάση για ένα νέο ξεκίνημα.

[27] Σχετικά με κάποιες εναλλακτικές καταστατικές προτάσεις, οι οποίες ανταποκρίνονται στις σημερινές ανάγκες λειτουργίας μιας πολιτικής οργάνωσης βλέπε Δ. Κατσορίδας, «Κράτος, κόμμα, κοινωνία και η συντηρητική εξέλιξη των εργατικών κομμάτων», περιοδικό Σπάρτακος, Ιούλιος 1995, τεύχος 42.

[28] Για περισσότερα βλέπε Δ. Κατσορίδας, «Τα Πολιτικά μας Καθήκοντα. Σκέψεις για την επαναθεμελίωση της μαρξιστικής Αριστεράς. Για ένα νέο κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς (πρόταση για διάλογο)», περιοδικό Σπάρτακος, Δεκέμβριος-Ιανουάριος 1999, τεύχος 54.

ΑΝΙΧΝΕΥΟΝΤΑΣ ΤΗ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ

(Μερικές σκέψεις εξ αφορμής του βιβλίου του Θ. Βακαλιού, Η Αριστερά χθες, σήμερα, αύριο, εκδ. Βακαλιός, Αθήνα 2004)

του Περικλή Παυλίδη

Ζούμε σε μια εποχή όπου το αναγγελθέν τέλος των μεγάλων αφηγήσεων και χειραφετικών ιδεωδών φαντάζει αυτονόητη εγγύηση κατά του «ολοκληρωτισμού» των επαναστατικών σχεδίων του παρελθόντος, όπου η κυριαρχία της παγκοσμιοποιημένης κεφαλαιοκρατίας προβάλλει ως αναπόδραστη πραγματικότητα, εν είδει φυσικού φαινομένου ή, ίσως, και φυσικής καταστροφής.

Για την Αριστερά, τον ηττημένο των μεγάλων κοινωνικοπολιτικών συγκρούσεων του 20ου αιώνα, το διακύβευμα δεν είναι πλέον η τάδε ή η δείνα τακτική της, αλλά η ίδια η στρατηγική, ο ύψιστος σκοπός ύπαρξής της: η χειραφέτηση της εργασίας και, ως εκ τούτου, η υπέρβαση της κεφαλαιοκρατίας και η οικοδόμηση μιας αταξικής-κομμουνιστικής κοινωνίας.

Μετά όμως την αποτυχία των σοσιαλιστικών εγχειρημάτων της Ανατολικής Ευρώπης καθώς και τη δραματική συρρίκνωση των αριστερών δυνάμεων στις ανεπτυγμένες κεφαλαιοκρατικές χώρες, η αναγκαιότητα και δυνατότητα μιας σοσιαλιστικής προοπτικής κάθε άλλο παρά εμφανής και δεδομένη μπορεί να θεωρηθεί.

Η Αριστερά καλείται να επαναδιατυπώσει και επαναθεμελιώσει το στρατηγικό της πρόταγμα, απαντώντας έτσι και στο υπαρξιακό ερώτημα για την κοινωνική-πολιτική της ταυτότητα στις σύγχρονες συνθήκες.

Συμβολή σε μια τέτοια προσπάθεια αποτελεί το βιβλίο του Θ. Βακαλιού Η Αριστερά χθες, σήμερα, αύριο. Ο συγγραφέας του προσπαθεί να ανιχνεύσει τους όρους συγκρότησης ενός νέου αριστερού ριζοσπαστικού κινήματος ικανού να πραγματοποιήσει τη σοσιαλιστική αλλαγή της κοινωνίας.

Τα θέματα που αναδεικνύει και οι ιδέες που διατυπώνει δημιουργούν ένα ευρύ πλαίσιο προβληματισμού και συζήτησης για τις προοπτικές της Αριστεράς στο σύγχρονο κόσμο.

Ο Θ. Βακαλιός αναφέρεται στην Αριστερά όντας ο ίδιος στρατευμένος αγωνιστής της και γνώστης, εξ ιδίας πείρας, της ένδοξης, θυελλώδους και τραγικής ιστορίας της. Εύκολα διακρίνουμε την ανησυχία του σχετικά με την ικανότητα των προοδευτικών - ριζοσπαστικών - αντικαπιταλιστικών δυνάμεων να πείσουν τους λαούς για το εφικτό μιας σοσιαλιστικής προοπτικής και να δρομολογήσουν πολιτικο-κοινωνικές αλλαγές σε αυτή την κατεύθυνση.

Η στράτευση όμως του συγγραφέα στην Αριστερά δεν τον εμποδίζει να υποβάλλει στη βάσανο της κριτικής τα προγράμματα, τους στόχους και τις πρακτικές του αριστερού κινήματος στις καπιταλιστικές χώρες, αλλά και των κυβερνητικών κομμουνιστικών κομμάτων στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.

Ο Θ. Βακαλιός αντιμετωπίζει κριτικά τόσο τη δογματική προσέγγιση των κεκτημένων της σοσιαλιστικής θεωρίας, τη μετατροπή αυτών σε αφοριστικές βεβαιότητες - ιδεοληψίες με, ενίοτε, ισχυρές χειραγωγικές προεκτάσεις και συνέπειες, όσο και την εκποίηση των θεμελιωδών αρχών και ιδεωδών της Αριστεράς με αποτέλεσμα τη γνωστή σοσιαλδημοκρατική παραίτηση από κάθε απόπειρα κοινωνικής χειραφέτησης.

Ο συγγραφέας υπογραμμίζει τη σπουδαιότητα των θεωρητικών επιτευγμάτων του κλασικού μαρξισμού και ιδιαίτερα της μαρξικής διαλεκτικής μεθόδου για την κατανόηση του σύγχρονου κόσμου, την ανάδειξη της δυνατότητας αλλαγής του και τη θεμελίωση μιας στρατηγικής που θα οδηγεί στη σοσιαλιστική κοινωνία. Δεν παραβλέπει όμως και την αναγκαιότητα σοβαρής μελέτης του έργου κορυφαίων μαρξιστών στοχαστών του 20ου αιώνα.

Ο Θ. Βακαλιός επιχειρεί την επανεξέταση των στρατηγικών στόχων της Αριστεράς, θεωρώντας θεμελιώδες και αδιαπραγμάτευτο στοιχείο κάθε αυθεντικού αριστερού κινήματος το συνειδητό αγώνα για την υπέρβαση του καπιταλισμού με στόχο το σοσιαλισμό.

Κομβικό ζήτημα του βιβλίου είναι η πρόταση σοσιαλισμού που παρουσιάζει ο συγγραφέας, στα πλαίσια της αντίληψής του για την αναγκαιότητα αποσύνδεσης της σοσιαλιστικής προοπτικής από το στόχο του κομμουνισμού. Ο κομμουνισμός αναγνωρίζεται ως όραμα, ως πιθανή –αλλά πολύ μακρινή– προοπτική, η οποία όμως δεν έχει να παίξει κάποιο σημαντικό ρόλο στη σοσιαλιστική αλλαγή της κοινωνίας [1] .

Θεωρώ ότι πρόκειται περί ζητήματος που έχει τεράστια σημασία για το αριστερό κίνημα και γι’ αυτό θα προσπαθήσω να διατυπώσω εκτενέστερα την άποψή μου.

Φρονώ, εν γένει, ότι η αναφορά στη σχέση σοσιαλισμού και κομμουνισμού είναι σήμερα δόκιμη και αναγκαία και ότι η επιλογή του Θ. Βακαλιού να θέσει αυτό το ζήτημα ανταποκρίνεται στις θεωρητικές αλλά και πολιτικές ανάγκες της σύγχρονης Αριστεράς.

Η επανεξέταση των ζητημάτων στρατηγικής στη βάση των νέων δεδομένων, λαμβάνοντας, δηλαδή, υπόψη την αποτυχία των σοσιαλιστικών εγχειρημάτων στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, καθώς και τις αλλαγές που έχουν συντελεσθεί στην παγκόσμια κεφαλαιοκρατία, αποτελεί εκ των ων ουκ άνευ όρο ανασυγκρότησης των δυνάμεων της Αριστεράς.

Η αναφορά σε ένα μοντέλο σοσιαλισμού, εκτός της κομμουνιστικής στοχοθεσίας, ίσως να φαντάζει σήμερα ως εγγύηση της νηφάλιας και ρεαλιστικής επαναδιατύπωσης του χειραφετικού ιδεώδους. Ένας σοσιαλισμός, ως αυτόνομο κοινωνικό-οικονομικό σύστημα, που θα εδράζεται σε μια ρυθμιζόμενη οικονομία της αγοράς [2] , σίγουρα βρίσκεται πιο κοντά στη σημερινή πραγματικότητα, σίγουρα προβάλλει στη συνείδηση αρκετών ανθρώπων ως περισσότερο ρεαλιστική προοπτική συγκριτικά με αυτή της αταξικής-κομμουνιστικής κοινωνίας.

Οπωσδήποτε, το ζήτημα του ρεαλισμού στη συγκρότηση των στόχων της Αριστεράς κάθε άλλο παρά αμελητέο μπορεί να θεωρηθεί. Άλλωστε, στα σοσιαλιστικά εγχειρήματα του 20ού αιώνα, η απουσία, σε αρκετές περιπτώσεις, ρεαλιστικών προγραμμάτων είχε δυσμενείς έως καταστροφικές συνέπειες, ιδιαίτερα όταν επιχειρήθηκε η άμεση υλοποίηση, στα πιο πρώιμα στάδια των κοινωνικών αλλαγών, στόχων που σκιαγραφούσαν τα γενικά χαρακτηριστικά ανώτερων βαθμίδων της κομμουνιστικής κοινωνίας.

Ωστόσο, κρίνω αναγκαίο να δηλώσω εμφατικά ότι μια πρόταση σοσιαλισμού, όταν αποσυνδέεται από την αντίληψη περί κομμουνιστικής προοπτικής, κινδυνεύει να απολέσει όχι μόνο τη ριζοσπαστική της διάσταση, αλλά και τη θεωρητική της εγκυρότητα, την εγκυρότητα δηλαδή της αντίληψης (της προτρέχουσας σύλληψης) του ποια μπορεί να είναι μια εφικτή, εναλλακτική-χειραφετημένη κοινωνία του μέλλοντος.

Η ένστασή μου σχετικά με την ιδέα περί ενός αυτόνομου σοσιαλιστικού – μη κομμουνιστικού κοινωνικού σχηματισμού εκκινεί από την άποψη (την οποία αναπτύσσει ο Β. Α. Βαζιούλιν, στο έργο του Η Λογική της Ιστορίας, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 2004) ότι ο σοσιαλισμός, ως υπέρβαση της σχέσης κεφαλαίου-εργασίας, ως επικράτηση της κοινωνικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής (για ν’ αναφερθώ σ’ ένα θεμελιώδες γνώρισμα του σοσιαλισμού), συνιστά ήδη κομμουνισμό, ο οποίος, όμως, δεν έχει ακόμη ολοκληρώσει το μετασχηματισμό όλων των κληρονομημένων από το ιστορικό παρελθόν της ανθρωπότητας (από το ταξικό αλλά και προταξικό παρελθόν) κοινωνικών σχέσεων, δηλαδή, συνιστά κομμουνισμό μέσα στην αντιφατική διαδικασία της διαμόρφωσής του.

Όταν αναφερόμαστε στο σοσιαλισμό (σε ένα σοσιαλισμό που διαφέρει ποιοτικά από την κεφαλαιοκρατία) βρισκόμαστε ήδη στα πλαίσια της κομμουνιστικής προβληματικής, της προβληματικής που εξετάζει τους τρόπους, τις διαδικασίες, τις αντιφάσεις διαμέσου των οποίων η νέα κοινωνία υφίσταται, αναπαράγεται αναπτύσσεται, μετασχηματίζοντας κατ’ ανάγκη όλο τον προηγούμενο τύπο ιστορικής ανάπτυξης της ανθρωπότητας. Ο σοσιαλισμός δηλαδή, ως τέτοιος, αποτελεί προοπτική της ανθρωπότητας όχι γιατί αναπαράγει, εν μέρει, σχέσεις του ιστορικού παρελθόντος, (εμπορευματική παραγωγή, υποδουλωτικός καταμερισμός εργασίας, κρατική διεύθυνση ανθρώπων κ.λπ.) και, ως εκ τούτου, φαντάζει περισσότερο «ρεαλιστικός», αλλά, πρωτίστως, διότι εγκαινιάζει ένα νέο τύπο, μια νέα δυναμική ιστορικής εξέλιξης, στα πλαίσια της οποίας μετασχηματίζονται οι όροι που καθιστούν εφικτή κάθε μορφή κοινωνικής εκμετάλλευσης, καταπίεσης, αλλοτρίωσης, ενώ ταυτόχρονα, αναπτύσσονται οι ποιοτικά νέες σχέσεις μεταξύ των ατόμων, οι ώριμες, κατεξοχήν κοινωνικές σχέσεις των ανθρώπων ως συνεργατικά και δημιουργικά αναπτυσσόμενων προσωπικοτήτων.

Εκκινώντας από την πεποίθηση ότι ο κομμουνισμός αποτελεί αναγκαία και εφικτή ιστορική προοπτική της ανθρωπότητας (όχι όμως και ένα εσχατολογικά προκαθορισμένο μέλλον) θεωρώ αυτονόητο ότι καμία εναλλακτική έναντι της κεφαλαιοκρατίας κοινωνία δεν μπορεί να ταυτιστεί από τις πρώτες βαθμίδες της με τον τελικό σκοπό του κομμουνιστικού ιδεώδους. Νομίζω ότι καμία θεωρητική αναφορά (στο πνεύμα των μαρξιστικών ιδεών) στη δυνατότητα υπέρβασης των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων δεν μπορεί να παραγνωρίσει το ανέφικτο μιας αυτόματης κατάργησης όλων των μορφών κοινωνικής αλλοτρίωσης - αντιπαλότητας - ανταγωνισμού (στα πλαίσια του διατηρούμενου υποδουλωτικού καταμερισμού εργασίας, των στοιχείων εμπορευματικής παραγωγής, των πολιτικών-διευθυντικών σχέσεων κ.λπ.), οι οποίες έχουν εν μέρει, τις καταβολές τους σε προκεφαλαιοκρατικές ιστορικές βαθμίδες.

Φυσικά δεν μπορεί να γίνεται λόγος για το σοσιαλισμό χωρίς τη ρητή κατάφαση της κατάργησης των σχέσεων κεφαλαίου-μισθωτής εργασίας. Αν όμως κρίνεται νομοτελής η διατήρηση, σε ορισμένο βαθμό, των εμπορευματικών-χρηματικών σχέσεων μεταξύ των μελών της σοσιαλιστικής κοινωνίας και συνεπώς η διατήρηση της εργασίας αντί μισθού, καθώς και η διατήρηση, επίσης σε κάποιο βαθμό, της αντίθεσης μεταξύ κοπιαστικής-μονότονης και δημιουργικής για το άτομο εργασίας, της διανοητικής και χειρωνακτικής εργασίας, της διοικητικής και εκτελεστικής εργασίας, τότε θα πρέπει να αναγνωρίσουμε την πιθανότητα διατήρησης στο σοσιαλισμό (σε αντιφατική αλληλεπίδραση με τις αναπτυσσόμενες σχέσεις συντροφικότητας και αλληλεγγύης) ενός ιδιότυπου ανταγωνισμού μεταξύ των ίδιων των εργαζομένων, προκειμένου οι μεν να καταλάβουν καλύτερες θέσεις στον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας, ιδιοποιούμενοι μεγαλύτερο μέρος του παραγόμενου προϊόντος, σε βάρος των δε.

Ας μη μας διαφεύγει, άλλωστε, ότι η διατήρηση της εργασίας αντί μισθού σε οποιοδήποτε πιθανό σοσιαλιστικό εγχείρημα του μέλλοντος θα σημαίνει ότι στις νέες κοινωνικές σχέσεις η εργασία για πολλούς ανθρώπους θα έχει σημασία, πρωτίστως, από τη σκοπιά της συμμετοχής στο μοίρασμα του αποτελέσματός της και όχι από τη σκοπιά της εμπλοκής στην ίδια την εργασιακή διαδικασία, ως σε διαδικασία ελεύθερης, δημιουργικής δραστηριότητας και πολύπλευρης αυτο-ανάπτυξης του ατόμου.

Η εργασία αντί μισθού προϋποθέτει πάντα την άνιση κατανομή του τελικού προϊόντος. Πρόκειται για σχέση ανισότητας, η οποία σαφώς και γεννά συγκρουσιακές σχέσεις μεταξύ των εργαζομένων για τον επανακαθορισμό των όρων πρόσβασης στο παραγόμενο προϊόν. Ο Μαρξ, μάλιστα, στο έργο του Κριτική του προγράμματος της Γκότα υπαινίχθηκε το πρόβλημα της άνισης κατανομής του παραγόμενου προϊόντος στην πρώτη φάση του κομμουνισμού, χωρίς όμως να μπορεί να αντιληφθεί τις συνέπειές του για το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων.

Το εν λόγω πρόβλημα εκδηλώθηκε με μεγάλη σφοδρότητα στις χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού», στο γεγονός ότι χιλιάδες πολίτες τους επεδίωκαν την επιτυχή ένταξή τους σε προνομιακές-ευνοϊκές θέσεις του συστήματος της κοινωνικής εργασίας ως εκπλήρωση της ανομολόγητης επιθυμίας για μια καλύτερη ατομική προοπτική, σε συνθήκες όπου οι λιγότερο προνομιακές έως δυσμενείς θέσεις ήταν ένας αναπόδραστος ορίζοντας για την πλειονότητα των εργαζομένων.

Παρεμπιπτόντως, το ζήτημα των αντιθέσεων μεταξύ των ίδιων των εργαζομένων σε μια σοσιαλιστική κοινωνία, (αντιθέσεων, φυσικά, μη καπιταλιστικού χαρακτήρα), που αγγίζει και το θέμα των νομοτελών αντιθέσεων του σοσιαλισμού (της πρώτης φάσης του κομμουνισμού), δεν έχει, κατά τη γνώμη μου, προκαλέσει ακόμη τη δέουσα προσοχή της αριστερής διανόησης. Ίσως, αυτό να οφείλεται σε μιαν αυθόρμητη, εν πολλοίς υποσυνείδητη και κατανοητή, από συναισθηματική σκοπιά, διάθεση εξιδανίκευσης των χειραφετικών - αυτοδιαχειριστικών δυνατοτήτων των εργαζομένων και των κοινωνικών σχέσεων του σοσιαλισμού. Πιστεύω, όμως, ότι χωρίς τη θεωρητική πραγμάτευση - διερεύνηση αυτών των ενδεχόμενων αντιθέσεων ενός σοσιαλιστικού εγχειρήματος είναι άστοχη η συζήτηση για το χαρακτήρα της οικονομίας, της κοινωνικής συνείδησης, της πολιτικής εξουσίας, των διαπροσωπικών σχέσεων, του πολιτισμού κ.λπ. σε μια σοσιαλιστική κοινωνία.

Πολλώ μάλλον, θεωρώ άστοχη την παρατηρούμενη συχνά (εν προκειμένω δεν αναφέρομαι στο βιβλίο του Θ. Βακαλιού) αναγωγή της σοσιαλιστικής θεωρητικής αναζήτησης στην κατασκευή καθαρών μοντέλων ιδεώδους κοινωνίας, απαλλαγμένων, κατά το δοκούν, από προβλήματα, αντιφάσεις και συγκρούσεις. Τέτοιου είδους εγκεφαλικές σοσιαλιστικές κατασκευές μπορεί να φαντάζουν γοητευτικές, μέσα στην «τελειότητά» τους, βρίσκονται όμως εκτός ιστορίας, εκτός κοινωνικού γίγνεσθαι, και ως εκ τούτου δεν μπορούν να αποτελέσουν στρατηγικές επαναστατικής πολιτικής δράσης.

Φρονώ, λοιπόν, ότι το μέλλον πιθανών σοσιαλιστικών εγχειρημάτων θα κριθεί από την ικανότητα των αγωνιστών του σοσιαλισμού να διασφαλίσουν το συνεχές της διαδικασίας μετασχηματισμού όλων των κληρονομημένων από το παρελθόν αλλοτριωτικών σχέσεων (των εμπορευματικών-χρηματικών σχέσεων, της εργασίας αντί μισθού, του υποδουλωτικού καταμερισμού εργασίας κ.λπ.) στην κατεύθυνση του ώριμου κομμουνισμού. Παραφράζοντας το Νίκο Πουλαντζά θα έλεγα ότι ο σοσιαλισμός ή θα ολοκληρωθεί σε ώριμο κομμουνισμό ή θα αποτύχει.

Έτσι, είμαι της άποψης, ότι η ήττα του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ κάθε άλλο παρά οφείλεται στην εμμονή της σοβιετικής ηγεσίας σε ένα κομμουνιστικό στόχο, όπως αναφέρεται στο βιβλίο του Θ. Βακαλιού [3] . Τουναντίον, ο στόχος αυτός από ένα σημείο και μετά είχε χαθεί. Θεωρητικά και πρακτικά ήταν ανύπαρκτος. Η ήττα του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ και τις χώρες της Αν. Ευρώπης προέκυψε ακριβώς ως συνέπεια της αδυναμίας σχεδιασμένης επίλυσης-υπέρβασης των αντιθέσεων της σοσιαλιστικής κοινωνίας, στην κατεύθυνση του ώριμου κομμουνισμού.

Η στροφή των χωρών του «υπαρκτού σοσιαλισμού» στο «σοσιαλισμό της αγοράς» σήμαινε ότι στα προγράμματα των ηγετικών πολιτικών δυνάμεων απουσίαζε, παντελώς, η στρατηγική του μετασχηματισμού των κληρονομημένων από το παρελθόν σχέσεων, οι οποίες αναπαρήγαγαν την κοινωνική αλλοτρίωση «κάθε μέρα, κάθε ώρα, αυθόρμητα και σε μαζική κλίμακα». Σήμαινε ότι οι χώρες αυτές είχαν συμβιβαστεί με τις εν λόγω αλλοτριωτικές σχέσεις.

Η καθολική δε εξάπλωση των εμπορευματικών και χρηματικών σχέσεων (βλ. μεταρρυθμίσεις Κοσύγκιν) συνεπαγόταν τη μαζική «διαπαιδαγώγηση» των εργαζομένων στο πνεύμα του εγωισμού και της ιδιοτέλειας, παράλληλα με την ευρύτατη εξάπλωση της σκιώδους οικονομίας, τη συσσώρευση παράνομου πλούτου, τη δημιουργία, εντέλει, ενός ισχυρότατου πόλου της αντεπανάστασης (με τη συμμετοχή του κόσμου της παραοικονομίας, ενός μέρους του διοικητικού μηχανισμού, μέρους της διανόησης, αλλά και πάρα πολλών εργαζομένων).

Χωρίς να αρνούμαι το αναπόφευκτο της διατήρησης των εμπορευματικών και χρηματικών σχέσεων σε μια πιθανή σοσιαλιστική κοινωνία του μέλλοντος, θεωρώ ότι ο σοσιαλισμός δεν μπορεί ποτέ να χαρακτηρίζεται ως «σοσιαλισμός της αγοράς», η αγορά, δηλαδή, δεν μπορεί ποτέ να αποτελεί ουσιώδες γνώρισμα του σοσιαλισμού.

Ως απάντηση στην άποψη του Θ. Βακαλιού περί ενός σοσιαλισμού της αγοράς, (άποψη η οποία στη θεωρητική θεμελίωσή της φτάνει μέχρι και τις ιδέες του Μπερνστάιν! [4] ) κρίνω σκόπιμο να σημειώσω ότι η αγορά, οι εμπορευματικές και χρηματικές σχέσεις, δε συνιστούν τεχνικό θέμα ή απλά ζήτημα αποτελεσματικής κυβερνητικής οικονομικής πολιτικής. Πρόκειται, πρωτίστως, για ζήτημα της πολιτικής οικονομίας, για αντικειμενικές, υλικές, κοινωνικές σχέσεις, οι οποίες κι όταν ακόμη δεν είναι κεφαλαιοκρατικές δεν παύουν να είναι αλλοτριωτικές -ανταγωνιστικές, και στην περίπτωση που δεν είναι εφικτός ο σταδιακός περιορισμός τους μπορούμε να είμαστε βέβαιοι για την αποτυχία του σοσιαλιστικού εγχειρήματος.

Ίσως τα θέματα αυτά να φαντάζουν σήμερα (σε συνθήκες παγκόσμιας υποχώρησης της επαναστατικής Αριστεράς) ριζοσπαστικές εξάρσεις εκτός ημερήσιας διάταξης, περιττές, σχολαστικές εννοιολογήσεις και ουτοπικές εμμονές. Αποτελούν όμως, κατά την άποψή μου, ζητήματα υπαρξιακής σημασίας για την Αριστερά, ζητήματα της ταυτότητας και της στρατηγικής της. Μιας στρατηγικής η οποία παραμένει αναγκαία όσο διατηρείται η αντίθεση κεφαλαίου - εργασίας και όσο, συνεπώς, η δυνατότητα αυθεντικής κοινωνικής προόδου εξαρτάται από την ανατροπή των αλλοτριωτικών κεφαλαιοκρατικών σχέσεων στην κατεύθυνση της αταξικής κοινωνίας.

Εν κατακλείδι, πέραν, των ενστάσεων που διατύπωσα για συγκεκριμένες απόψεις του Θ. Βακαλιού οφείλω να αναγνωρίσω τη σημασία της προσπάθειάς του να πραγματευθεί εξόχως σημαντικά προβλήματα της Αριστεράς. Ο Θ. Βακαλιός πήρε το ρίσκο να αναφερθεί στο σοσιαλισμό ως σε μιαν αναγκαία και εφικτή προοπτική, τη στιγμή που αρκετές δυνάμεις της Αριστεράς αποφεύγουν να το πράξουν, προτιμώντας την «ασφάλεια» των βραχυπρόθεσμων πολιτικών και ιδεολογικών διακυβευμάτων. Η σιωπή όμως αρκετών αριστερών δυνάμεων για τα ζητήματα του σοσιαλισμού όχι μόνο δεν μπορεί να κρύψει αλλά ακούσια αναδεικνύει το γεγονός ότι από πλευράς στρατηγικής και ιδεώδους ο βασιλιάς είναι γυμνός.

Το βιβλίο του Θ. Βακαλιού Η Αριστερά, χθες, σήμερα, αύριο μας δίνει την ευκαιρία να μιλήσουμε για προβλήματα επίμαχα και δυσεπίλυτα, όπως τα αίτια της αποτυχίας των πρώτων σοσιαλιστικών εγχειρημάτων, οι όροι επαναθεμελίωσης της σοσιαλιστικής στρατηγικής, το μέλλον του σοσιαλισμού. Αν όμως ο αγώνας για την κοινωνική χειραφέτηση προϋποθέτει συνειδητή - σκόπιμη πολιτική δράση και στρατηγικό σχεδιασμό τότε τα παραπάνω θέματα είναι εξαιρετικά επίκαιρα και γι’ αυτό το λόγο το θεωρητικό πόνημα του Θ. Βακαλιού αξίζει σοβαρής προσοχής και μελέτης.



[1] Θ. Βακαλιός, Η Αριστερά χθες, σήμερα, αύριο, εκδ. Βακαλιός, Αθήνα 2004, σσ. 114, 118, 152,153-154.

[2] Μάλιστα ο Ούγγρος οικονομολόγος Τίμπορ Λίσκα, στον οποίο αναφέρεται εμφατικά ο Θ. Βακαλιός, υποστήριζε την «απρόσκοπτη λειτουργία των νόμων της αγοράς, ενταγμένης οργανικά σε ένα σύστημα κεντρικά διευθυνόμενης οικονομίας», την «απρόσκοπτη λειτουργία του κεφαλαίου και του κέρδους…». Ό.π., σ. 171.

[3] Βλ. ό.π., σ. 155.

[4] Βλ.ό.π., σσ. 319-322.


«Ο Μαρξ σήμερα, 150 χρόνια μετά τα Grundrisse»

Με αφορμή την έκδοση του 100ού τεύχους του περιοδικού, τον Ιούλιο του 2007, οι Θέσεις διοργάνωσαν διεθνές συνέδριο στην Αθήνα (στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, Πατησίων και Στουρνάρη, αίθουσα συνεδριάσεων της Συγκλήτου), το διάστημα 21-23 Σεπτεμβρίου 2007, με τίτλο: «Ο Μαρξ σήμερα, 150 χρόνια μετά τα Grundrisse»


Οι εισηγήσεις είναι προσωρινές, σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις έχουν τον χαρακτήρα σημειώσεων, και δεν επιτρέπεται η χρησιμοποίηση αποσπασμάτων από αυτές, χωρίς την προηγούμενη συνεννόηση με τον/την συγγραφέα.


Παρασκευή 21 Σεπτεμβρίου 2007

1η Συνεδρία: 17.30 - 20.00
Πρόεδρος: Μ. Σπαθής
Γ. Μηλιός, «Η κριτική της Πολιτικής Οικονομίας ως κριτική της Αριστεράς»
Σχολιασμός: Δ. Μπελαντής
Συζήτηση
Τ. Κυπριανίδης, «H μετατόπιση της ανυπόστατης χάραξης»
Σχολιασμός: Σ. Σακελλαρόπουλος
Συζήτηση

Συνεδρία: 20.15 - 21.15
Πρόεδρος: Κ. Σκορδούλης
V. Morfino, «The primacy of the encounter over the form. An interpretation of the late Althusser»
Σχολιασμός: Μ. Μπαρτσίδης
Συζήτηση



Σάββατο 22 Σεπτεμβρίου 2007

3η Συνεδρία: 10.30 - 12.30
Πρόεδρος: Σταύρος Κωνσταντακόπουλος
Chris Arthur, «The Concept of Subsumption»
Σχολιασμός: Σ. Λαπατσιώρας
Συζήτηση
Michael Kratke, «Critique of Public Finance - the Fiscal Crisis of the State Revisited»
Σχολιασμός: Δ. Σωτηρόπουλος
Συζήτηση

4η Συνεδρία: 12.45 - 13.30
Πρόεδρος: Π. Νούτσος
Μ. Κουζέλης, «Η μέθοδος παρουσίασης (Darstellung) στο Κεφάλαιο»
Σχολιασμός: Γ. Κατσιαμπούρα και Σπ. Λαπατσιώρας
Συζήτηση

5η Συνεδρία: 15.30-17.30
Πρόεδρος: Ν. Πετραλιάς
M. Heinrich, «Kapital und Staat: von den Grundrissen zum Kapital und wieder zuruck
(Κεφάλαιο και κράτος: από τα Grundrisse στο Κεφάλαιο και πάλι πίσω)»

Σχολιασμός: Γ. Οικονομάκης και Μ. Μαρκάκη
Συζήτηση
Δ. Δημούλης, «Στιγμές οικοδόμησης της μαρξιστικής θεωρίας του κράτους»
Σχολιασμός: Δ. Χριστόπουλος
Συζήτηση

6η Συνεδρία: 18.00-19.00
Πρόεδρος: Κ. Βεργόπουλος
Γ. Φουρτούνης, «Σχετικά με την έννοια του τρόπου παραγωγής και τον αναστοχασμό της»
Σχολιασμός: Χ. Βαλλιάνος
Συζήτηση

7η Συνεδρία: 19.15 - 21.15
Πρόεδρος: Σίσσυ Βωβού
Σ. Μιχαήλ, «Ο Μαρξ χωρίς Ρουσώ»
Σχολιασμός: Π. Σωτήρης
Ε. Βαρίκα, «Πρωτεύουσες και δευτερεύουσες; Η διαπλοκή των σχέσεων εξουσίας στη
μαρξιστική παράδοση»
Σχολιασμός: Μαρία Ρεντετζή
Συζήτηση



Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου 2007

Συνεδρία: 11.30-12.30
Πρόεδρος: Θεανώ Φωτίου
Α. Μπαλτάς, «Ισχύς και εξουσία»
Σχολιασμός: Α. Γαβριηλίδης (Παρουσίαση και Σχολιασμός)
Συζήτηση

9η Συνεδρία: 12.45-13.45
Πρόεδρος: Γ. Μηλιός
Δ. Δημούλης και Τ. Κυπριανίδης, Συμπεράσματα
Συζήτηση

9/16/2008

Διάλογος: Εισηγήσεις από το διήμερο του ΝΑΡ για την Οκτωβριανή Επανάσταση

Oι παρακάτω 15 εισηγήσεις ακούστηκαν στην διήμερη εκδήλωση του ΝΑΡ που έλαβε χώρα τον περασμένο Νοέμβρη στην Αθήνα, με αφορμή την επέτειο των 90 χρόνων από την Οκτωβριανή Επανάσταση. Συνεχίζοντας τον διάλογο που ξεκίνησε αυτή την εκδήλωση, το ΠΡΙΝ δημοσιεύσε βασικά αποσπάσματα των 15 εισηγήσεων και τώρα εδώ μπορείτε να τις βρείτε στην πλήρη μορφή τους.



Θανάσης Βακαλιός

Δημήτρης Γρηγορόπουλος

Δημήτρης Δημητούλης & Αλέξανδρος Χρύσης

Βαγγέλης Ζέρβας

Δημήτρης Καζάκης

Γίωργος Λιοδάκης

Κώστας Μάρκου

Παναγιώτης Μαυροειδής

Σάββας Μιχαήλ

Χρήστος Μπίστης

Ευτύχης Μπιτσάκης

Περικλής Παυλίδης

Κώστας Τζιαντζής

Βασίλης Τσιράκης

Κώστας Χαριτάκης



Σημείωση Τα αρχεία βρίσκονται σε μορφή .pdf

Στάλιν εναντίον Μαρξ


Γράφει ο/η Ted Grant
05.08.08

Πώς ο Στάλιν παραχάραξε τη μαρξιστική διδασκαλία για το κράτος

Αυτό το άρθρο δημοσιεύθηκε τον Φεβρουάριο του 1946 στη μαρξιστική εφημερίδα «Socialist appeal»

Μία αξιοσημείωτη ομιλία εκφωνήθηκε απ’ τον Γκριγκόρι Αλεξαντρώφ στην εκδήλωση για τη μνήμη του Λένιν που διοργανώθηκε στη Μόσχα. Ο Αλεξαντρώφ είναι επικεφαλής του Τμήματος Προπαγάνδας της Κεντρικής Επιτροπής του Ρωσικού Κομμουνιστικού (Σταλινικού) Κόμματος. Παρούσα στην εκδήλωση ήταν όλη η ελίτ της γραφειοκρατίας και όλα τα μέλη του Πολιτικού Γραφείου.

Στην ομιλία αυτή διακηρύχτηκε ανοιχτά η αναθεώρηση της θεμελιώδους άποψης του Μαρξισμού - Λενινισμού για το κράτος.

Η ομιλία του Αλεξαντρώφ

Το βασικότερο απόσπασμα της ομιλίας ήταν το εξής :

«Οι θεωρίες που αναπτύχθηκαν απ’ τον Μαρξ στα μέσα του 19ου αι. δεν θα μπορούσαν να γίνουν δεκτές απαράλλαχτες απ’ τον Λένιν. Ο Λένιν ανέπτυξε την ιδέα ότι οι Μαρξιστές δεν θα μπορούσαν να εκλάβουν τη θεωρία του Μαρξ σαν απαραβίαστη και ότι αυτή η θεωρία πρέπει να απορροφά συνεχώς τη νέα εμπειρία της Ιστορίας και να ασκεί μια μετασχηματιστική επιρροή στην ανάπτυξη της κοινωνίας. Προέβλεψε με ακρίβεια ότι οι αντιδραστικές δυνάμεις στο εξωτερικό θα προσπαθούσαν να καταστρέψουν τη Σοσιαλιστική Σοβιετική Ένωση.

Η εγκαθίδρυση μιας δυνατής κι αναπτυσσόμενης Σοσιαλιστικής χώρας έγινε δυνατή μόνο επειδή η θεωρία του χτισίματος μιας Σοσιαλιστικής κοινωνίας σε μία μόνο χώρα τέθηκε σ’ εφαρμογή. Υπήρχαν δύο όψεις σ’ αυτήν την πολιτική. Υπήρχαν εσωτερικά εμπόδια για ν’ απομακρυνθούν και κίνδυνοι απ’ το εξωτερικό για ν’ αντιμετωπιστούν. Σήμερα δεν υπάρχει καμία δύναμη μέσα στη Σοβιετική Ένωση ικανή να αποτρέψει την περαιτέρω ανάπτυξη του Σοσιαλισμού και τη σταδιακή του μετάβαση στον Κομμουνισμό. Η επαγρύπνηση ενάντια σε κάθε εξωτερική επέμβαση επέβαλλε την απόρριψη της Μαρξιστικής θεωρίας της απονέκρωσης του κράτους, που ήταν βασισμένη στην υπόθεση του διεθνούς σοσιαλισμού και την υιοθέτηση της θεωρίας του χτισίματος ενός δυνατού Κράτους, με ισχυρό στρατό και τη δικιά του στρατιωτική επιστήμη, ικανή να νικήσει στον πόλεμο και να επιτύχει τη στρατιωτική και διπλωματική εδραίωση της νίκης.»

Εδώ, σε μια ολοκληρωμένη μορφή, έχουμε τον εκχυδαϊσμό των ιδεών του Μαρξισμού, που ο Λένιν τον πολεμούσε σε όλη του τη ζωή. Η προσπάθεια να διασύρουν τον Λένιν, εμφανίζοντάς τον ως αντίπαλο του Καρλ Μαρξ, αποτελεί μέγιστη δυσφήμιση της μνήμης του ορθόδοξου αυτού μαρξιστή. Ο Λένιν πολέμησε ολόκληρη τη ζωή του ενάντια στη στενόμυαλη, εθνικιστική επινόηση του «Σοσιαλισμού σε μία χώρα».

Η προηγούμενη θέση του Στάλιν

Ο ίδιος ο Στάλιν έγραφε το 1924 στο βιβλίο του οι «Βάσεις του Λενινισμού» τα ακόλουθα, λίγο πριν υποστηρίξει ακριβώς τα αντίθετα:

«Μπορούμε να επιτύχουμε και να εξασφαλίσουμε την αποφασιστική νίκη του Σοσιαλισμού σε μία χώρα χωρίς τις συνδυασμένες προσπάθειες των προλετάριων μερικών ανεπτυγμένων χωρών; Σίγουρα όχι. Οι προσπάθειες μιας μόνο χώρας είναι αρκετές για ν’ ανατρέψουν την αστική τάξη: αυτό είναι που αποδεικνύει η ιστορία της επανάστασής μας. Αλλά για τον βέβαιο θρίαμβο του Σοσιαλισμού, την οργάνωση της σοσιαλιστικής παραγωγής, οι προσπάθειες μιας μόνο χώρας δεν είναι αρκετές, ιδιαίτερα μιας πρωταρχικά αγροτικής χώρας όπως είναι η Ρωσία. Απαιτούνται οι προσπάθειες των προλετάριων μερικών ανεπτυγμένων χωρών. Η νικηφόρα επανάσταση σε μία χώρα λοιπόν, έχει ως βασική αποστολή ν’ αναπτύξει και να υποστηρίξει την επανάσταση σε άλλες. Έτσι, δεν θα έπρεπε να τη θεωρούμε ανεξάρτητη, αλλά βοηθητική, ένα μέσο να επισπεύσουν τη νίκη των προλετάριων σε άλλες χώρες.»

Τα αποτελέσματα της θεωρίας του «σοσιαλισμού σε μια χώρα»

Η θεωρία του «Σοσιαλισμού σε μια χώρα» αποδείχτηκε λανθασμένη, εσωτερικά κι εξωτερικά. Η Κομμουνιστική Διεθνής, από όργανο της επανάστασης υποβιβάστηκε σε όργανο εξωτερικής πολιτικής της Σοβιετικής γραφειοκρατίας. Σαν αποτέλεσμα αυτού, η επανάσταση σε άλλες χώρες γνώρισε τη μια καταστροφή μετά την άλλη κι έτσι οδηγηθήκαμε αναπόφευκτα σε έναν πόλεμο ενάντια στη Σοβιετική Ένωση. Σήμερα η Κομμουνιστική Διεθνής έχει πεταχτεί στα σκουπίδια.

Η πολεμική νίκη της Σοβιετικής Ένωσης δεν λύνει τα βασικά της προβλήματα. Η τακτική του Στάλιν προετοιμάζει αναπόφευκτα έναν τρίτο παγκόσμιο πόλεμο. Όλες οι προσπάθειες του Σταλινισμού να κερδίσει «στρατιωτική και διπλωματική εδραίωση» απέναντι στους «συμμάχους» του –Βρετανία και Αμερική - θα οδηγήσουν στο τέλος στην ίδια καταστροφή με τη συμφωνία Στάλιν-Χίτλερ. Όπως ο Λένιν κατέδειξε τόσο ξεκάθαρα, ο πόλεμος θα συνεχιστεί όσο υπάρχει καπιταλισμός στον κόσμο. Άρα η θεωρία του «Σοσιαλισμού σε μία χώρα», μακριά απ’ το να χτίσει σοσιαλισμό ελεύθερο από παρεμβάσεις, προετοιμάζει νέες και μεγαλύτερες καταστροφές για τη Ρωσική και την Παγκόσμια εργατική τάξη.

Ο σοσιαλισμός δεν χρειάζεται κράτος

Ο Σταλινισμός δεν μπορεί να παρουσιάσει ούτε μια γραμμή από τα γραπτά του Λένιν που θα δικαιολογούσε την απόρριψη της Μαρξιστικής θεωρίας της απονέκρωσης του κράτους. Ακριβώς το αντίθετο. Το μικρό αριστούργημα του Λένιν «Κράτος κ Επανάσταση» διαψεύδει κατηγορηματικά αυτό τον ρεβιζιονισμό. Το επιχείρημα ότι ένα δυνατό κράτος είναι απαραίτητο λόγω του κινδύνου της εξωτερικής παρέμβασης, είναι απόλυτα λαθεμένο. Αν στη Σοβιετική Ένωση είχε πραγματικά επιτευχθεί ο σοσιαλισμός, δεν θα μπορούσε καν να υπάρχει ζήτημα παρέμβασης από το τμήμα του καπιταλιστικού κόσμου. Αντίθετα, οι καπιταλιστές θα ήταν αδύναμοι οικονομικά, στρατιωτικά και πολιτικά μπροστά σε μια σοσιαλιστική κοινωνία. Αυτό γιατί ο σοσιαλισμός θα επιτύγχανε τέτοια τεράστια ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, που οι μεγάλες παραγωγικές δυνατότητες της Αμερικής θα φαινόταν ανεπαρκείς σε σύγκριση με την ΕΣΣΔ.

Ένα τέτοιο σύστημα, μακριά απ’ το να απαιτεί ένα τρομερά ισχυρό κράτος, όπως δίδαξε ο Λένιν, δεν θα χρειαζόταν καθόλου κράτος. Η αναγκαιότητα του κράτους δεν προκύπτει απ’ τον κίνδυνο στρατιωτικής επέμβασης, αλλά από τις ανισότητες μέσα στην κοινωνία και για να ρυθμιστούν οι ανταγωνισμοί που εγείρονται από αυτές τις ανισότητες. Ο Λένιν ονόμαζε το κράτος επιβίωση του καπιταλισμού. Μακριά από το να δουν την ανάγκη συνεχούς ενδυνάμωσης του κράτους και του στρατού, ο Μαρξ και ο Λένιν ανέπτυξαν την ιδέα της αντικατάστασης του μόνιμου στρατού απ΄ τον «ένοπλο λαό», περιφρονώντας τους οπορτουνιστές και τους Μενσεβίκους που υποστήριζαν την ανάγκη για μια στρατιωτική κάστα και μια δημόσια γραφειοκρατία που θα βρίσκονται πάνω απ’ το λαό.

Ο Λένιν για το κράτος

Ο Λένιν θα ήταν έκπληκτος μπροστά σε μια τέτοια αναθεώρηση του Μαρξισμού, ακόμα και για τα πρώιμα στάδια της δικτατορίας του προλεταριάτου. Παραθέτουμε απ’ τον Λένιν:

«Το προλεταριάτο χρειάζεται ένα κράτος- αυτό επαναλαμβάνεται από όλους τους οπορτουνιστές, σοσιαλσοβινιστές και καουτσκιστές, που μας βεβαιώνουν ότι αυτό είναι που δίδαξε ο Μαρξ. «Ξεχνάνε» όμως να προσθέσουν ότι, πρώτον, το προλεταριάτο, σύμφωνα με το Μαρξ, χρειάζεται μόνο ένα κράτος που απονεκρώνεται, δηλαδή οργανωμένο έτσι που ν’ αρχίζει αμέσως ν’ απονεκρώνεται και να μην μπορεί παρά να απονεκρωθεί. Δεύτερον, οι εργαζόμενοι χρειάζονται ένα «κράτος», δηλαδή το προλεταριάτο οργανωμένο σε άρχουσα τάξη.»

«Το κράτος είναι μια ιδιαίτερη οργάνωση εξουσίας. Είναι η οργάνωση βίας για την καταπίεση κάποιας τάξης. Ποια όμως τάξη πρέπει να καταπιέσει το προλεταριάτο; Φυσικά, μόνο την εκμεταλλεύτρια τάξη, δηλαδή την αστική. Οι εργαζόμενοι χρειάζονται το κράτος μόνο για να καταπνίξουν την αντίσταση των εκμεταλλευτών και μόνο το προλεταριάτο μπορεί να καθοδηγήσει αυτήν την κατάπνιξη και να την πραγματοποιήσει, γιατί είναι η μόνη βαθιά επαναστατική τάξη, η μόνη τάξη που μπορεί να ενώσει όλους τους εργαζόμενους κι εκμεταλλευόμενους στον αγώνα ενάντια στην αστική τάξη, εκτοπίζοντάς την εντελώς.» («Κράτος κ΄ Επανάσταση»)

Ο Λένιν δεν ήταν ικανοποιημένος με το να εξηγήσει πως το κράτος θα απονεκρωνόταν στο σοσιαλισμό, αλλά διαμόρφωσε συγκεκριμένα μέτρα, όχι για το σοσιαλισμό, να σημειωθεί, αλλά για την εγκαθίδρυση ενός εργατικού κράτους - της δικτατορίας του προλεταριάτου. «Οι εργάτες, έχοντας κατακτήσει την πολιτική εξουσία, θα τσακίσουν την παλιά γραφειοκρατική μηχανή, θα τη θρυμματίσουν στις βάσεις της, μέχρι να μην έχει μείνει πέτρα πάνω στην πέτρα από αυτήν. Και θα την αντικαταστήσουν με μια νέα, αποτελούμενη από τους ίδιους τους εργάτες και υπαλλήλους για τους οποίους θα παρθούν αμέσως μέτρα ενάντια στη μεταμόρφωσή τους σε γραφειοκράτες, όπως καταδεικνύουν με λεπτομέρεια ο Μαρξ κι ο Ένγκελς: 1) Όχι μόνο αιρετότητα, αλλά και άμεση ανακλητότητα 2) Όχι μεγαλύτερη αμοιβή από αυτή ενός κανονικού εργάτη 3) Άμεση μετάβαση σε μία τάξη πραγμάτων όπου όλοι εκτελούν λειτουργίες ελέγχου κι εποπτείας, έτσι ώστε όλοι να γίνονται «γραφειοκράτες» για μια φορά, κι έτσι κανείς να μη μπορεί να γίνει γραφειοκράτης.»

Το σταλινικό κράτος

Ούτε μία από αυτές τις προϋποθέσεις δεν υπάρχει στη Ρωσία σήμερα. Τα Σοβιέτ έχουν καταργηθεί και ένα κοινοβούλιο - χωρίς τα πλεονεκτήματα της αστικής δημοκρατίας με τις ελεύθερες εκλογές ανταγωνιστικών κομμάτων και υποψηφίων - έχει πάρει τη θέση τους. Αντί για τη διάλυση του στρατού σε ένοπλο λαό, έχουμε μια κάστα προνομιούχων στρατιωτικών γραφειοκρατών που ζουν σε καλύτερα επίπεδα σε σχέση με τους Ρώσους στρατιώτες ακόμα και συγκριτικά με τους στρατηγούς στις καπιταλιστικές χώρες. Ο κανόνας που απαγορεύει υψηλότερη αμοιβή για τους κρατικούς αξιωματούχους από αυτήν ενός ειδικευμένου εργάτη έχει από καιρό καταργηθεί. Και οι υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι και γραφειοκράτες έχουν μεγαλύτερες διαφορές, σε προνόμια και μισθούς, από το λαό ακόμα και συγκριτικά με τις καπιταλιστικές χώρες. Οι λειτουργίες «ελέγχου κι εποπτείας» έχουν καταργηθεί από καιρό και μια παντοδύναμη κάστα γραφειοκρατών σε κράτος και βιομηχανία καθορίζει τις ζωές των εργατών.

Ο Λένιν είχε γράψει, σαν για να σιγουρέψει ότι θα απαντούσε εκ των προτέρων σε προδότες, όπως ο Στάλιν κι ο Αλεξαντρώφ:

«Η πιθανότητα μιας τέτοιας καταστροφής (της γραφειοκρατίας) εξασφαλίζεται από το γεγονός ότι ο Σοσιαλισμός θα μικρύνει την εργάσιμη μέρα, θα ανυψώσει τις μάζες σε μια νέα ζωή, θα δημιουργήσει τέτοιες συνθήκες για την πλειοψηφία του πληθυσμού που θα καθιστά τους πάντες, χωρίς εξαίρεση, ικανούς να διεκπεραιώσουν «κρατικές λειτουργίες» κι αυτό θα οδηγήσει σε μια πλήρη απονέκρωση κάθε κράτους γενικά.»

«Όσο πιο δημοκρατικό είναι το «κράτος», αποτελούμενο από ένοπλους εργάτες, που «δεν είναι πια κράτος με την κανονική έννοια του όρου», τόσο πιο γρήγορα κάθε κράτος ξεκινά να απονεκρώνεται.»

Ανοιχτή ρήξη με τον μαρξισμό

Έτσι βλέπουμε ότι η θέση του Λένιν είναι ακριβώς η αντίθετη από αυτή του Στάλιν και του φερεφώνου του, του Αλεξαντρώφ. H προσπάθεια να διαχωρίσεις τον Μαρξ απ’ τον Λένιν είναι προδοσία για ολόκληρη τη διδασκαλία του Λενινισμού, στο όνομα του Λένιν. Ο Στάλιν διακηρύσσει εδώ ανοιχτά τη ρήξη του με το Μαρξισμό μέσω ενός απ’ τα υποχείριά του. Μέχρι τώρα οι Σταλινικοί είχαν τυπικά το πρόσχημα ότι βασίζονται στη Μαρξιστική θεωρία του κράτους. Για χρόνια συκοφάντησαν και διέσυραν τον Τρότσκι ο οποίος προέβλεψε την αναπόφευκτη ρήξη τους με το Μαρξισμό. Αυτή η ανοιχτή ρήξη ήδη έχει έρθει και θα κάνει το δρόμο σημαντικά ευκολότερο για το Τροτσκιστικό κίνημα στην προσέγγιση των μελών των Κομμουνιστικών Κομμάτων που υποφέρουν από την αυταπάτη ότι ο Σταλινισμός είναι Μαρξισμός.

Η ρήξη με το διεθνισμό του Λένιν οδήγησε στη θεωρία του «σοσιαλισμού σε μία χώρα». Αυτό με τη σειρά του οδήγησε τώρα στην ανοιχτή ρήξη με το Μαρξισμό στο θέμα του κράτους. Αυτή η θεμελιώδης ρήξη με τις ιδέες του Μαρξ και του Λένιν προετοιμάζει το δρόμο για την πλήρη εγκατάλειψη κάθε πρόφασης ότι τηρείται το πρόγραμμα του Μπολσεβικισμού, που ήταν πάντα βασισμένο στη διδασκαλία του Μαρξ.

Τώρα που ο κίνδυνος στρατιωτικής επέμβασης έχει υποχωρήσει από το προσκήνιο, οι εργάτες, ιδιαίτερα η νεολαία της Σοβιετικής Ένωσης θ’ αναρωτιέται γιατί η Μαρξιστική και Λενινιστική θεωρία δεν εφαρμόζεται. Τι ανάγκη υπάρχει η ανάγκη για υψηλόμισθους στρατηγούς και γραφειοκράτες στο στρατό και στη δημόσια ζωή; Οι εργάτες απλά θα αρχίσουν να λένε: Δεν είναι ώρα αυτοί που μας εξουσίαζαν τα τελευταία 20 χρόνια να αποτραβηχτούν από το προσκήνιο και να «απονεκρωθούν»;

Μετάφραση : Ροδάνθη Λυράκη

8/07/2008

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΥΤΟΝΟΜΙΑΣ ΣΤΟ ΕΝΙΑΙΟ ΜΕΤΩΠΟ


Σημείωμα των Σελίδων Κριτικής

Το κείμενο που ακολουθεί είναι μέρος της τελικής ομιλίας (για όσους έχουν μια εξοικείωση με τις οργανωτικές μορφές των πάλαι ποτέ κομμουνιστικών κομμάτων, πρόκειται για το λεγόμενο "κλείσιμο".) του Μάο Τσε-τουνγκ στην 6η Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας τον Νοέμβριο του 1938. Η δημοσίευσή του, στις Σελίδες Κριτικής, κρίνεται σκόπιμη ενόψει της συζήτησης που διεξάγεται σήμερα, με νέους όρους, για τα πολιτικά και ιστορικά ζητήματα που αφορούν την πρόσφατη ιστορία. Οι νέοι όροι δημιουργούνται από την συγχώνευση του πολιτικού με τον ακαδημαϊκό τομέα και το κοινό άνοιγμα τους στην πολιτική ζωή. Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται γιατί, παρά το γεγονός ότι αφορά την πολιτική σύγκρουση σε μια τόσο μακρινή χώρα όπως η Κίνα, φωτίζει δύο σκοτεινές περιοχές της συζήτησης που διεξάγεται με θέμα την πολιτική σύγκρουση της δεκαετίας του '40 στην Ελλάδα.

Η μιά σκοτεινή περιοχή, αφορά το θεωρητικό υπόβαθρο της πολιτικής των αντιμαχόμενων μερίδων, στις συγκρούσεις της δεκαετίας του '40. Θεωρείται βέβαια αυτονόητο πως πίσω από κάθε πολιτική πράξη υπάρχει κάποια πολιτική θεωρία, αλλά ακριβώς γι αυτό κανείς δεν ενδιαφέρεται να συζητήσει ποιες τάχα αντιθέσεις, στο πεδίο της πολιτικής θεωρίας, μπόρεσαν να εκφραστούν με τόσο άγριες και αιματηρές μάχες στο πεδίο της πολιτικής πρακτικής. Συζητούνται πολύ σπουδαία ζητήματα όπως η ραγδαία ανάπτυξη και η ακαριαία πτώση του Ε.Α.Μ., η παραπαίουσα πορεία του Κ.Κ.Ε προς τον εμφύλιο, η παράδοξη "ήττα" του Δημοκρατικού Στρατού, οι πολιτικές επιπτώσεις του συνθήματος "το όπλο παρα πόδα", αλλά δεν λαμβάνεται υπόψη -- εκτός όταν λαμβάνεται εντελώς στρεβλωμένη -- η όποια πολιτική θεωρία υπήρξε, στο κομμουνιστικό κίνημα της εποχής εκείνης, πάνω σ' αυτά τα ζητήματα. Αποτέλεσμα της σύγχυσης στην έρευνα και μελέτη του θεωρητικού πεδίου είναι -- όπως φαίνεται από την μορφή και το είδος της διάστασης στις σημερινές προσεγγίσεις της ιστορικής δεκαετίας -- ότι δεν μπορούν να γίνουν διακριτές με κάποια σαφήνεια, οι συγκρουόμενες πλευρές, ούτε μπορούν να κατανοηθούν οι μεταλλαγές και μετατοπίσεις του μετώπου.

Η δεύτερη σκοτεινή περιοχή, αφορά ακριβώς την παθολογία της συζήτησης, δηλαδή το ίδιο το γεγονός της απουσίας από τη συζήτηση οποιασδήποτε νύξης για την θεωρία περί της οποίας μιλάμε. Και επειδή η μια πλευρά της συζήτησης (θα λέγαμε "η κυρίαρχη" αν δεν ήταν τόσο δύσκολο να διακρίνουμε ποιά είναι η ...μη κυρίαρχη!) είναι εντελώς φυσικό (ως είδος ιστορικού καθήκοντος) να αγνοεί, να παραβλέπει, ακόμα και να περιφρονεί τις θεωρητικές επιδόσεις της Αριστεράς, μένει η απορία: πού χάθηκε η έφεση που είχε στην θεωρία αυτή η πλευρά. Αυτή η σκοτεινή περιοχή, της συζήτησης για την δεκαετία του '40, έχει να κάνει με την νεότερη ιστορική περίοδο που βρίσκεται προς το παρόν εντελώς στο σκοτάδι, την δεκαετία του '60. Οι πολιτικές διεργασίες που άρχισαν, υπόρρητα, αμέσως μετά την "ήττα" του Δ.Σ., το καλοκαίρι του 1949, καταστάλαξαν στην μέση της δεκαετίας του '60, σε κάποιες, ρητές πλέον, πολιτικές διευθετήσεις, που δεν αμφισβητήθηκαν παρά πολύ πρόσφατα, μετά από την "πτώση του σοσιαλισμού". Αποτέλεσμα άλλωστε αυτής της πτώσης είναι, τόσο το νέο άνοιγμα της συζήτησης για την δεκαετία του '40, όσο και η αποσιώπηση των θεωρητικών προβληματισμών του κομμουνιστικού κινήματος, και της σχέσης αυτών των προβληματισμών με τις επιτυχίες και με την "ήττα" της Αριστεράς.

Το κείμενο του Μάο Τσε-τουνγκ που δημοσιεύεται, φωτίζει το πεδίο της θεωρίας εκείνης της εποχής, αποτελώντας την ανταπόκριση του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας στα πολιτικά προβλήματα που απέρρεαν, από την αναγκαιότητα της συγκρότησης ενός ενιαίου εθνικού μετώπου αντίστασης στην επιδρομή της Ιαπωνίας, για όλες τις δυνάμεις που θα συγκροτούσαν αυτό το μέτωπο. Φωτίζει όμως επίσης και την εσωτερική σύγκρουση που συνεπάγονταν η ανάγκη να ανταποκριθεί ένα κομμουνιστικό κόμμα εκείνης της εποχής στην κοινωνική επιταγή της δημιουργίας ενός ενιαίου μετώπου. Οι κοινωνικές συνθήκες Κίνα και στην Ελλάδα στις παραμονές του Β'Π.Π. δεν ήταν απολύτως ίδιες αλλά είχαν -- παρά την σημαντική διαφορά στα πληθυσμικά μεγέθη -- μεγάλες αναλογίες, που και μόνο η ανάγνωση του κειμένου που δημοσιεύεται τις καθιστά προφανείς. Τόσο προφανείς που μένει η απορία αν κάποιοι ηγέτες του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος, μέσω της Κομμουνιστικής Διεθνούς και των σχολείων στα οποία φοίτησαν (π.χ. ο "Κούτβης" Νίκος Ζαχαριάδης) ήξεραν ένα τόσο σημαντικό κείμενο του Μάο, που υπήρχε ήδη από το 1938. Την ίδια βέβαια απορία δημιουργεί και ένα άλλο κείμενο του Μάο Τσε-τουνγκ, με τίτλο Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΜΑΣ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΝΙΚΗ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΙΑΠΩΝΙΑ (μεγάλα κομμάτια αυτού του κειμένου έχουν δημοσιευτεί ήδη στις Σελίδες Κριτικής στην διεύθυνση http://www.critici.gr/C-050315-mao-1945-emfulios.htm) και το οποίο προέρχεται από μια άλλη ομιλία του Μάο Τσε-τουνγκ, που δόθηκε τον Αύγουστο του 1945, σε μια σύσκεψη κομματικών στελεχών. Σε κάθε περίπτωση τα δύο αυτά κείμενα και αρκετά άλλα όπως τα λεγόμενα στρατιωτικά του έργα μπορούν να φωτίσουν αυτό που ονομάσαμε εδώ πεδίο πολιτικής θεωρίας για την σύγκρουση της δεκαετίας του '40.

Σε ότι αφορά την δεύτερη σκοτεινή περιοχή, το κείμενο που δημοσιεύεται δεν ρίχνει φως με το περιεχόμενο του, αλλά με την ιστορία της έκδοσής του. Αυτό το κείμενο του Μάο Τσε-τουνγκ, μαζί με άλλα που αφορούν την ιστορία του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας και την πολιτική ιστορία αυτής της Κίνας, μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες και κυκλοφόρησαν, σαν ξεχωριστά βιβλιαράκια, σε όλο τον κόσμο, στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του '50, όταν τα σύννεφα που είχαν αρχίσει να σχηματίζονται στο κομμουνιστικό κίνημα, από την δεκαετία του '30, άρχισαν να γίνονται πια ορατά. Αυτή, με άλλα λόγια, ήταν η πρώτη και τελευταία προσπάθεια, που έγινε στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, με στόχο την αποτροπή της διάλυσης του. Η προσπάθεια αυτή φαίνεται να μην καρποφόρησε και με πολλές διακυμάνσεις έληξε "'άδοξα", μετά από τον θάνατο του Μάο και μέχρι το τέλος τις δεκαετίας του '70. Αυτό όμως είναι ένα άλλο θεωρητικό ζήτημα που δεν έχει θέση σ' αυτό το σημείωμα. Έχει όμως σημασία να πούμε ότι μέσα στο γενικό πλαίσιο αυτής της προσπάθειας, τα βιβλιαράκια αυτά μεταφράστηκαν στα ελληνικά και κυκλοφόρησαν γύρω στο 1964 από τις "Ιστορικές Εκδόσεις", χωρίς ούτε και εδώ -- επιφανειακά τουλάχιστον πάντα -- να πραγματοποιήσουν τον στόχο της έκδοσής τους. Στην δεκαετία του '60, με άλλα λόγια υπήρχαν στοιχεία για συγκριτική μελέτη των εμφυλίων πολέμων της Ελλάδας και της Κίνας και αυτός είναι, κατά την γνώμη του γράφοντος, η αιτία του σκοταδιού που έχει πέσει στις περιοχές της έρευνας για τον εμφύλιο οι οποίες σχετίζονται με το θεωρητικό πεδίο της δεκαετίας του '40.

Το κείμενο του Μάο Τσε-τουνγκ όπως παρουσιάζεται εδώ έχει προκύψει από ψηφιοποίηση της φωτοτυπικής επανέκδοσης των υλικών τα οποία είχαν παραχθεί, από την ομάδα που ίδρυσε τις "Ιστορικές Εκδόσεις" και το περιοδικό "Αναγέννηση", σε πολύ δυσκολότερες συνθήκες πριν από την δικτατορία. Η εν λόγω επανέκδοση έγινε από κάποιες ομάδες που μετά την δικτατορία κληρονόμησαν το όνομα των "Ιστορικών Εκδόσεων" αλλά όχι και την χάρη τους.

Οκτώβριος 2006,
Κωστής Παπαϊωάννου



Μάο Τσε-τουνγκ


ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ
ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΥΤΟΝΟΜΙΑΣ
ΣΤΟ ΕΝΙΑΙΟ ΜΕΤΩΠΟ


Μετάφραση: Γιάννη Χοτζέα

ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
ΑΘΗΝΑ 1975


Πρώτη Έκδοση: Ιούνιος 1954


Η παρούσα μετάφραση* του έργου του Μάο Τσε-τουνγκ «Το πρόβλημα της Ανεξαρτησίας και της Αυτονομίας στο Ενιαίο Μέτωπο» μαζί με το σημείωμα έκδοσης, έγινε, έγινε από το κινέζικο κείμενο της δεύτερης έκδοσης της «Εκλογής Έργων του Μάο Τσε-τουνγκ», Τόμος ΙΙ, που έγινε από το Λαϊκό Εκδοτικό Οίκο, Πεκίνο, τον Αύγουστο του 1952.

* Εννοεί από τα κινέζικα στα αγγλικά.
Το σημείωμα αυτό είναι από την ξενόγλωσση
κινέζικη έκδοση

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΕΚΔΟΣΗΣ

Το κείμενο αυτό αποτελεί ένα μέρος του τελικού λόγου που εκφώνησε ο σύντροφος Μάο Τσε-τουνγκ στην 6η Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής που εκλέχτηκε από το 6ο Παγκινεζικό Συνέδριο. Το πρόβλημα της ανεξαρτησίας και της αυτονομίας στο ενιαίο μέτωπο αποτελούσε ένα από τα σπουδαιότερα προβλήματα, που σχετίζονταν με το ενιαίο αντιιαπωνικό μέτωπο και σχετικά μ' αυτο υπήρξε διάσταση απόψεων ανάμεσα στο σύντροφο Μάο Τσε-τουνγκ και στο σύντροφο Τσεν Τσιάο-γιού (Βανγκ Μινγκ). Το πρόβλημα ουσιαστικά ανάγονταν στο θέμα του καθοδηγητικού ρόλου της (εργατικής τάξης στο ενιαίο μέτωπο. Ο σ. Μάο Τσε-τουνγκ έκαμε μια σύντομη ανάλυση των διαφωνιών αυτών στην εισήγηση που έκανε στην Κεντρική Επιτροπή το Δεκέμβριο του 1947: «Η σημερινή κατάσταση και τα καθήκοντα μας».
«Στη διάρκεια του αντιιαπωνικού πολέμου το Κόμμα μας αντιτάχθηκε στις αντιλήψεις εκείνες που ήταν ανάλογες με αυτές τις αντιλήψεις για συνθηκολόγηση (εννοεί τις αντιλήψεις του Τσεν Του-σιέου στην περίοδο του Πρώτου Επαναστατικού Εμφυλίου Πολέμου) όπως και στις αντιλήψεις που η ουσία τους ήταν να προχωρήσουμε σε παραχωρήσεις στην αντιλαϊκή πολιτική του Κουόμιτανγκ� δηλαδή στο να έχουμε περισσότερη εμπιστοσύνη στο Κουόμιτανγκ παρά στις λαϊκές μάζες, να μη τολμούμε να κινητοποιήσουμε θαρραλέα τις μάζες στον αγώνα, να μη τολμούμε να επεκτείνουμε τις Απελευθερωμένες Περιοχές και το Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό στις περιοχές που είχαν καταληφθεί από τους Ιάπωνες και τέλος να παραχωρήσουμε στο Κουόμινταγκ την ηγεσία του Πολέμου Αντίστασης. Το Κόμμα μας έκανε αποφασιστικό αγώνα εναντίον αυτών των ασύστατων και απαράδεκτων απόψεων, που είναι αντίθετες με τις αρχές του μαρξισμού - λενινισμού και έθεσε σταθερά σε εφαρμογή την πολιτική του γραμμή: «να αναπτύξουμε τις προοδευτικές δυνάμεις, να κερδίσουμε τις ενδιάμεσες δυνάμεις και να απομονώσουμε τις αντιδραστικές δυνάμεις» και διεύρυνε αποφασιστικά τις Απελευθερωμένες Περιοχές και τις τάξεις του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού. Κατ' αυτό τον τρόπο, το Κόμμα μας εξασφάλισε, όχι μονάχα τη δυνατότητα να νικήσει τον ιαπωνικό Ιμπεριαλισμό στην περίοδο που ο τελευταίος πραγματοποιούσε την εισβολή του στην Κίνα, άλλα επίσης και τη δυνατότητα, υστέρα από τη συνθηκολόγηση της Ιαπωνίας, στην περίοδο του αντεπαναστατικού πολέμου που εξαπέλυσε ο Τσανγκ Κάϊ-σεκ να περάσει απρόσκοπτα και με επιτυχία σ' ένα λαϊκό επαναστατικό πόλεμο εναντίον του αντεπαναστατικού πολέμου του Τσανγκ Κάϊ-σεκ και να κερδίσει μεγάλες νίκες σε ένα σύντομο χρονικό διάστημα. Όλα τα μέλη του κόμματος οφείλουν να αφομοιώσουν βαθειά αυτά τα διδάγματα της ιστορίας.

Η Ειδική Επιτροπή για την έκδοση
της «Εκλογής "Έργων του Μάο Τσε-τουνγκ»
της Κεντρικής Επιτροπής του
Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας.

Η ΒΟΗΘΕΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΕΙΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΘΕΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΑΡΝΗΤΙΚΕΣ

Για να υπάρξει παρατεταμένη συνεργασία, όλα τα πολιτικά κόμματα και ομάδες που προσχωρούν στο ενιαίο μέτωπο οφείλουν να βοηθούν το ένα το άλλο και να προβαίνουν σε αμοιβαίες παραχωρήσεις, αλλά αυτή η βοήθεια και αυτές οί παραχωρήσεις πρέπει να είναι θετικές και όχι αρνητικές. Οφείλουμε να στερεώσουμε και να διευρύνουμε το Κόμμα μας και το στρατό μας, άλλα ταυτόχρονα "οφείλουμε να ενθαρρύνουμε και να βοηθήσουμε τη στερέωση και τη διεύρυνση των φιλικών κομμάτων και στρατών� ο λαός οφείλει να απαιτήσει από την κυβέρνηση να ικανοποιήσει τις πολιτικές και οικονομικές του διεκδικήσεις, αλλά ταυτόχρονα οφείλει να κάνει ό,τι μπορεί για να βοηθήσει την κυβέρνηση στην ανάπτυξη της Αντίστασης εναντίον της Ιαπωνίας� οί εργάτες οφείλουν να αξιώσουν από τους εργοδότες τους να βελτιώσουν τις συνθήκες ζωής τους, άλλα ταυτόχρονα οφείλουν να εργασθούν σκληρά προς το συμφέρον της Αντίστασης εναντίον της Ιαπωνίας� οι γαιοκτήμονες οφείλουν να ελαττώσουν τους τόκους και τα ενοίκια, άλλα ταυτόχρονα οί αγρότες οφείλουν να πληρώνουν τα ενοίκια και τους φόρους και να ενωθούν με τους γαιοκτήμονες στον αγώνα εναντίον της ξένης επίθεσης. Όλα αυτά είναι αρχές και κατευθύνσεις της αμοιβαίας βοήθειας, είναι προσανατολισμοί θετικοί και όχι μόνο αρνητικοί και μονόπλευροι. Το ίδιο ισχύει και για τις αμοιβαίες παραχωρήσεις. Κάθε κόμμα οφείλει να αποφεύγει να υπονομεύει το άλλο και οφείλει να μην επιζητεί να συγκροτήσει δικούς του μυστικούς πυρήνες στα άλλα κόμματα, όργανα εξουσίας και στρατούς� σε ό,τι αφορά εμάς, δεν συγκροτούμε μυστικούς πυρήνες μέσα στο Κουόμιντανγκ, στις κυβερνητικές του υπηρεσίες, στο στρατό του και το κάνουμε αυτό προς το συμφέρον της αντίστασης εναντίον της Ιαπωνίας. «Να αποφεύγουμε να κάνουμε ορισμένες πράξεις για να μπορούμε έτσι να κάνουμε Ορισμένα πράγματα»�(1) εκεί βρίσκεται ακριβώς το ζήτημα. "Αν δεν αναδιοργανώναμε τον Κόκκινο Στρατό, αν δεν είχαμε τροποποιήσει το πολιτικό σύστημα στις κόκκινες περιοχές και δεν παραιτούμαστε από την πολιτική των ένοπλων εξεγέρσεων, ο πανεθνικός Πόλεμος Αντίστασης εναντίον της Ιαπωνίας δεν θά μπορούσε να πραγματοποιηθεί. Κάνοντας παραχωρήσεις κερδίσαμε το τελευταίο� με αρνητικά μέσα κερδίσαμε θετικά αποτελέσματα. «Στην αρχή να υποχωρούμε για να προχωρούμε ύστερα με άλματα», αυτό ακριβώς διδάσκει ο λενινισμός. Ό μαρξισμός - λενινισμός μας διδάσκει πως τις παραχωρήσεις δεν πρέπει να τις αντιμετωπίζουμε μερικές φορές σαν καθαρά αρνητικές ενέργειες. Φυσικά, είχαμε παραχωρήσεις καθαρά αρνητικές όπως τη θεωρία της συνεργασίας ανάμεσα στην εργασία και στο κεφάλαιο που υποστήριζε η Δεύτερη Διεθνής,(2) όπου εκεί η παραχώρηση φθάνει ως το σημείο να παραδίδεται η τάξη και η επανάσταση στον εχθρό. Στην Κίνα υπήρξε ο Τσεν Τού-σιέου (3) και σε συνέχεια ο Τσανγκ Κούο-ταο(4), που και οι δύο αποδείχτηκαν συνθηκολόγοι -- γι' αυτό οφείλουμε να αντιταχθούμε στο πνεύμα της συνθηκολόγησης με όλες μας τις δυνάμεις. Τις παραχωρήσεις μας, τις υποχωρήσεις μας, την ανακοπή της επίθεσης ή την αναστολή της δράσης, είτε έχει σχέση με συμμάχους ή εχθρούς, οφείλουμε να τις αντιμετωπίζουμε σαν αναπόσπαστο μέρος του συνόλου της επαναστατικής πολιτικής, σαν απαραίτητο κρίκο της γενικής επαναστατικής γραμμής, σαν ένα τμήμα μιας καμπυλόγραμμης κίνησης. Με μια λέξη είναι ενέργειες θετικές.

(1) Ρητό του Μένκιους
(2) Αντιδραστική θεωρία της Δεύτερης Διεθνούς για τη συνεργασία εργασίας και κεφαλαίου πού έχει πάρει διάδοση στις καπιταλιστικές χώρες� υπερασπίζεται τη συνεργασία ανάμεσα στην αστική τάξη και στο προλεταριάτο και αντιτάσσεται στην επαναστατική ανατροπή της κεφαλαιοκρατικής κυριαρχίας και στην εγκαθίδρυση της δικτατορίας του προλεταριάτου.
(3) Ο Τσιν Τού-σιέου καθηγητής του Πανεπιστημίου του Πεκίνου, έγινε γνωστός σαν διευθυντής του «περιοδικού «Νέα Γενιά», που άσκησε μεγάλη επίδραση στο Κίνημα της 4 Μαΐου. Πήρε μέρος στην ίδρυση του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας και εκλέχτηκε Γενικός Γραμματέας του. Στην περίοδο τής επανάστασης το 1924-1927, εκπροσωπούσε στο κόμμα το δεξιό οπορτουνισμό που εξελίχθηκε σε πολιτική συνθηκολόγησης. Στην εισήγηση του «Ή σημερινή κατάσταση και τα καθήκοντα μας», ο σύντροφος Μάο Τσε-τουνγκ ανέφερε πως οί συνθηκολόγοι απαρνήθηκαν την καθοδήγηση του κόμματος πάνω στις φτωχές μάζες, στη μικροαστική τάξη, στα ενδιάμεσα στρώματα της αστικής τάξης και ειδικά στις ένοπλες δυνάμεις, πράγμα πού αποτέλεσε την αιτία για την ήττα της επανάστασης». Μετά την ήττα του 1927, ο Τσεν Του-σιέου μαζί με άλλους οπαδούς τής γραμμής της συνθηκολόγησης έχασαν την πίστη τους στο μέλλον της επανάστασης και έπεσαν στον λικβινταρισμό. Συντάχθηκε με την αντιδραστική τάση των τροτσκιστών και συγκρότησε μαζί τους μιά μικρή φράξια που αντιτάχθηκε στο Κόμμα. Σε συνέχεια αποκλείστηκε από το Κόμμα το Νοέμβριο του 1929. Ο� Τσεν Του-σιέου πέθανε το 1942.
(4) Ο Τσανγκ Κούο-τάο, αποστάτης της κινέζικης επανάστασης, συμμετείχε στο Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας στην πρώτη περίοδο. Σαν καθοδηγητής διέπραξε πολλά λάθη και τεράστια εγκλήματα. Το 1935, αντιτάχθηκε στην Πορεία προς το Βορρά του Κόκκινου Στρατού και καλλιέργησε την ηττοπαθή και λικβινταριστική άποψη πως ο Κόκκινος Στρατός έπρεπε να αποσυρθεί στις περιοχές των εθνικών μειονοτήτων στη μεθόριο των επαρχιών Σετσουάν και Σικάνγκ και ο ίδιος βάδισε προς τα εκεί παρασύροντας τις δυνάμεις του Τετάρτου Μετώπου. Ταυτόχρονα, άνοιξε πόλεμο εναντίον του Κόμματος και της Κεντρικής Επιτροπής συγκροτώντας μιά ψευτο-Κεντρική Επιτροπή που την έθεσε κάτω από τον έλεγχο του, διασπώντας έτσι το Κόμμα και τον Κόκκινο Στρατό. Όμως κάτω από την επίμονη διαπαιδαγωγική δουλειά του συντρόφου Μάο Τσε-τουνγκ και της Κεντρικής Επιτροπής, η μάζα των στελεχών και των μαχητών του Τέταρτου Μετώπου αποδέχθηκαν την ορθή γραμμή τής Κεντρικής Επιτροπής και διαδραμάτισαν εξαίρετο ρόλο στους μετέπειτα αγώνες. Ό Τσανγκ παρέμεινε αδιόρθωτος. Την άνοιξη του 1938 έφυγε από τη Μεθοριακή Περιοχή Σενσί-Κανσού-Νινγκσία και εντάχθηκε στη μυστική υπηρεσία του Κουόμινταγκ.

Η ΣΥΝΔΕΣΗ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΤΑΞΙΚΟ ΑΓΩΝΑ

Η υποστήριξη ενός παρατεταμένου πολέμου με μια παρατεταμένη συνεργασία, ή με άλλα λόγια, η υποταγή του ταξικού αγώνα στο σημερινό εθνικό αγώνα για την αντίσταση στην Ιαπωνία -- αυτή είναι η θεμελιακή αρχή του ενιαίου μετώπου. Σύμφωνα με την αρχή αυτή, η ανεξαρτησία των κομμάτων και των τάξεων πρέπει να διατηρηθεί, πράγμα που σημαίνει πώς η ανεξαρτησία και η αυτονομία τους στο ενιαίο μέτωπο πρέπει να διατηρηθεί δηλαδή να διαφυλαχθεί το ουσιαστικό δικαίωμα των κομμάτων και των τάξεων να μη θυσιαστούν χάρη της συνεργασίας και της ενότητας, αλλά αντίθετα να αναπτυχθούν ως ένα ορισμένο σημείο. Μονάχα αυτό εξυπηρετεί την ιδέα της σύμπραξης και μονάχα, γι' αυτό είναι σκόπιμη η σύμπραξη. Στην αντίθετη περίπτωση, η σύμπραξη θά μετατρέπονταν σε μιά συγχώνευση και το ενιαίο μέτωπο αναπόφευκτα θα οδηγούνταν σε καταστροφή. Όταν ένα έθνος αγωνίζεται εναντίον ενός εξωτερικού εχθρού, ο ταξικός αγώνας παίρνει τη μορφή του εθνικού αγώνα, μορφή που δείχνει τη συνοχή που έχουν και οι δύο αγώνες. Από τη μια πλευρά, τα οικονομικά και πολιτικά αιτήματα των τάξεων κατά τη διάρκεια της ιστορικής περιόδου του εθνικού αγώνα πρέπει να προβάλλονται υπό τον όρο της μη διάσπασης της σύμπραξης των τάξεων από την άλλη πλευρά, όλα τα αιτήματα των ταξικών αγώνων πρέπει να παίρνουν υπόψη τους τις απαιτήσεις του εθνικού αγώνα (του αγώνα της Αντίστασης κατά της Ιαπωνίας). Έτσι συνδέεται η ενότητα και η ανεξαρτησία στο ενιαίο μέτωπο, ο εθνικός αγώνας και ο ταξικός αγώνας.

Η ΑΝΤΙΛΗΨΗ «ΟΛΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟ ΕΝΙΑΙΟ ΜΕΤΩΠΟ»
ΕΙΝΑΙ ΕΣΦΑΛΜΕΝΗ

Το Κουόμιντανγκ είναι ένα κυβερνητικό κόμμα και επιμένει πάντοτε να αντιτίθεται στο να πάρει το ενιαίο μέτωπο μια οργανωμένη μορφή. Ό σύντροφος Λιού Σιάο-σι είχε απόλυτο δίκιο όταν είπε πως αν υιοθετούνταν η αντίληψη «όλα από μέσα από το ενιαίο μέτωπο» αυτό θα σήμαινε απλούστατα πως όλα πρέπει να γίνονται μέσο του Τσανγκ Κάϊ-σεκ και του Γιέν Χσι-σαν, πράγμα που θα κατέληγε στην υποταγή της μιας πλευράς στην άλλη και καθόλου στη δράση «μέσα από το ενιαίο μέτωπο». Στο εχθρικό έδαφος, μπορούμε μονάχα, στη βάση εκείνου που έχει αποδεχτεί το Κουόμιντανγκ (π.χ. του «Προγράμματος ένοπλης Αντίστασης και Εθνικής Οικοδόμησης») να δράσουμε ανεξάρτητα και πρωτόβουλα, η πρώτα να δράσουμε και μετά να πληροφορήσουμε, στη βάση της δεδομένης αποδοχής προγραμματικών σημείων από μέρους του Κουόμιντανγκ. Π.χ. η εγκατάσταση κυβερνητικών επιτροπών και η αποστολή δυνάμεων στην επαρχία Σαντούνγκ δεν θα πραγματοποιούνταν ποτέ αν υποβάλλονταν προηγούμενα για έγκριση. Λέγεται από ορισμένους πως το Κομμουνιστικό Κόμμα Γαλλίας διατύπωσε ένα τέτοιο σύνθημα, άλλα αυτό συνέβηκε, πιθανότατα γιατί στη Γαλλία, υπήρχε μια κοινή επιτροπή των δυνάμεων που συμμετείχαν στο μέτωπο και γιατί το Σοσιαλιστικό Κόμμα εξακολουθούσε να ενεργεί χωρίς να παίρνει υπόψη του το κοινό πρόγραμμα� γι' αυτό το Κομμουνιστικό Κόμμα διατύπωσε το σύνθημα αυτό για να περιορίσει την ασυνέπεια του Σοσιαλιστικού Κόμματος και όχι για να δέσει τα δικά του χέρια. Η κατάσταση στην Κίνα είναι η ακόλουθη: το Κουόμιντανγκ δεν αναγνωρίζει σ' όλα τα άλλα πολιτικά κόμματα και ομάδες ίσα δικαιώματα και προσπαθεί να τα θέτει κάτω από τις διαταγές του. Αν προβάλλαμε ένα τέτοιο σύνθημα και ζητούσαμε όλα να περνάνε από την έγκρισή μας, αυτό θα ήταν απραγματοποίητο και θά γινόμαστε καταγέλαστοι. Και αν για οτιδήποτε θα αποφασίζαμε να κάνουμε, ζητούσαμε την έγκριση του Κουόμιντανγκ και αυτό μας την αρνιότανε, πως θα έπρεπε να ενεργήσουμε τότε; Όταν είναι δεδομένο πως το Κουόμιντανγκ κάνει ό,τι μπορεί για να παρεμποδίσει την πρόοδο μας, η διατύπωση ενός τέτοιου συνθήματος από μέρους μας δεν θα οδηγούσε πουθενά αλλού παρά στο να παραδοθούμε χειροπόδαρα δεμένοι στο Κουόμιντανγκ. Για την ώρα δεν υπάρχει κανένας λόγος να ρίξουμε τέτοιο σύνθημα� αυτό που πρέπει να επιδιώξουμε να επιτύχουμε είναι η προκαταρκτική συμφωνία του Κουόμιντανγκ για ορισμένα ζητήματα, όπως για τη μετατροπή τριών μεραρχιών σε τρία σώματα στρατού και της απονομής των αντίστοιχων αριθμών του μητρώου τους -- αυτό είναι εκείνο που ονομάζουμε «να προειδοποιούμε πρώτα και ύστερα να ενεργούμε». Σε ορισμένες άλλες περιπτώσεις πρέπει να θέτουμε πρώτα το Κουόμιντανγκ μπροστά σε τετελεσμένα γεγονότα και ύστερα να το πληροφορούμε, όπως όταν ανεβάσαμε τις δυνάμεις του στρατού μας στον αριθμό των 200.000 ανδρών -- αυτό είναι εκείνο που ονομάζουμε «να ενεργούμε πρώτα και ύστερα να πληροφορούμε». Σε άλλες περιπτώσεις, όπως τη σύγκληση της Συνέλευσης της Μεθοριακής Περιοχής, οφείλουμε πρώτα να δράσουμε, άλλα να αναβάλουμε την πληροφόρηση, πιστεύοντας πως για την ώρα δεν μπορούμε να καταλήξουμε σε συμφωνία. Και υπάρχουν ζητήματα που για την ώρα δεν πρέπει ούτε να δρούμε ούτε να πληροφορούμε. Αυτά τα ζητήματα είναι εκείνα που η τέτοια ή αλλοιώτικη λύση τους θα είχε δυσμενείς επιπτώσεις στη γενική κατάσταση της χώρας. Με δυό λόγια, πρέπει να επιμείνομε στη διατήρηση του ενιαίου μετώπου αλλά δεν πρέπει, με κανένα τρόπο να δεθούμε χειροπόδαρα γι' αυτό δεν πρέπει να προβάλουμε το σύνθημα: «όλα μέσα από το ενιαίο μέτωπο». Αν το σύνθημα αυτό «όλα μέσα από το ενιαίο μέτωπο» ερμηνεύεται «όλα να εγκρίνονται» από τον Τσανγκ Κάϊ-σεκ και τον Γιουάν Σι-κάϊ, τότε αυτό το σύνθημα είναι εσφαλμένο. Η πολιτική μας είναι η διατήρηση της ανεξαρτησίας και της αυτονομίας στο ενιαίο μέτωπο, μια πολική που είναι πολιτική ενότητας μαζί και ανεξαρτησίας.

5 Νοέμβρη 1938